Κριτική Βιβλίου Μαρίας Πετρίτση: Ελένη Ζαχαριάδου: «Γλυκά του κουταλιού»
28/06/2009 § Σχολιάστε
ΒΥΣΣΙΝΟ, πορτοκάλι, κυδώνι, καρύδι και περγαμόντο. Μέσα σε αυτό το βιβίο, το σιρόπι των γλυκών του κουταλιού, αλλάζοντας χρώματα και υφή, μεταμορφώνεται πότε σε γεύση ουρανού και πότε σε κουταλιά θανάτου. Πέντε μικρές ανασυνθέσεις ζωής δια χειρός Ελένης Ζαχαριάδου, μέσα στις οποίες βλέπουμε να παρελαύνουν η αγωνία, ο έρωτας, η πλήξη, η απελπισία, η εκδίκηση, η ζωή κι ο θάνατος.
Άνθρωποι που ζουν με γεμάτη καρδιά σε έναν άδειο κόσμο, άνθρωποι με ανεξέλεγκτες προσδοκίες, άνθρωποι που εθελοτυφλούν μπροστά στη διαφορά του διπλανού τους παραβλέποντας τις ανάγκες του και κατασπαράσσοντάς τον με το δήθεν αδιαφιλονίκητο εγώ τους, άνθρωποι που σπαταλούν κυνικά το χρόνο και τις ικανότητές τους, που μισούν με πάθος κι αγαπούν με αυταπάρνηση. Αυτοί είναι οι ήρωες του βιβλίου, τις περιπέτειες των οποίων καλούμαστε να παρακολουθήσουμε έχοντας κάθε φορά στο στόμα κι από μια διαφορετική γεύση.
Βύσσινο για την ξεριζωμένη μικρασιάτισσα που δεν θα συνέλθει ποτέ από το ένδοξο και πλούσιο παρελθόν της, περνώντας από τα πουπουλένια στρώματα της στοργικής οικογενειακής αγάπης στη σκληροτράχηλη πραγματικότητα της ενηλικίωσης, του διωγμού, της χυδαιότητας του κόσμου και των άκομψων κινήσεων και συναισθημάτων.
Βαθυκόκκινο σιρόπι σε κρυσταλλένια πιατάκια, δαντελλένιες αναμνήσεις μιας ιδανικής ζωής που χάθηκε στιας φλόγες του κατατρεγμού, εικόνες και λόγια που ηχούν τις νύχτες σαν εφιάλτες με αγγελικό πρόσωπο και καταστρέφουν τα όνειρα με βασανιστική σκληρότητα. Ένα γλυκό συνοδεύει την ηρωίδα του διηγήματος σε φως και σκοτάδι, στην αγάπη και στο μίσος, στην εκδίκηση και στο φόνο. Μια γλυκόξινη γεύση που στιγματίζει κάθε στάδιο της ζωή της κάνοντάς την να βιώνει την επίγεια ύπαρξή της σαν νοσηλεία σε βρώμικο νοσοκομείο όπου κάθε απόπειρα θεραπείας και διαφυγής αποδεικνύεται μάταιη και καταδικασμένη.
Πορτοκάλι για την ορφάνεια της κατοχής και του πολέμου, μια δυνατή γλυκόπικρη γεύση στα χείλη ενός μικρού κοριτσιού που είναι προορισμένο για περιπέτειες, με αλλοπρόσαλλη τροπή και αναπάντεχο τέλος. Εκκλήσεις για συμπόνια, σκηνές πείνας και στέρησης, διαμαρτυρίες μπροστά στην ερήμωση και στο άδικο, απεγνωσμένες προσπάθειες επιβίωσης, σκληρότητα και σαρκασμός, κυνισμός και εξαναγκασμός, στάχτες που ξαναγεννούν με κρυφή ειρωνία την ελπίδα για να την παραδώσουν ακολούθως στα χέρια της τραγικής μοίρας και τελικά να την θάψουν μέσα τους δια παντός.
Κρύες σκηνές αλλοτρίωσης, υλικός και συναισθηματικός μαρασμός, παιχνίδι με τα ιερά και τα όσια, ψυχολογική εξορία και εκπόρνευση, παγίδα που αντηχεί σαν κακό γέλιο στ’αυτιά μας: αυτό είναι το στίγμα του διηγήματος με τις πορτοκαλί ανταύγειες και την ακυρωτική τροπή. Μια ελπίδα που χάνεται ειρωνικά, αφήνοντας πίσω της φλούδες πορτοκάλι και δάκρυα που τσούζουν τα μάτια.
Κυδώνι σπιτικό και καλομαγειρεμένο συνοδεύει εδώ την περιγραφή της καταπίεσης και της ματαίωσης κάθε προσπάθειας για λόγο και πράξεις. Μια γεύση γνωστή και χιλιοδοκιμασμένη που σε αυτό το διήγημα χαρακτηρίζει την αποστροφή του εγώ, την επώδυνη και αργοπορημένη μεταμέλεια, τις χαμένες ευκαιρίες και την αδικία που κατακλύζει το μυαλό όταν όλα φτάσουν στο απροχώρητο. Ο ήρωας γεύεται τα πιο τρελλά όνειρα μέχρι να καταλήξει στην πιο πεζή και καταστρεπτική πραγματικότητα που εκείνα έκρυβαν.Όταν όλα δείχνουν πως τίποτα πια δεν είναι εφικτό, πως η ευτυχία, ο έρωτας, η γαλήνη πέρασαν δίπλα του χωρίς να τον αγγίξουν, μια ιδέα παρηγοριάς κι ελπίδας αχνοφαίνεται στον ορίζοντα μιας τυραννισμένης ζωής. Το παιχνίδι των γεύσεων και των απολαύσεων φαίνεται να μην έχει τελειώσει, αλλίμονο όμως, όλα αποτελούν κομμάτια μιας τραγικής ειρωνίας, ενός δραματικού σαρκασμού, ενός αλληγορικού παιχνιδιού που κάθε άλλο παρά αίσιο τέλος έμελλε να έχει. Μια ολέθρια καταστροφή πλήττει τον ήρωα που αναθάρρησε προς στιγμήν, δείχνοντάς του πως ζει σ’ ένα κόσμο οριστικά φθαρμένο και πλούσιο σε βία και σκληρότητα. Μια καταστροφή διδακτική όσο και καταλυτική που τον ακυρώνει βυθίζοντάς τον στο κενό και τη μελαγχολία της καθημερινής πραγματικότητάς του.
Καρύδι με άρωμα δάσους και σπιρτάδα πυρκαγιάς, για το πιο ερωτικό διήγημα της συλλογής. Καρπός που μαλακώνει μέσα στο ζαχαρένιο σιρόπι του και λιγώνει με την απελπιστική νοστιμιά του. Ήρωες που ποθούν, που τολμούν και που δοκιμάζουν. Ψέμματα περιπαικτικά και ερεθιστικά, διαβολικές σκέψεις και μελετημένες κινήσεις, κρυφά βλέμματα μέσα από μισόκλειστες πόρτες που έχουν τη δύναμη να παραλύουν το σώμα και το πνεύμα ακόμα και ως ανάμνηση, τραγελαφικές σκηνές εξαπάτησης και πόθου που τυφλώνει και οδηγεί στον παραλογισμό. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να απολαύσει κανείς ένα γλυκό του κουταλιού, κι ο καλύτερος αποδεικνύεται πως καταργεί το σημαντικότερο εργαλείο του, το κουτάλι. Η δύναμη των αισθήσεων καταργεί τα πάντα σαν άλωση και εμπνέει ακόμα περισσότερα σε εκείνους που έχουν μάθει να ζουν κατακτώντας. Το παιχνίδι όμως δεν σταματά παρά μόνο όταν ο κατακτητής πάρει τη θέση του κατακτημένου κι όλοι οι κανόνες ανατρέπονται αφήνοντας πίσω τους μια ανεπαίσθητη ηχώ γέλιου που παραλύει με το σαρδόνιο κεχριμπαρένιο χρώμα της και οδηγεί στα άκρα.
Περγαμόντο σαν στολίδι μέσα σε γυάλες λαμπερές και διάφανες, μικρά κομματάκια ζαχαρωτής ώχρας μέσα σε μια γλυκειά λίμνη διαθέσεων, σκέψεων, συναισθημάτων. Μια συζήτηση-αναδρομή στα περασμένα ανάμεσα σε μια νεκρή μάνα κι έναν ομοφυλόφιλο γιο που ποτέ δεν βρήκαν έναν τρόπο ειλικρινούς προσέγγισης μεταξύ τους.
Σε αυτό το διήγημα ο πουριτανισμός που συχνά βαραίνει πάνω μας απειλητικά, οι προκαταλήψεις που στερούν από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τους γύρω του ως όντα ισότιμα με αυτόν, οι ιδεοληψίες που μας εμποδίζουν να δούμε και να αγαπήσουμε τους ανθρώπους έτσι όπως τους έφτιαξε η φύση έρχονται αντιμέτωπα με μια φωνή διαμαρτυρίας που προσπαθεί να ακουστεί παντού. Κι αν κάποτε αντιστρέφονταν οι ρόλοι, γιατί να μην έπαιρναν οι κατηγορούμενοι το ρόλο του δικαστή και να δίκαζαν τα πραγματικά εγκλήματα που διαπράττει ο άνθρωπος στο όνομα της υστερικής ευταξίας και της δήθεν κανονικότητας μέσα στην οποία ζει εθελοτυφλώντας, εξαναγκάζοντας κι αδικώντας χωρίς κανένα λόγο;
Την ύστατη ώρα κανείς δεν γλιτώνει από την κρίση εκείνων που έκρινε. Όσα δεν καταλάβαμε την κατάλληλη στιγμή κάποτε θα γίνουν το κρίμα που θα μας βυθίσει στην αιώνια αδικία, στρέφοντάς την εναντίον μας. Η στέρηση αγάπης και η αμφισβήτηση της αξιοπρέπειας, ο πόνος που μπορεί να προκαλέσει μια σκληρή συμπεριφορά, η επιπολαιότητα και το οντολογικό κακό που διέπουν συχνά τη συμπεριφορά και τη σκέψη μας καθίστανται αρρώστια από την οποία απειλείται άμεσα ο άνθρωπος, και σε αυτό το διήγημα η συγγραφέας προσπαθεί να μας προφυλάξει από την κακοδαιμονία και τη σήψη της.
Τα γλυκά του κουταλιού παρουσιάζονται με συμβολικό ρόλο μέσα σε αυτό το ενδιαφέρον και με αξιώσεις βιβλίο. Η συγγραφέας κατορθώνει να μας βυθίσει σε μιαν ατμόσφαιρα νοσταλγίας κι αρμονίας ακόμη και με εποχές και σκηνές που δεν ζήσαμε ποτέ. Με προσεκτικό και λιτό ύφος, με πολυτονικό σύστημα, με σφιχτοδεμένη οικονομία και κάπως μελοδραματικό τόνο, το ρεπερτόριο των διηγημάτων της Ζαχαριάδου κατορθώνει τελικά να μας αφήσει μια ευχάριστη γεύση στο στόμα.
Το ψυχικό άλγος, το αίσθημα ασυμβατότητας με πρόσωπα και καταστάσεις, η ταύτιση με κάποια άλλα, η παραίτηση που συντελείται συχνά μπροστά στα μάτια μας παράλληλα με την πεισματική αντίσταση που συναντάμε από αυτά σε άλλες περιπτώσεις, μας βοηθούν να δανειστούμε έστω και για λίγο το πρόσωπο του κάθε ήρωα και να γλιστρήσουμε μέσα στην ιστορία του.
Το κατοπτρικό παιχνίδι που διαδραματίζεται σε κάθε διήγημα, όμοιο με προσωπική προσέγγιση των καθημερινών καταστάσεων της ζωής, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αμεσότητας και συγκίνησης η οποία καθιστά το ανάγνωσμα ισχυρό και μας καλεί να λάβουμε μέρος στο μοτίβο του.
Κλείνοντας αυτό το βιβλίο έχουμε γευτεί κουταλιές γλυκόπικρης ευτυχίας και ενδέχεται να σπαταλήσαμε και κάποια δάκρυα πάνω στις σελίδες του. Έτσι όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως φτάνοντας στην τελευταία σελίδα είδαμε την ακινησία του αδιάφορου αναγνώστη να κάμπτεται και πως ικανοποιήσαμε την ανάγκη μας για ένα καλό βιβλίο.
.
.
– Η κριτική της Μαρίας Πετρίτση: Ελένη Ζαχαριάδου: «Γλυκά του κουταλιού», Εκδόσεις Το Ροδακιό – δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του περιοδικού Στάχτες
– Άλλα κριτικά δημοσιεύματα της Μαρίας Πετρίτση εδώ
.
σύντομο ανέκδοτο: Χριστοφοράκος
27/06/2009 § Σχολιάστε

Pattern of Success
«Προέτρεψα τον πελάτη μου να πει τα ονόματα, τα ποσά και τις ημερομηνίες σε συνάρτηση με τις δωροδοκίες στην Ελλάδα» δήλωσε ο κ. Πέτερ ύστερα από τη συνάντησή του με τον «έγκλειστο του Στατενλχάιμ». «Μου ζήτησε χρόνο να το σκεφθεί. Ως την άλλη εβδομάδα θα έχει καταλήξει σε αποφάσεις».
[«Το Βήμα«]
Μ’ αρέσουν οι πεταλούδες, ιδιαίτερα οι γαλαζωπές κι οι χαλκόχρωμες, αυτές που κάνουν συντροφιά στα μυρμήγκια κάτω από τα φύλλα των φυτών και ρουφούν τα γλυκά περιττώματα της ψείρας των. Τι παράξενη φιλία αλήθεια γιατί· μην ξεχνάμε ότι οι κάμπιες της μικρής πεταλούδας εκκρίνουν από τους αδένες τους γλυκό υγρό το οποίο τα μυρμήγκια θεωρούν ιδιαιτέρως gourmand, μαζεύονται το μεσημέρι και το απολαμβάνουν οικογενειακά, σαν τους καλούς χριστιανούς οικογενειάρχες, και· σαν τέτοιοι που είναι, αποθηκεύουν και για τους κοντινούς συγγενείς τους, θέλω να πω ότι· η φιλαλληλία των μυρμηγκιών είναι παροιμιώδης, έχει περάσει στον λαϊκό μύθο. Να μην ξεχάσω να υπογραμμίσω ότι, μόλις οι πεταλούδες βγουν μέσα από τις χρυσαλλίδες, τα μυρμήγκια τις μεταφέρουν ξανά στην επιφάνεια του εδάφους.
.
.
Ε. Α. Πόου, Το Κοράκι
24/06/2009 § Σχολιάστε

Μετάφραση :
Ηλίας Πολυχρονάκης
ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,
πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,
έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,
όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—
Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».
Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,
και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλωνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.
Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου
ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ
την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —
εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.
Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,
μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούς τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.
Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.
Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.
Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».
Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.
«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,
αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,
και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,
που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —
σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.
Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκοτάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,
την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.
Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,
και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».
Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».
Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.
Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου
και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.
«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,
ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—
ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—
Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».
Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,
εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.
Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,
αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου
κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-
κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.
Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,
με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.
Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,
ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—
για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,
μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.
Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον
ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—
είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,
να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα
εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.
Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—
Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—
Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».
Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,
είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό
που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή
τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο
του Ποτέ — Ποτέ πια».
Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,
Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.
Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί,
Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί
Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή
στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο,
στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.
Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,
και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.
Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι
που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο.
«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα
Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!
Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος
είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,
Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ’ όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —
σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη – έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,
πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! – προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!
Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—
Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,
Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»
Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —
«Να επιστρέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!
Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!
Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ’ το μπούστο πάνω απ’ την πόρτα μου!
Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ’ την πόρτα μου!»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,
στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας
και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ’ την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,
και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·
και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,
δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.
[http://www.altfactor.ath.cx/library/stuff/raven.html]
#
Ο αφορμή τούτης της ανάρτησης με το γνωστό μας αγαπημένο ποίημα του Πόου, παρουσιάστηκε χτες το μεσημέρι, ένα κοράκι δίπλα στις άσπρες διαχωριστικές γραμμές ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου, στεκόταν ασυγκίνητο, ακόμα κι όταν τεράστια φορτηγά περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μία σπιθαμή μόνο, δίπλα του, αλλά και το «δικό μου» κοράκι στον κήπο, είτε υπάρχω κάνοντας δουλειές περνώντας ουσιαστικά δίπλα του, είτε όχι, η παρουσία μου το αφήνει σκανδαλωδώς αδιάφορο.
.
.
Χάσαμε μέτρο και σοβαρότητα
22/06/2009 § Σχολιάστε
Γνωστοποίηση κ. Αντώνη Σαμαρά προς σκεπτόμενους :
«Το υπέρτατο μνημείο του αρχαίου κλασικού πολιτισμού αποκτά το δικό του Μουσείο – επιτέλους! Σε δύσκολους καιρούς, οι άνθρωποι αναζητούν σύμβολα να κρατηθούν. Και η έναρξη λειτουργίας του Μουσείου Ακρόπολης είναι ένα τέτοιο σύμβολο στους σημερινούς δύσκολους καιρούς. Ενα πολιτισμικό σύμβολο που συνοψίζει ταυτόχρονα την Αισθητική του Λόγου…»
Δηλαδή ακούσαμε ότι το Μουσείο της Ακρόπολης είναι ένα πολιτισμικό σύμβολο…
Η πρέπουσα απάντηση προς τα στομφώδη του υπουργού από τον Παντελή Μπουκάλα:
«Κανένας, εκτός ίσως από τον υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος καταπώς φαίνεται, μαζί με τη σκυτάλη του Μουσείου (για να διανύσει το τελευταίο, χρονικώς μικρότερο, διάστημα μιας μακράς διαδρομής) παρέλαβε και τη σκυτάλη του στόμφου, ανέκαθεν αγαπητού στον χώρο του συγκεκριμένου υπουργείου (αρκεί να θυμηθούμε την «Πολιτιστική Ολυμπιάδα» και τη ρητορική που την είχε συνοδεύσει, γεμάτη «άξονες» και κεφαλαία αρχικά). Δηλαδή τι; Στους όντως «δύσκολους σημερινούς καιρούς, όπου οι άνθρωποι (ενδέχεται να) αναζητούν σύμβολα για να κρατηθούν», υπήρξε έστω ένας, πλην των κατά καιρούς υπουργών ή των εργολάβων και μιας μερίδας επιστημόνων που σχετίζεται με την κατασκευή, που «να κρατηθεί» από το Νέο Μουσείο και να πιστέψει ότι η δημιουργία του σφραγίζει την εποχή μας και μάλιστα σε οικουμενικό επίπεδο; Υπήρξε ένας που να αφεθεί στην πίστη ότι τώρα πια θα ξαναβγούνε τα φτερά τα πρωτινά μας τα μεγάλα; Κάτι τέτοια στομφώδη, περί ακμαίας εθνικής αυτοπεποίθησης, περί νέας αρχής και περί της Ελλάδας ως οδηγού των εθνών ακούγαμε και πέντε χρόνια πριν, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και με το Γιούρο της Πορτογαλίας (σ’ αυτά τα τρόπαια, ορισμένοι, με επικεφαλής τον τότε πρόεδρο της Βουλής, πρόσθεταν ακόμα και τον «θρίαμβο» της Ελένης Παπαρίζου στη Γιουροβίζιον).»
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενό του στην «Κ»
Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη κάποιοι που τιμούν την πένα τους και· την άφωνη δική μας αξιοπρέπεια.
.
.