κιμωλία δίχως κύκλο
Δεκεμβρίου 9th, 2010 Comments Off

σαν την ασυνέπεια των ημερολογίων, σκόρπιες δυσκίνητες σκέψεις, όπως αμήχανα παλιά ποστάλια γραμμής Δωδεκανήσου που λικνίζονταν οκνηρά μπρος στην ανεπάρκεια του λιμανιού στη θαλπωρή, δίχως δραματικές κορυφώσεις, απαλά, φυσικά, με την επιμονή και μόνο ως -καλά κρυμμένο- σύμμαχο. Η ανεπαίσθητη, η κομψή, η εν δυνάμει κινησιολογία στα όρια της στατικότητας, λικνίζεται είπαμε, κινείται. Ώρες ώρες έρχονται στο νου· σπάνιες πια, γκογκολικές φυσιογνωμίες ανθρώπων και τόπων, με κάποιο, έστω, ρομαντικό υπόστρωμα χωρίς σφιγμένες υστερίες, χωρίς υπερτιμήσεις, χωρίς αναμενόμενα κοινότοπα κρεσέντο, μια γνήσια, απλή πιστότητα έκφρασης, μια επάρκεια. Τι κι αν φαινομενικά προσφέρω την εντύπωση ότι γάντζωσα βαθιά την άγκυρα, παραμελώντας το εικαστικό μου εγώ. Μπρος μου, ο γέρος συνέχιζε να βρίσκεται καθιστός στο ξύλινο παγκάκι απέναντι από τον ναό του Προφήτη Ηλία, το αχνό χαμόγελό του δεν έχει ακόμα διαγραφεί από την εντύπωση, τον θαυμασμό, που του προκάλεσαν τα δύο περήφανα πορφυρά άτια που προ ολίγου, ανεβοκατέβαιναν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια αμέσως μετά την δημόσια ιεροτελεστία, μόνο που τώρα το καπέλο του ήταν αφημένο πάνω στις τσαλακωμένες εφημερίδες στο χώρο πλάι του, γεγονός πρωτοφανές. Στο νου μου, χρόνια τώρα, έχω ταυτίσει τη φιγούρα, την φυσιογνωμία του με καπέλο, από τότε που νέος ακόμη, όταν ανταλλάσσαμε τον καθιερωμένο μας χαιρετισμό, ένα πρωινό καλημέρα, καθώς περνούσα με κατεύθυνση την Πραξιτέλους. Τέτοιες μικρές αλλαγές γενικότερα δεν θα έπρεπε να προκαλούν εντύπωση, όμως μία πόλη κρύβει πολλά περισσότερα από τουριστικά αξιοθέατα, κι εγώ που ζω μέσω της παρατήρησης, μου διέφυγε η ουσία. Στο μαύρο καπέλο του γέρου, υπήρχε γραμμένη, με άσπρη κιμωλία η λέξη, Τέλος.
.
.
photo© Andre Kertesz, 1962 (detail)
παραμιλητά
Δεκεμβρίου 8th, 2010 Comments Off

Προσφέρουν καταφύγιο και λύτρωση, εξαιρετικά δυσεύρετα. Κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι. Στο μεταξύ διάστημα του ενός χεριού στο άλλο· χτίζονται ακατάπαυστα απεριόριστοι χώροι στεναγμών, δηλαδή το τελευταίο χέρι-παραλήπτης έχει στη κατοχή του λίγο παραπάνω περιεχόμενο από το προηγούμενο χέρι-παραλήπτη και πάει λέγοντας. Προϋπόθεση: όλες οι χρηστικής σημασίας λέξεις των κειμένων θα πρέπει να έχουν δυνατότητες μετάπλασης σε εικόνες, τυχόν απουσία αυτής της προϋπόθεσης οι τραγικές συνέπειες θα ήταν ανυπολόγιστες με πιθανό αποτέλεσμα την Άμεση διακοπή της δημιουργικής αλυσίδας, μαρασμός και υποβίβαση των λέξεων στο χώρο της απλής αναπαράστασης.
Δύσκολοι καιροί για παραμιλητά. Ξεφεύγουν παγωμένα.
.
.
photo©Harry Callahan, 1984
βιογραφικό πριονισμένου δέντρου
Δεκεμβρίου 7th, 2010 Comments Off
Η χώρα. Οι σκιές που την κατοικούν. Οι λίγοι αιρεσιάρχες της Uqbar(*) βλέπουν την ατέρμονη χειμέρια νάρκη· ζουν ανήμποροι να αντιδράσουν, κολυμπούν υποχρεωτικά μέσ’ την πλεονάζουσα σούπα των θεωρητικών της ένδειας, της μη ενεργής ασκήσεως στα μηνύματα, στα μήντια, παντού. Το ιδεολογικοποιημένο σκουπίδι, ο αμοραλισμός προβάλει σαν ευφυΐα, από κάτω προσκυνούν ατέλειωτοι θαυμαστές. Οι αντιστροφές καλπάζουν γιγαντώνονται, προβάλλονται. Ξεφυλλίζεται μια εικονογραφημένη πραγματικότητα δίπλα σε στοίβες ορατών κι αοράτων σκουπιδιών και· πάνω-πάνω έντεχνα προβάλλουν οι υπέρτατες αξίες της Αναγνωρισιμότητας, αυτές ρυθμίζουν και ρυθμίζονται μέσω του Μέσου. Όλα θυμίζουν βιογραφικό πριονισμένου δέντρου.
Ο Χόρχε του κάκου επιμένει: «Κλασικό είναι το παράδειγμα με το κατώφλι που υπήρχε μόνο όσον καιρό καθόταν εκεί ένας ζητιάνος, κι εξαφανίστηκε όταν ο ζητιάνος πέθανε. Συχνά, λίγα πουλιά ή ένα άλογο έσωσαν τα ερείπια ενός αμφιθεάτρου.»(**)
.
.
.
(*)Uqbar, χώρα του πλανήτη Tlön, από τις «Μυθοπλασίες» του Χόρχε Λούις Μπόρχες, μετάφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία.
(**) απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο
.
.
photo©Vito Acconci, 1969
Τέλλος Άγρας
Δεκεμβρίου 7th, 2010 § 1 σχόλιο
ποιημα ερωτικο

Animula vagula, blandula,
hospes, comesque corporis,
qua nunc abibis in loca?
Pallidula, rigida, nudula,
nec, ut soles, dabis jocos.
ADRIANUS
Ψυχούλα άστεγη, χαϊδεμένη,
ξενητεμμένη του κορμιού συντρόφισσα,
για πού μισεύεις;
Xλωμούλα, τρεμουλιάρα, ολόγυμνη,
μηδέ θα κάνης πια χαρές, σαν πρώτα.
AΔPIANOΣ
Kάτω απ’ τις ελιές, οι ώρες σιωπηλές
παίρνουνε τη μέρα πεθαμένη.
Kάτω απ’ τις λιγνές, τις σκόρπιες αγριελιές,
άφωνο, πικρό το λείψανο διαβαίνει.
Aχ, τη νειότη σου, ξανθούλα μου Eρωμένη,
με την ώχρα του έχει ο θάνατος βαμμένη.
Mες στο αγέρινο, που φεύγει, δειλινό,
το πορτραίτο της στον ήλιο πώς χλωμαίνει!
Σύρε! Στη ζωήν ακόμη ν’ αγρυπνώ
– έτσι μούμελλεν, αγάπη σταυρωμένη!
Ξέβγαλαν τη Mέρα πεθαμένη.
Mας εχώρισαν, χλωμούλα μου ερωμένη!
K’ είν’ η νύχτα πια, που μαρτυρικιά,
γνώριμη, χωρίς μυστήριο, βασιλεύει…
K’ είν’ η νύχτα πια, που κρύα και πληχτικιά,
στα βαθειά, βαθειά μου δυναστεύει.
Άκου: σιγανά παραμιλεί ένα φύλλο!
Kάποιο φως μαβύ γλυστρά απ’ τα μονοπάτια.
Ώ ψυχή μου, ώ σφάλισε τα μάτια!
.
.
.
Eπιλογή απ’ τα Ποιήματα, Eρμής 1996
