παραμιλητά
08/12/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο παραμιλητά

Προσφέρουν καταφύγιο και λύτρωση, εξαιρετικά δυσεύρετα. Κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι. Στο μεταξύ διάστημα του ενός χεριού στο άλλο· χτίζονται ακατάπαυστα απεριόριστοι χώροι στεναγμών, δηλαδή το τελευταίο χέρι-παραλήπτης έχει στη κατοχή του λίγο παραπάνω περιεχόμενο από το προηγούμενο χέρι-παραλήπτη και πάει λέγοντας. Προϋπόθεση: όλες οι χρηστικής σημασίας λέξεις των κειμένων θα πρέπει να έχουν δυνατότητες μετάπλασης σε εικόνες, τυχόν απουσία αυτής της προϋπόθεσης οι τραγικές συνέπειες θα ήταν ανυπολόγιστες με πιθανό αποτέλεσμα την Άμεση διακοπή της δημιουργικής αλυσίδας, μαρασμός και υποβίβαση των λέξεων στο χώρο της απλής αναπαράστασης.
Δύσκολοι καιροί για παραμιλητά. Ξεφεύγουν παγωμένα.
.
.
photo©Harry Callahan, 1984
βιογραφικό πριονισμένου δέντρου
07/12/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βιογραφικό πριονισμένου δέντρου
Η χώρα. Οι σκιές που την κατοικούν. Οι λίγοι αιρεσιάρχες της Uqbar(*) βλέπουν την ατέρμονη χειμέρια νάρκη· ζουν ανήμποροι να αντιδράσουν, κολυμπούν υποχρεωτικά μέσ’ την πλεονάζουσα σούπα των θεωρητικών της ένδειας, της μη ενεργής ασκήσεως στα μηνύματα, στα μήντια, παντού. Το ιδεολογικοποιημένο σκουπίδι, ο αμοραλισμός προβάλει σαν ευφυΐα, από κάτω προσκυνούν ατέλειωτοι θαυμαστές. Οι αντιστροφές καλπάζουν γιγαντώνονται, προβάλλονται. Ξεφυλλίζεται μια εικονογραφημένη πραγματικότητα δίπλα σε στοίβες ορατών κι αοράτων σκουπιδιών και· πάνω-πάνω έντεχνα προβάλλουν οι υπέρτατες αξίες της Αναγνωρισιμότητας, αυτές ρυθμίζουν και ρυθμίζονται μέσω του Μέσου. Όλα θυμίζουν βιογραφικό πριονισμένου δέντρου.
Ο Χόρχε του κάκου επιμένει: «Κλασικό είναι το παράδειγμα με το κατώφλι που υπήρχε μόνο όσον καιρό καθόταν εκεί ένας ζητιάνος, κι εξαφανίστηκε όταν ο ζητιάνος πέθανε. Συχνά, λίγα πουλιά ή ένα άλογο έσωσαν τα ερείπια ενός αμφιθεάτρου.»(**)
.
.
.
(*)Uqbar, χώρα του πλανήτη Tlön, από τις «Μυθοπλασίες» του Χόρχε Λούις Μπόρχες, μετάφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία.
(**) απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο
.
.
photo©Vito Acconci, 1969
Τέλλος Άγρας
07/12/2010 § Σχολιάστε
ποιημα ερωτικο

Animula vagula, blandula,
hospes, comesque corporis,
qua nunc abibis in loca?
Pallidula, rigida, nudula,
nec, ut soles, dabis jocos.
ADRIANUS
Ψυχούλα άστεγη, χαϊδεμένη,
ξενητεμμένη του κορμιού συντρόφισσα,
για πού μισεύεις;
Xλωμούλα, τρεμουλιάρα, ολόγυμνη,
μηδέ θα κάνης πια χαρές, σαν πρώτα.
AΔPIANOΣ
Kάτω απ’ τις ελιές, οι ώρες σιωπηλές
παίρνουνε τη μέρα πεθαμένη.
Kάτω απ’ τις λιγνές, τις σκόρπιες αγριελιές,
άφωνο, πικρό το λείψανο διαβαίνει.
Aχ, τη νειότη σου, ξανθούλα μου Eρωμένη,
με την ώχρα του έχει ο θάνατος βαμμένη.
Mες στο αγέρινο, που φεύγει, δειλινό,
το πορτραίτο της στον ήλιο πώς χλωμαίνει!
Σύρε! Στη ζωήν ακόμη ν’ αγρυπνώ
– έτσι μούμελλεν, αγάπη σταυρωμένη!
Ξέβγαλαν τη Mέρα πεθαμένη.
Mας εχώρισαν, χλωμούλα μου ερωμένη!
K’ είν’ η νύχτα πια, που μαρτυρικιά,
γνώριμη, χωρίς μυστήριο, βασιλεύει…
K’ είν’ η νύχτα πια, που κρύα και πληχτικιά,
στα βαθειά, βαθειά μου δυναστεύει.
Άκου: σιγανά παραμιλεί ένα φύλλο!
Kάποιο φως μαβύ γλυστρά απ’ τα μονοπάτια.
Ώ ψυχή μου, ώ σφάλισε τα μάτια!
.
.
.
Eπιλογή απ’ τα Ποιήματα, Eρμής 1996
