Γιώργος Μίχος, Θύλακες
15/04/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Μίχος, Θύλακες
κωνοφόρα δεν ταιριάζουν στον τάφο μου
14/04/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κωνοφόρα δεν ταιριάζουν στον τάφο μου

Abraxas grossulariata και λεπτομέρεια από την ελαιογραφία-πορτρέτο (1816) του Γκόγια της δούκισσας ντ’ Αβραντές. © 2006 Museo Nacional del Prado, Madrid
Αβράξας ή αβραξάς. Λεπιδόπτερον (πεταλούδα) της οικογένειας των φαλαινιδών. Το γένος αυτό περιλαμβάνει πολλά είδη με περίεργα ονόματα, όπως πάνθηρ, αρλεκίνος, μουμπάρακ, καντάφι και ένα σωρό άλλα τοπογραφικά σχέδια πεταμένα στο τραπέζι (κι ουχί καρφιτσωμένα στο τοίχο) των επιχειρήσεων, τα κεφάλια γερμένα προς τα τοπογραφικά, φταρνίζονται συντονισμένα, ένα κομμάτι σοβά πέφτει με θόρυβο στο πάτωμα κι η σκόνη δημιουργεί ποικίλες αλλεργίες, ερεθίσματα στη μύτη και στους πνεύμονες. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναζητείται το τραγικό: βλαστημώντας. Τα κεφάλια είπαμε, είναι γερμένα πάνω στο τραγικό τραπέζι, εκεί βρίσκουμε έναν άλλον όρο, ονόματι κι αυτός Αβρασάξ (abraxas), λέξη μαγική, χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα υπό του Γνωστικού Βασιλείδου, κατοίκου Αλεξανδρείας περί τα τέλη του πρώτου μέχρι τα μέσα του δεύτερου μ.Χ. αιώνα όπου φημολογείται ότι με αρκετούς πιστούς και συνεργάτες του, σε μία έκτακτη θρησκειοφιλοσοφική σύσκεψη αποφάνθηκε ότι το σύμπαν αποτελείται από τριακόσιους εξήντα πέντε κόσμους, οι οποίοι δημιουργήθηκαν αλληλοδιαδόχως «ο είς από τον άλλον» (Codex Elixirii Alexandrinus MCXXI σελ. 564). Η λέξη ευρίσκετο χαραγμένη σε μικρά κατάμαυρα βότσαλα φερμένα από το ηφαίστειο Ψαρώνας της Χίου, το ηφαίστειο θεωρούνταν στους ελληνιστικούς χρόνους ιερό, σήμερα τα κατάμαυρα αυτά βότσαλα έχουν σκεπάσει ολόκληρη την παραλία Μαύρα Βόλια του νησιού, τότε τα φορούσαν οι μαθητές, οι πιστοί του Μέγα Γνωστικού Βασειλίδου. Επί της άλλης όψης του βότσαλου υπήρχαν χαραγμένα μυστηριώδη σύμβολα ανθρωπίνων σωμάτων και κεφαλές διαφόρων αλλόκοτων ζώων, πλασμάτων, ονόματα θεών, πνευμάτων και καβαλιστικών συμβόλων.
Στις μέρες μας έφτασε μόνο ένας ασαφής απόηχος εκείνης της ιστορικής περιόδου, μιας εποχής ταραγμένης, θρησκευτικών παθών, στο μεταίχμιο μεγάλων ιστορικών μεταβάσεων και συγχωνεύσεων παλαιών δοξασιών στην ιδέα του Ενός, του Μοναδικού Θεού της πρώτης χριστιανικής περιόδου. Εκεί· στη συνάντηση των κατάμαυρων βότσαλων με τη λέξη Αβρασάξ, τότε διεπράχθη η μεγάλη ιστορική Οικειοποίηση κι Ανταλλαγή συμβόλων της μίας θρησκείας προς την άλλην, η οποία αργότερα, μετά δύο –τρεις περίπου αιώνες, επισημοποιήθηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α’ στη Α’ Οικουμενική Σύνοδο παρουσία μεγάλων ιερέων, διδασκάλων, αγίων και προφητών.
Εύλογα αναρωτιέται κανείς, τι κοινό θα μπορούσε να έχει το Αβράξας, ένα λεπιδόπτερο της οικογένειας των φαλαινιδών, με τη μαγική λέξη Αβρασάξ. Απάντηση δεν θα μπορούσε να δοθεί ευθέως, θα περιοριστώ να υπογραμμίσω μόνο κάτι ευρέως γνωστό τότε, στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, που σήμερα απολαμβάνει τη λήθη του χρόνου: Ο κυριότερος εκπρόσωπος των Αβράξας (abraxas grossurlariata) είναι έντομο βλαβερό, προσβάλει αποκλειστικά οπωροφόρα δέντρα· με μία περίεργη εξαίρεση που από τότε έως τα σήμερα, έχει αναστατώσει την επιστημονική κοινότητα: Το βλαβερό αυτό λεπιδόπτερο προσέβαλε και συνεχίζει να προσβάλει (από τον 19ο αιώνα) και κωνοφόρα δέντρα της οικογένειας των Κυπαρισσοειδών (Cupressaceae), συγκεκριμένα: πλάι σε δύο συγκεκριμένων ανθρώπων, την έσχατη κατοικία. Στο νεκροταφείο Περ-Λασαίζ (Père Lachaise) στο Παρίσι.
Η μία περίπτωση είναι ο τάφος της δούκισσας ντ’ Αβραντές.
Είναι γνωστή η χαρακτηριστική περίπτωση της Λάουρα Σαιν-Μαρτέν Περμόν, γνωστή ως δούκισσα ντ’ Αβραντές, μία μεγάλη μυθιστορηματική μορφή. Το όνομά της συνδέθηκε στενά με την ταραχώδη ναπολεόντεια εποχή της Γαλλίας, κόρη του Γάλλου Περόν και της ελληνίδας Πανώριας Κομνηνού, η οικογένεια της οποίας διεκδίκησε και πέτυχε εν μέρει να της αναγνωριστούν οι τίτλοι καταγωγής από τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών.
Η άλλη περίπτωση είναι ο τάφος του Βίκτωρος Ουγκώ.
Η διοίκηση του νεκροταφείο σε συνεργασία με επιφανείς ειδικούς επιστήμονες, εδώ και περίπου διακόσια χρόνια, προσπαθούν ματαίως, κάνοντας ότι είναι δυνατόν, φυτεύοντας επανειλημμένως και ανεπιτυχώς κωνοφόρα δέντρα κοντά ή πλάι στους δύο τάφους: Της δούκισσας ντ’ Αβραντές και του Βίκτωρος Ουγκώ.
Μυστήριο παραμένει το γεγονός, ότι –να το υπογραμμίσω και πάλι- σε ολόκληρον τον πλανήτη, ο εκπρόσωπος των Αβράξας (abraxas grossurlariata), το βλαβερό αυτό λεπιδόπτερο προσβάλει αποκλειστικά οπωροφόρα δέντρα… εκτός από την περιοχή πέριξ των δύο τάφων που προαναφέραμε, στο νεκροταφείο Περ-Λασαίζ, εκεί το λεπιδόπτερο βλάπτει μόνο κωνοφόρα…
Υπάρχει βεβαίως ένα στοιχείο που δεν μπορεί εύκολα να λεχθεί, δεν θα τολμούσα να το συνδέσω με την αλλόκοτη συμπεριφορά των εκπροσώπων των abraxas grossurlariata, η ποίηση, όπως και να τη θεωρήσει κανείς, δεν αναλύεται μέσω βιολογικών εργαστηρίων.
Μετά την Παλινόρθωση η δούκισσα ντ’ Αβραντές περιήλθε «εις μεγίστην ένδειαν αλλά και περιφρόνησιν, η δε κυβέρνησις του Λουδοβίκου – Φιλίππου έφθασε μέχρι του σημείου να αρνηθή να παραχωρήση τάφον προς ταφήν της εις το νεκροταφείον Περ-Λασαίζ των Παρισίων. Την συμπεριφοράν αυτή της κυβερνήσεως εκαυτηρίασεν ο Βίκτωρ Ουγκώ εις το ποίημά του “Ακτίνες και Σκιαί”».[*]
Η ντ’ Αβραντές πέθανε το 1838 στη γαλλική πρωτεύουσα, επάνω δε στον τάφο της, βρίσκεται χαραγμένη η φράση: «Ενθάδε κείται η Κομνηνού, δούκισσα ντ’ Αβραντές».
.
.
.
______________
[*] Βίκτωρ Ουγκώ, «Ακτίνες και Σκιές» – Les Rayons et les ombres, 1840, στο πρωτότυπο εδώ.
Μαρσέλ Προυστ: τυχαία αποσπάσματα (7)
12/04/2011 § Σχολιάστε

"Από τη μεριά του Σουάν", μέρος των χειρογράφων
«Το πρόσωπο του Λεγκραντέν είχε μιαν έκφραση καταπληκτικής ζωντάνιας και προθυμίας• έκανε μια βαθειά υπόκλιση με μια δεύτερη κλίση προς τα πίσω, που έφερε ξαφνικά την πλάτη του πέρα απ’ τη στάση της εκκίνησής της, χαιρετισμός που θα ‘πρεπε να του είχε μάθει ο σύζυγος της αδελφής του, της κυρίας ντε Καμπρεμέρ. Αυτή η απότομη ανόρθωση έκανε να κινηθούν με κάποιον ορμητικό και μυώδη κυματισμό τα οπίσθια του Λεγκραντέν, που δεν φανταζόμουν πως ήταν τόσο κρεατωμένα• και δεν ξέρω γιατί, αυτός ο καθαρά υλικός κυματισμός, αυτή η κίνηση η καθαρά σαρκική, χωρίς έκφραση πνευματικότητας και που μια βιασύνη γεμάτη μικροπρέπεια την τόνιζε υπέρμετρα, ξύπνησε ξαφνικά μέσα μου τη σκέψη πως ήταν δυνατό να υπάρχει ένας Λεγκραντέν ολότελα διαφορετικός απ’ αυτόν που γνωρίζαμε.»
.
«Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.
.
Ούγκο Φόσκολο
12/04/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ούγκο Φόσκολο
Διονύσης Ν. Μουσμούτης, Ούγκο Φόσκολο, εκδόσεις Τρίμορφο
Ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα
«Του κάκου Φράγκο θέλουν να σε κάμουνε / που είσ’ Έλληνας τα Μνήματα φωνάζουνε», γράφει ο Αντώνιος Μαρτελάος στο επίγραμμα που αφιέρωσε στον Ούγκο Φόσκολο, υπαινισσόμενος το καθαρά ελληνικής έμπνευσης έργο του I sepolcri. Αλήθεια, τι ήταν εντέλει αυτός που το έργο του αναδείχθηκε σε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των νεότερων ιταλικών γραμμάτων; Είναι σαφές ότι ο Φόσκολο δεν λησμόνησε ποτέ τη γενέθλια γη, ούτε σταμάτησε ποτέ να έχει τη σκέψη του στην Ελλάδα• και δεν εννοώ μόνο ότι άντλησε ποιητική έμπνευση από την Ελλάδα, όπως αυτή εκφράζεται στο αφιερωμένο στη γενέθλια γη της Ζακύνθου σονέτο του «No piú mai toccherò le sacre sponde», αλλά και ενεπλάκη με τον τρόπο του στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Και τούτο, μολονότι επέλεξε συνειδητά να εκφραστεί στην ιταλική γλώσσα.
Μετά τον θάνατο του, οι μεταγενέστεροι του προσέδωσαν μια καθαρά ιταλική ταυτότητα, που επισκίασε τις ελληνικές του ρίζες: η εικόνα του έγινε περισσότερο ιταλική απ’ όσο Ιταλός υπήρξε ο ίδιος. Σε τούτο ίσως να συνέτεινε και η αναβλητικότητα των Ελλήνων, που αργοπορημένα σκέφτηκαν να ζητήσουν τη μετακομιδή των οστών του από την Αγγλία όταν ήδη τα είχαν πάρει οι Ιταλοί. Ακόμα και το σπίτι του στη Ζάκυνθο, τελευταία στιγμή γλίτωσε από την κατεδάφιση• αγοράστηκε το 1886 από τον Δήμο Ζακυνθίων, στεγάζοντας μέχρι την καταστροφή του από βομβαρδισμό το 1940 τη Φωσκολιανή Βιβλιοθήκη.
Περισσότερα στο ΣτάχτεςBlog
