«ένα γέλιο θα τους θάψει»

17/10/2011 § Σχολιάστε

Η μηχανή του σαρκασμού

Toυ Παντελη Μπουκαλα

Στεκόταν στην ουρά ένας φίλος μου, σε τράπεζα ήταν, σε εφορία ή σε κατάστημα του ΙΚΑ, δεν καλοθυμάμαι. Κι ενώ η μουρμούρα για το «διαλυμένο κράτος» και τους «τεμπέληδες υπαλλήλους» είχε αρχίσει να διεκδικεί τα δικαιώματά της, ακούστηκε ήχος κινητού. Ενας ήχος που με την πρωτοτυπία του λειτούργησε κατευναστικά. Ακούστηκαν πρώτα δυο-τρεις νότες κι ύστερα η φωνή του Γιώργου Παπανδρέου να διαβεβαιώνει: «Λεφτά υπάρχουν!». Μία φορά, δύο, τρεις. Στράφηκαν όλοι προς τον αποδέκτη της κλήσης και, έκπληξη πάνω στην έκπληξη, είδαν ότι το κινητό ανήκε σε γερόντισσα, όχι τόσο γερόντισσα ώστε να περνάει εκτός σειράς, πάντως προχωρημένης ηλικίας. Και μεμιάς τούς πήραν τα γέλια. Ολους. Και τους προσωρινά ανακουφισμένους υπαλλήλους.

Να κατέχει η κυρία μας από νέες τεχνολογίες δεν φαίνεται πιθανό. Κάποιο ξεφτέρι εγγόνι θα έβαλε την τεχνογνωσία και η ίδια πρόσφερε τη βιοσοφία, που για να δημιουργηθεί χρειάστηκε, δεκαετία τη δεκαετία, να καταπιεί και να προσπεράσει δεκάδες χαρμόσυνες εξαγγελίες που αθροιζόμενες κατέληξαν σε κάτι παραπάνω από το μηδέν. Το μήνυμα του κινητού της, πάντως, «Λεφτά υπάρχουν!», δεν ενόχλησε κανέναν από τους είκοσι ανθρώπους που αποτελούσαν το λιλιπούτειο δημοσκοπικό σώμα της ουράς. Γέλασαν όλοι, και οι πράσινοι που μάλλον βρίσκονταν ανάμεσά τους. Με το ήρεμο γέλιο όσων πρώτα αυτοσαρκάζονται κι έπειτα σαρκάζουν, πρώτα αυτοσιχτιρίζονται κι ύστερα αναθεματίζουν.

Ηρεμες ήταν και οι προτάσεις που ακούστηκαν μετά τη γελωτοθεραπεία και τα συγχαρητήρια στην ιδιοκτήτρια του κινητού, που πέρασε βέβαια πρώτη στο ταμείο, τιμής ένεκεν. «Να βάλουμε στα κινητά μας και τον άλλον, με το “Σεμνά και ταπεινά”», είπε ο ένας. «Και το “άλλο μείγμα”», πρόσθεσε ένας τρίτος, εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο. Δίχως καμία όρεξη τσακωμού και κομματικού φανατισμού. Περιέλαβαν, άλλωστε, τους πάντες με τη μηχανή του σαρκασμού τους.

«Ενα γέλιο θα τους θάψει», μονολόγησε ο φίλος μου, έμπειρος κι αυτός της ζωής και φανατικός αναγνώστης επιτοίχιων συνθημάτων, κι έφυγε δίχως να κάνει τη δουλειά του. Είχε ξεχάσει, άλλωστε, για ποιο λόγο πήγε στο κατάστημα.

Καθημερινή«]

μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή

14/10/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή

Στις κορυφές της λογικής
όπου η λογική αναδίνει
μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή
η ανοιχτή πληγή της σκέψης μου
επουλώνεται

Λευτέρης Πούλιος

Ακόμα μια φορά οι γενικότητες του Ζίζεκ βρήκαν κατάλληλο, θολό τοπίο στο Αμέρικα  / ύμνοι των αφελών προς τον μέγα του Μαρξ αναλυτή / περάσματα δίχως κόστος / με το «η βία θέλει βία» διότι «οι άνθρωποι είναι πέτρες», ο ποιητής ο Πούλιος δεν χάιδεψε ανέξοδα ανθρώπινα κοιτάσματα / οι λέξεις βλέπουν / που ο στόχος / που ο λιτός ο λόγος / όλοι αγανακτισμένοι  / τραγούδια κιθάρες φυσαρμόνικες κινούν συναισθήματα / συμφωνώ / κάθε κλειστό κλείνεται στο σκοτάδι· κάθε ανοιχτό ανοίγει παράθυρο στο φως / αυτό, ξεχνιέται / κι η πόλη σου άσχημη / κι ο χρόνος χρεώνει / κι οι νόμοι γράφονται δίχως θαλπωρή / νόμοι ξαναγράφονται / που η αγανάκτηση για πλαστικές παραλίες, που  κρύβεις τέτοιες διαμαρτυρίες / μπερδεμένος, εθισμένος και· που η αγανάκτηση στις δοσοληψίες / πως βάζεις όρια στη ρητορεία, στην επιτηδευμένη αφήγηση που αβιάστως υιοθετείς / «Να η Ελλάδα: ΚΑΓΧΑΣΤΕ! / Βλέπει όνειρα γεροντοκόρης στο χαυνωτικό της / ύπνο, αφημένη σε ασελγή και βέβηλα δάχτυλα» / κι αυτά ο Πούλιος / πόσο παρήγορο το «γνωρίζω»  / πόσο παρήγορη η επίγνωση της ανεπάρκειας…

.

.

.

Photo© Arthur Bell,1969

 

«βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό»

12/10/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό»

Μία άποψη, του Δημήτρη Δανίκα

«Μίμης»

Αγαπητέ Μίμη.
Διαφωνώ με το χτεσινό σου «γράμμα σε σκεπτόμενο πολίτη». Και το εξηγώ. Με εργαλείο το ένστικτό μου και όχι με την δική σου ιδιαίτερη επεξεργασμένη πολιτική σκέψη. Με την αφή και όχι με το μυαλό. Γιατί αν η επεξεργασμένη σκέψη και η ευγλωττία των ελλήνων πολιτικών ήταν και είναι εκείνα τα «μέσα» που μας έσπρωξαν στον γκρεμό, τότε «συμφορά από το πολύ μυαλό». Οπως και ο τίτλος παλιού ρωσικού θεατρικού έργου που είχε ανεβάσει ο Λευτέρης Βογιατζής πριν από καιρό. Γιατί από το πολύ μυαλό μπήκαμε με θριαμβολογίες στην ευρωζώνη των ισχυρών. Ξεβράκωτοι από βιομηχανία. Ρακένδυτοι από ανταγωνισμό. Ξυπόλητοι από στοιχειώδη σύγχρονη ευρωπαϊκή κουλτούρα. Οπως θα έχεις αντιληφθεί, με κάθε δείκτη Βρυξελλών, η απόσταση που χωρίζει την ημιτριτοκοσμική Ελλάδα από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα είναι τόση όσο απέχει η Γη από τον ουρανό. Γιατί από το πολύ παμπόνηρο μυαλό φορτώσαμε το Δημόσιο με πελατειακό σύστημα δικομματικό. Γιατί με τάχα μου επαναστατικό μυαλό και μάλιστα κομμουνιστικό, όπως εσύ κι εγώ, βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό. Γιατί με το ίδιο πάλι αριστερό μυαλό κάθε αίτημα εργατικό είναι ιερό. Ετσι με το ίδιο μυαλό διαπράτταμε τον εξής τερατικό συμψηφισμό: Ο προλετάριος της βιομηχανίας και ο εργατοϋπάλληλος της ιδιωτικής οικονομίας το ίδιο και αυτό με τον δημόσιο λαμόγιο το αραχτό. Πλαστογράφοι του μαρξισμού με πολύ μυαλό. Γιατί αντί να προωθήσουμε και να διαδώσουμε με κάθε τρόπο την στοιχειώδη υποχρέωση του καθενός να δηλώνει τα εισοδήματά του και να πληρώνει την εφορία, εμείς αθωώναμε εκατοντάδες χιλιάδες κοπρίτες και απατεώνες που κατακλέβοντας τον δημόσιο κορβανά έκαναν πάρτι σε βάρος κάθε μισθοσυντήρητου και σκληρά εργαζόμενου πολίτη. Γιατί τώρα με το ίδιο πολύ μυαλό, προσπερνάς την προσωπική ευθύνη του καθενός. Γιατί με τα ευρωομόλογα να ξεγλιστρήσουμε από το κακό. Που σημαίνει η οικονομία της Γερμανίας και την Ελλάδας στο ίδιο ταμείο και στην συνέχεια το σύνολο να διαιρεθεί κι έτσι η ισχυρότερη οικονομία να κοντύνει στο ύψος το ελληνικό. Ετσι με το δικό σου επεξεργασμένο πολιτικό μυαλό, καταλήγεις στην γνωστή διπλή επωδό. Από τη μια, για όλα φταίνε οι ξένοι για το κατάντημα το ελληνικό. Από την άλλη σωτηρία για την ελληνική οικονομία πάλι από την Ευρώπη των γαλλογερμανών. Τουτέστιν προστασία. Τουτέστιν εξάρτηση. Τουτέστιν νεοελληνική πονηριά. Τουτέστιν μετά απ’ όλα αυτά και άλλα πολλά που πρόκειται να μας βαρέσουν κατακούτελα στο μέλλον το κοντινό, από το πολύ μυαλό καταλήγουμε στο εξής ρητό: Αλλαξε ο Μίμης και φόρεσε τα ρούχα του αλλιώς!

[©Δημήτρης Δανίκας. «Το Βήμα»]

photo© Paul D’Amato, 1990

(sans) JOBS

07/10/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο (sans) JOBS

Από το facebook, προφανώς από κάποιον ανώνυμο, υπέροχο καλλιτέχνη της ζωής…

Where Am I?

You are currently viewing the archives for Οκτώβριος, 2011 at αγριμολογος.