[βάλτος·

12/05/2017 § Σχολιάστε

Λέξις ξένη, απαντώσα εις την ελληνικήν από του 8ου μ. Χ. αιώνος υπό τους τύπου: βάλτον και βάλται

Βάλτος σημαίνει έλος, τέλμα, τέναγος. Βαλτοθάλασσα = παραθαλάσσιον έλος συνεχόμενον με την θάλασσαν. Βαλτότοπος και βαλτοτόπος τα ελώδη μέρη, βαλτόνερα δέ και βαλτονέρια τα στάσιμα και βρώμικα νερά των έλων. Βαλτολίμνη = αβαθής τεναγώδης λίμνη. Βαλτόχορτα, τα φυτά τα φυόμενα εις έλη και ειδικώς ο μικρόφυλλος της οικογένειας των σκιαδιοφόρων. Το ρήμα βαλτώνω σημαίνει γίνομαι τέλμα, αποτελματούμαι. Μεταφορικώς, μένω στάσιμος και κατ’ επέκτασιν περιπίπτω εις αδιέξοδον: «Είμαι βαλτωμένος και δεν ξέρω τι να κάμω». Η πράξις και η κατάστασις του βαλτωμένου: βάλτωμα.

[Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ήλιου», +/- 1950]

Σημείωση προς αποφυγή παρεξηγήσεως: Η επιλογή του λήμματος είναι τυχαία…

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [βάλτος· at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: