[η χαροκόπα θυγατέρα του Κωστή Παλαμά ·

01/05/2018 § Σχολιάστε

Κωστής Παλαμάς,
Μπήκε ο Μάης
15 Χρόνια Στάχτες

1.5.15

fav-3

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,
στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,
μεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει
το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε μια τριγύρω νερομάννα,
γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”

*

[Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας» από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»

Από την Πρωτομαγιά του 2015 στις Στάχτες

[γεύση της πόλης μιλημένη στον άνεμο·

18/04/2018 § Σχολιάστε

Του Alfonso Gatto, μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής
15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Απριλίου, 2016

©Chiara Banfi/Fiume 15 da série Achates, 2015/Silvia Cintra + Box 4/Mixed Media/Agate, lined paper and freijó/Miami Beach 2015

ΤΗΝ ΑΥΓΗ
Όπως η γυναίκα βυθίζεται και λέει έλα
μέσα όλο πιο μέσα όπου πλαταίνει η θάλασσα
Όπως η γυναίκα είναι θερμή και λέει έλα
μέσα όλο πιο μέσα όπου ψωμί έχει ζεστό
εσύ να της λες τη θάλασσα θα θέλαμε ψωμί
τη γυναίκα την αποκαμωμένη που μας πήρε την αυγή
στον κόρφο της και ύπνο μας ετάισε.
ΠΟΙΗΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ
Του καλοκαιριού τις νύχτες τις μεγάλες
που δεν κινείται τίποτα πιο πέρα
από το φωτεινό φίλτρο των φιλιών, η όψη σου
είναι όνειρο στα χέρια τα δικά μου.
Αλαργινή σαν τα μάτια σου
ήρθες εδώ από τη θάλασσα,
από τον άνεμο που ταιριάζει στην ψυχή.
Και φιλάς, φιλάς με πάθος, με πάθος,
ώσπου στεγνό το στόμα
σαν τη νύχτα μένει μισάνοιχτο
να πάει μακριά με την ανάσα σου.
Ζεις τώρα, ζεις
το όνειρο που υπάρχει και που ’ναι αληθινό.
Χρόνια σ’ έψαχνα, χρόνια.
Και σε σφίγγω για να σου πω πως τα όνειρα
σαν την όψη σου είναι πανέμορφα
και αλαργινά σαν τα μάτια τα δικά σου.
Και το φιλί που γυρεύω – το φιλί είναι η ψυχή.
ΕΡΩΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Μια νύχτα κοντά στο σπίτι της
και απ’ το ανοιχτό μπαλκόνι στη γλυκιά
νύχτα του Νότου, η γυναίκα μού φάνηκε
μι’ άπληστη δίνη σαν νερό
παγωμένο. Και δίχως ποτέ να γυρίσει,
ανεβαίνει ο φωτεινός λαιμός, κατεβαίνει στο σκοτάδι
των ματιών αδηφάγος, σταθερός και αδηφάγος.
Με στόμα ανοιγμένο στη βροχή, ένα μαύρο
τσαμπί τής άφηνε στάλα τη στάλα
γεύση της πόλης μιλημένη στον άνεμο.
*

Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής, στις Στάχτες 16 Απριλίου, 2016

[Ημιτελές ταξείδιον ·

28/03/2018 § Σχολιάστε

Του Δημήτρη Φύσσα
15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη , μια ανάρτηση-αφιέρωμα

Όπου η κακή τύχη μουσουλμάνου φίλου

                                                    Στα παιδιά από τα Π.Φ. της πρώην 129 Π.Υ.

Ο φίλος μου ο Μουσταφά  Εκκρέμ Τερλικτσίογλου, Τούρκος την καταγωγήν, πλην εκ νομού Ροδόπης πολίτης Έλλην, εκτήσατο ποτέ εν τοτέμ, ξυλανάγλυφον δηλονότι, πολύμορφον και ξοανοειδή επιμήκη θρησκευτικήν – λατρευτικήν στήλην των γηγενών Αμερικανών «Ινδιάνων». Η κτήσις συνετελέσθη εν μέσω μυθιστορηματικών συνθηκών, ας μηδέποτε ο περί ου απεκάλυψε («Δε μπορώ να σε πω πού το βρήκα, δε μπορώ»). Το μόνο βέβαιον είνε ότι εις την διμοιρίαν εκπαιδεύσεως όπως εξέλθωμεν άξιοι σμηνίται (εν Τριπόλει), αλλά και εν μονάδι τινι της Θεσσαλίας, όπου τυχαίως συνυπηρετήσαμεν και κυρίως φιλικώς συνεδέθημεν, ο ως άνω Εκκρέμ και φωτογραφίαν τού ξυλαναγλύφου επεδείκυεν εμοί, και τοτέμ – «μπρελόκ», εκ του οποίου εξηρτώντο αι ευάριθμοι ωστόσο κλείδες του, εκράτει.

Απολυθέντων βεβαίως και των δύω, έτη και έτη    α π ό   τ ο ν   κ α ι ρ ό  τ η ς   Α ε ρ ο   π ο ρ ί α ς,  κατηυθυνόμην προς Βουργαριάν.  Διήλθον ουν εξ Ωραιοχωρίου  Ροδόπης,  κώμης αναμείκτου θρησκεύματος,  (το πρώην Δ ε δ έ κ ι ο ϊ   ή   Σ κ α τ ό ρ ε μ α), και γενεθλίου του Εκκρέμ  τόπου, όπως χαιρετήσω επ΄ ολίγον τον αρχαίον Τούρκον φίλον.

Πλην με όσα είδον η θλίψις με κατέλαβεν, ενσκήψασα εν ακαρεί, και  δ ε ν  μ ο υ έ κ αν ε   κ α ρ δ ι ά  ούτε προς Βουργαριάν να συνεχίσω προς περάτωσιν του κυρίως ταξειδίου. Διότι αναζητήσας μεν τον Εκκρέμ, ευρέθην τελικώς ενώπιον παραδόξου τινος τάφου, αποσυναχθέντος και εκβληθέντος, ούτως ειπείν, εις τας εσχατιάς του μουσουλμανικού νεκροταφείου και σχεδόν έξωθεν αυτού, άνευ υπομνηματικού, θρησκευτικού ή έστω προσωπικού τινος σημείου – σ κ έ τ ο  χ ώ μ α.  Ενταύθα ογκούμενος εσμός ιθαγενών, Ελλήνων και Τούρκων, με εβεβαίωσαν μεν ότι είχε ταφεί ο φίλος μου, επεφύλαξον δε συγχρόνως λοξά βλέμματα απορίας, κακοβούλου επαρχιωτισμού και ποιας τινος εχθρότητος (με εθεώρησαν ίσως ομόθρησκον / ομοϊδεάτην;) πάντα ταύτα ταχέως κλιμακούμενα και τυπικώς  μόνον κρυπτόμενα, εμού τελικώς απωθηθέντος, σχεδόν ειπείν, εκ του κοιμητηρίου.

Επιστρέψας όθεν εκών άκων εις τον συνοικισμόν και ευρών την φιλικήν του Τερλικτσίογλου οικίαν, εις τον αύλιον χώρον της οποίας, ως  κάλλιστα εγνώριζα εκ τε διηγήσεων και φωτογραφιών, έκειτο το τοτέμ,  φ υ τ ε μ έ ν ο  εις την γην, ήχθην υπό της χήρας και εξωτερικώς παιδολιπούς μητρός όπου έδει. Αλλ΄ εδώ δεν υπήρχε ή  σωρός αποκαϊδίων, περιεφραγμένος  εν είδει    τ α μ π ο ύ   δια συρματίνου τινος φράκτου,  υψωθέντος από ενός περίπου έτους, ότε είχε λάβει χώραν, συμφώνως τη αυτής διηγήσει, ο τε του ξυλαναγλύφου εμπρησμός και ο φόνος του φίλου μου.

«Το  τ ο τ έ μ  παιδάκι μου τι να το κάνουμε; Τζαμιά μόνο δωπέρα έχουμε. Και πιο κάτου εκκλησιές έχει. Αλλάχ και Χριστό μόνο. Μουσουλμάνος, μανιτού να θέλει, πού ακούστηκε;» κατέληξεν η γηραιά Μουσουλμανίς  εις αδοκήτως καλήν λαϊκήν ελληνικήν (του ρήματος, κατά το τουρκικόν ύφος, πάντοτε επιγιγνομένου), δικαιολογούσα δυστυχώς την αποτρόπαιον των χωρικών πράξιν, ουδέν ενδιαφέρον εξιχνιάσεως ουδενί ενεγκούσαν άλλωστε.

Δεν είχον φεισθεί, οι άτιμοι, ούτε καν του σπουδαίου  σ α ζ  ί ο υ,   εν  ω διέπρεπεν  ο ανιμιστής εκείνος.

*
©Δημήτρης Φύσσας, από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις» 1982.
φωτο©από το ιστολόγιο «Τρίκαλα Ημαθίας» -η απόκρυψη των προσώπων και η επεξεργασία για τις ανάγκες του περιοδικού έγινε από τις Στάχτες

 Στάχτες, 26.03.2016

[Ημέρα ποίησης] Έκτωρ Πανταζής, Επί τρία

21/03/2018 § Σχολιάστε

15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη , μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Τι με κρατά στην άγρια γη

Η εικόνα ξανάρχεται καθώς στη γλώσσα
στάζει από το ποτήρι του ο έρωτας
το κόκκινο κρασί του.
*
Ακρονήσια της ενδοχώρας πεθαίνουν και δε θρηνούν
αναμένουν την άνοιξη τις κραυγαλέες κουτσουπιές
τον άφωνο θρήνο με την ψιλή βροχούλα
που τρυπάει το νιόσκαφτο χώμα
τις φλαμουριές με τα σκουλαρίκια
να στρώνουν τους τάφους στα λευκά
καθόσο ακούνε το θυμωμένο βουητό της ποταμιάς
τον στοιχειωμένο άνεμο που φυσά
από τα παγωμένα βουνά την ώρα που ρίχνουν
τις τελευταίες ακτίνες και καταφλέγονται
σαν πυρωμένοι φούρνοι στο χαλίπωμα
*
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
σπιθοβολά στην όχθη η στεγνή γκρίζα πέτρα
αντιφεγγίζοντας το κρύσταλλο των ορμητικών χειμάρρων
οι γέφυρες πεσμένες ,έγινε άβατος ο νησαίος λόφος
μόνο δια της μνήμης προσβάσιμος
στις κρύπτες μόνοι παλιοί απόηχοι προσευχών
και σβηστά λιωμένα κεριά πολυκαιρισμένα
με μανδύα από χυμένο ασήμι μαυρισμένο
πενθεί ο ναός την κάθε μέρα πικροσάββατο
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
-η βουβαμάρα κάτω απ την πένα της βρήκε μιλιά-

fav-3

Τα λόγια του ιερέα συνοδεύουν το φτυάρισμα

Με την ειλικρίνεια του ποιητή
ένας αποχαιρετισμός πέρα απ τα γήϊνα
από το βάθος της θλίψης
το αναγκαστικό πένθος
που με την υπεροψία του ζώντος
ατενίζει το φέρετρο να διασχίζει το χρόνο
προς τα έσχατα.Η γραμμή της μοίρας
ακαταδάμαστη ταπεινώνει το βλέμμα
καθώς το φτυάρι ρίχνει το τελευταίο χώμα
εκεί που πιο χαμηλά δεν έχει.
*
Ο Τ. έσκαψε ένα αμπέλι και το χάρηκε
από κοντά κι από μακριά λίγο αλλά με ένταση
πέρασε λαμπερός κομμήτης τη ζωή σχίζοντας
τον ουρανό της με την αλκή του όπως το χώμα
Ένιωσε στον ουρανίσκο τη φλόγα από τις ρώγες
της ζωής.Έσταξε μέσα του ρουμπίνι από κρασί
Όλα δικά του φτιαγμένα.Κι όλα μή δικά του.
Ο πόνος να φεύγεις στα εικοσιτρία είναι των άλλων.
Με τα χρόνια,των γύρω η φθορά κάνει
το περιστατικό να λάμπει,η μνήμη γίνεται νιάτα
και το κρασί από θαμπό παίρνει διαύγεια ρώγας
που ωριμάζει στο υποστατικό του.
*
οι όχτοι,του χρόνου που κυλά, το άπειρο,
και ρίχνει τη λέμβο μας σε καταρράκτη
*
Όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
μα και το γέλιο λίγο παράταιρο
Επιτρέπεται μόνο η χαρά στα σουπερμάρκετ
Μη θλίβεσαι που οι πολυκατοικίες γερνάν
που οι κάθετοι τοίχοι τους είναι σκληροί
για να σου τυραννάν και εμποδίζουνε
το βλέμμα.
*
Εδώ αραχτός με τις λέξεις σου μέλι

fav-3

Χρονοκάθαρση

«έφερα το βουνό εδώ κάτω
σάς έδειξα τις πλάκες του»

Να βλέπεις με τα μάτια σου το βουνό να αναδύεται
από τα βάθη των θαλασσών της κρητιδικής
γεμάτη η ράχη του κοχύλια όστρακα
και η γενιάδα του από φύκια
ΞΕΡΙΖΩΝΟΝΤΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Τριζοβολάνε ρίζες καιόμενες
από άλλες μνήμες γινατωμένες
Το αίμα δεν κρύφτηκε-
Θέλω να αμυνθώ για την πατρίδα
μα αυτό που λέω πατρίδα δεν υπάρχει
τό ‘χουν ρουφήξει οι υποτελείς
στις αλλότριες ρήτρες
Η μύγα φτύνει
Η ανημπόρια μας χτίζει απειλή
γύρω απ την πόλη-
σε άλλο χρόνο φάνηκε μύρο
ο εξωραϊσμός,τώρα πυκνώνουν σκοτάδια
στην ανέχεια-
η πλάκα ξεφυλλίζεται,σελίδα
μαρμαροπελεκητή
αληθινή ουσία των πραγμάτων
με αυτό το γλυκό,γλυκό
που με τελειώνει-
*
Η δικαίωση της φωτιάς σκορπά στο αγκάθι της

Κυματίζει η πράσινη θάλασσα
των πεύκων μέσα σου
Νιώθεις ένα κύμα από άλλη θύελλα
Τώρα η ψυχή ένα είναι με όλες
τις θάλασσες του κόσμου
Λευκά σύννεφα τρέχουν σε γαλάζιο οθόνιο
προβολές από την ταινία την παναρχαία
σε επανάληψη ξανά και ξανά

Η γη ένα στρογυλό παίζει με το αχανές
με μαγνητικό ρυθμό στροβίλισμα

Ένα πέτρινο χελιδόνι διασχίζει το αέτωμα

Γράφω με παιδικό μολύβι που θυμάται
τα πρώτα μου βήματα
τη συναισθηματική διαύγεια

ράβω το ποίημα στη φόδρα της ζωής
θα παλιώσει στο ράφι με τα άλλα κρασιά. 30.1.15

fav-3

Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι
Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;
Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα
άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο
Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.
Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή
Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση
ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες, είδα!

*

©Έκτωρ Πανταζής – Στάχτες, 21.03.2016
φωτο©Στράτος Φουντούλης

Where Am I?

You are currently browsing the Στάχτες category at αγριμολογος.