[Ημέρα ποίησης] Έκτωρ Πανταζής, Επί τρία

21/03/2018 § Σχολιάστε

15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη , μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Τι με κρατά στην άγρια γη

Η εικόνα ξανάρχεται καθώς στη γλώσσα
στάζει από το ποτήρι του ο έρωτας
το κόκκινο κρασί του.
*
Ακρονήσια της ενδοχώρας πεθαίνουν και δε θρηνούν
αναμένουν την άνοιξη τις κραυγαλέες κουτσουπιές
τον άφωνο θρήνο με την ψιλή βροχούλα
που τρυπάει το νιόσκαφτο χώμα
τις φλαμουριές με τα σκουλαρίκια
να στρώνουν τους τάφους στα λευκά
καθόσο ακούνε το θυμωμένο βουητό της ποταμιάς
τον στοιχειωμένο άνεμο που φυσά
από τα παγωμένα βουνά την ώρα που ρίχνουν
τις τελευταίες ακτίνες και καταφλέγονται
σαν πυρωμένοι φούρνοι στο χαλίπωμα
*
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
σπιθοβολά στην όχθη η στεγνή γκρίζα πέτρα
αντιφεγγίζοντας το κρύσταλλο των ορμητικών χειμάρρων
οι γέφυρες πεσμένες ,έγινε άβατος ο νησαίος λόφος
μόνο δια της μνήμης προσβάσιμος
στις κρύπτες μόνοι παλιοί απόηχοι προσευχών
και σβηστά λιωμένα κεριά πολυκαιρισμένα
με μανδύα από χυμένο ασήμι μαυρισμένο
πενθεί ο ναός την κάθε μέρα πικροσάββατο
Όσα άγγιξαν τα χέρια τώρα μόνο μνήμη
-η βουβαμάρα κάτω απ την πένα της βρήκε μιλιά-

fav-3

Τα λόγια του ιερέα συνοδεύουν το φτυάρισμα

Με την ειλικρίνεια του ποιητή
ένας αποχαιρετισμός πέρα απ τα γήϊνα
από το βάθος της θλίψης
το αναγκαστικό πένθος
που με την υπεροψία του ζώντος
ατενίζει το φέρετρο να διασχίζει το χρόνο
προς τα έσχατα.Η γραμμή της μοίρας
ακαταδάμαστη ταπεινώνει το βλέμμα
καθώς το φτυάρι ρίχνει το τελευταίο χώμα
εκεί που πιο χαμηλά δεν έχει.
*
Ο Τ. έσκαψε ένα αμπέλι και το χάρηκε
από κοντά κι από μακριά λίγο αλλά με ένταση
πέρασε λαμπερός κομμήτης τη ζωή σχίζοντας
τον ουρανό της με την αλκή του όπως το χώμα
Ένιωσε στον ουρανίσκο τη φλόγα από τις ρώγες
της ζωής.Έσταξε μέσα του ρουμπίνι από κρασί
Όλα δικά του φτιαγμένα.Κι όλα μή δικά του.
Ο πόνος να φεύγεις στα εικοσιτρία είναι των άλλων.
Με τα χρόνια,των γύρω η φθορά κάνει
το περιστατικό να λάμπει,η μνήμη γίνεται νιάτα
και το κρασί από θαμπό παίρνει διαύγεια ρώγας
που ωριμάζει στο υποστατικό του.
*
οι όχτοι,του χρόνου που κυλά, το άπειρο,
και ρίχνει τη λέμβο μας σε καταρράκτη
*
Όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
μα και το γέλιο λίγο παράταιρο
Επιτρέπεται μόνο η χαρά στα σουπερμάρκετ
Μη θλίβεσαι που οι πολυκατοικίες γερνάν
που οι κάθετοι τοίχοι τους είναι σκληροί
για να σου τυραννάν και εμποδίζουνε
το βλέμμα.
*
Εδώ αραχτός με τις λέξεις σου μέλι

fav-3

Χρονοκάθαρση

«έφερα το βουνό εδώ κάτω
σάς έδειξα τις πλάκες του»

Να βλέπεις με τα μάτια σου το βουνό να αναδύεται
από τα βάθη των θαλασσών της κρητιδικής
γεμάτη η ράχη του κοχύλια όστρακα
και η γενιάδα του από φύκια
ΞΕΡΙΖΩΝΟΝΤΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Τριζοβολάνε ρίζες καιόμενες
από άλλες μνήμες γινατωμένες
Το αίμα δεν κρύφτηκε-
Θέλω να αμυνθώ για την πατρίδα
μα αυτό που λέω πατρίδα δεν υπάρχει
τό ‘χουν ρουφήξει οι υποτελείς
στις αλλότριες ρήτρες
Η μύγα φτύνει
Η ανημπόρια μας χτίζει απειλή
γύρω απ την πόλη-
σε άλλο χρόνο φάνηκε μύρο
ο εξωραϊσμός,τώρα πυκνώνουν σκοτάδια
στην ανέχεια-
η πλάκα ξεφυλλίζεται,σελίδα
μαρμαροπελεκητή
αληθινή ουσία των πραγμάτων
με αυτό το γλυκό,γλυκό
που με τελειώνει-
*
Η δικαίωση της φωτιάς σκορπά στο αγκάθι της

Κυματίζει η πράσινη θάλασσα
των πεύκων μέσα σου
Νιώθεις ένα κύμα από άλλη θύελλα
Τώρα η ψυχή ένα είναι με όλες
τις θάλασσες του κόσμου
Λευκά σύννεφα τρέχουν σε γαλάζιο οθόνιο
προβολές από την ταινία την παναρχαία
σε επανάληψη ξανά και ξανά

Η γη ένα στρογυλό παίζει με το αχανές
με μαγνητικό ρυθμό στροβίλισμα

Ένα πέτρινο χελιδόνι διασχίζει το αέτωμα

Γράφω με παιδικό μολύβι που θυμάται
τα πρώτα μου βήματα
τη συναισθηματική διαύγεια

ράβω το ποίημα στη φόδρα της ζωής
θα παλιώσει στο ράφι με τα άλλα κρασιά. 30.1.15

fav-3

Του βορρά καράβι

Ξεριζώνω από μέσα μου ένα ένα τα γήινα
είμαι ένας άλλος με το χυμό του ήλιου
πότε νεκταρίνι πότε νεράντζι
Πώς τα κρουστά κορίτσια καταφρονείς
δωρίζοντας τα άξια τους δώρα στη στάχτη
γιατί μας ρίχνεις δαίμονα γελαστό κρανίο
στη βασιλική οδό καταμεσήμερο
γιατί δίνεις στα κόκαλα σαράκι
το αίμα να φθείρεται στην ανοιξιάτικη
υγρασία να πιάνουν σκουριά οι αρθρώσεις;
Ζήνων!Ακίνητη πετά η σαϊτιά του χάρου
που στο φως του ήλιου ρίχνεται καταμεσίς στα σπλάχνα
άχ, στης χελώνας το καυκί σκοντάφτουμε
μοιρολογούν νηρηΐδες δίπλα στο κύμα χωρίς δάκρυα
βάρυνε το βήμα,οι φτέρνες στο τάχος τους
φτερώσανε το βέλος
η χελώνα χάνεται στο μάκρος, με τον ήλιο
Αν η μοίρα τα είχε φανερώσει όλα
θα ζούσαμε έναν εφιάλτη χωρίς ύπνο
Μες στης ζωής τη σκοτεινιά όπου χάνεται το μάτι
ο χρόνος εργάζεται,ο θάνατος σκάβει , γουβώνει.
Φυσάει!Σηκώστε πανιά,πιάστε ζωή
Καυτός βράχος δείχνει το στέρνο του
περιβάλλεται χλαμύδα νύχτας κι ερέβους
Ψυχή μου φίλη
μην τρέχεις αθάνατη να γενείς
εδώ στα πρακτικά, τ’ αρχινισμένα
κυβερνήσου,βάλλε χρόνια όσο μπορείς
πιο στέρεο πράγμα από τη μηχανή του βίου
δεν θα βρεις,ξαστόχα,ξέχνα το μάταιο
ρίξου στην πολυτέλεια του ματιού,στη μόνη
πράξη που αρέσκονται οι θεοί,τη ζήση
ρίμα ρυθμός σαν το κισσό
ρίχνονται στη σελίδα: ό,τι είδες, είδα!

*

©Έκτωρ Πανταζής – Στάχτες, 21.03.2016
φωτο©Στράτος Φουντούλης

[μια καρδιά- φακίδα για διαθήκη·

15/03/2018 § Σχολιάστε

Ποίηση της Σελάνας Γραίκα
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη (εκτάκτως σήμερα Πέμπτη), μια ανάρτηση-αφιέρωμα

Σχέδιο Πόλεως

Όσο μεγαλώνω, σιγουρεύομαι,
πως σαν θα ρυτιδιάσω,
θέλω ένα χαρέμι δίπλα μου
από Ωραίους νέους και κοπελιές
με μάτια γαλανά, αφτιασίδωτα,
να με κοιτούν κατάσταυρα
και να ρουφάω ζωή.

Να λέω τις ιστορίες μου
κι αυτών τα στόματα να χάσκουν.
Πως ήτανε ο άντρας μου
κωλόπαιδο, Ιρλανδός,
με βλέμμα καπνοκαθαριστή
κάθε ζωή, πως συναντιόμασταν
τυχαία, στα αδειανά βαγόνια τρένων
και συστηνόμασταν απ’ την αρχή.

Μα πάντα καταλήγαμε,
αυτός σε πόλεμο αντάρτικο
κι εγώ να γιατροπορεύω
ανάπηρους πολέμου…

Και με το δάχτυλο του άφηνε,
μια καρδιά- φακίδα για διαθήκη.

fav-3

Το παλιοθήλυκο( του Βάρναλη)

Τσακωνόμαστε αρκετά με τον Κώστα.
Είναι που μοιάζουμε πολύ- το δίχως άλλο.
Πήρα το θράσος κάποτε,
για να με προγυμνάσει!

Τι το θελα η κακογλωσσού,
όλο φωνές μου βάζει…

«Το μέτρο δεν βαστείς
που το’ χεις μαθημένο,
απ’ τους παλιούς ιερείς
και όλους τους μεγάλους.
Ήρθες εδώ τα νεύρα να μου σπάσεις;
Καλογνωμίζεσαι, γράφεις καλά
και δεν ακούς κανένα
όλο του κεφαλιού σου
κάνεις,
φωνήεντα κρατείς στα χέρια σου
μα τα μυαλά ανοιγμένα.»

*

©Σελάνα Γραίκα, Στάχτες Μαρτίου, 2016

η εικόνα είναι του αγριμολόγου

[με ελαφροτέραν ή βαθυτέραν υπόκλισιν·

13/03/2018 § Σχολιάστε

Aldous Huxley with a parrot and Lord Tredegar in the 1930’s

Καλός χαρακτήρ και ικανότης προς εκτέλεσιν του προορισμού του είνε ο σκοπός, εις τον οποίον οφείλει να τείνη πας άνθρωπος αξιοπρεπής και σεβόμενος τον εαυτό του.

(Εκτός των σημείων στίξης, η Ορθογραφία είναι του αρχικού κειμένου)

Εισαγωγή
Η τήρησις των τύπων της αβρότητος, της ευπρέπειας και των καλών τρόπων είνε καθήκον, του οπίου η εκτέλεσις συντελεί εις την μόρφωσιν του χαρακτήρος και δίδει χάριν εις την ζωήν. Δια να επενεργήση όμως εις την ανύψωσιν του ανθρώπου η τήρησις των κανόνων της καλής συμπεριφοράς, δεν πρέπει να εφαρμόζεται μηχανικώς. Τότε μόνον η ευγένεια των τρόπον επιδρά επί του χαρακτήρος και φέρει την αρμονίαν εκείνην μεταξύ των αισθημάτων και των τρόπων, η οπία ανυψώνει ιδίως τας γυναίκας, και ελκύει καθώς το άρωμα τρυφερού άνθους.

Εν συντόμω η τήρησις των κανόνων της ευπρέπειας είνε δι’ όλους απαράβατων καθήκον, είνε απαίτησις της καρδίας, απαίτησις της ανάγκης και μας επιβάλλεται χάριν αυτής της ευτυχίας μας.

A’ – Οι χαιρετισμοί
Άξιοι προσοχής είνε πρό πάντων οι εξής κανόνες:

1. Οι νέοι και υποδεέστεροι οφείλουν πρώτοι να χαιρετίζουν τους πρεσβυτέρους και τους προϊσταμέμους των.
2. Τον χαιρετισμόν μας ετοιμάζομεν από τινα απόστασιν. Είνε απρεπές να χαιρετίζωμεν τον διαβαίνοντα την τελευταία στιγμήν. Προτιμότερον είνε να δείξωμεν εκ των προτέρων, δια του ύφους και της εκφράσεως του προσώπου, ότι ετοιμαζόμεθα να χαιρετίσωμεν.
3. Ο χαιρετισμός γίνεται με ελαφροτέραν ή βαθυτέραν υπόκλισιν, αναλόγως την κοινωνικής θέσεως του χαιρετιζόμενου.
4. Εάν ο χαιρετισμός μας δεν ανταπεδόθη, διότι δεν παρετηρήθη, πρέπει αδιστάκτως να τον επαναλάβωμεν.
5. Έκαστος χαιρετισμός απαιτεί ανάλογον αντιχαιρετισμόν.
6. Κύριοι καπνίζοντες αφαιρούν από το στόμα το σιγάρον, οσάκις πρόκειται να χαιρετίσουν κυρίαν, προ πάντων δε όταν μιλούν προς αυτήν.
7. Εάν από δύο ή περισσοτέρους συμπεριπατούντας είς χαιρετισθεί από τρίτον, ή εάν αυτός χαιρετίσει φιλικώς άλλον, πρέπει και οι σύντροφοί του να επαναλάβουν τον χαιρετισμόν. Η περίπτωσις αυτή αφορά μόνο τους κυρίους, διότι αι κυρίαι δεν χαιρετίζουν κυρίως αγνώστους.
8. Εισερχόμενοι εις δωμάτιον, όπου συναντώμεν παρεκτός των γνωστών προσώπων και άγνωστα, πρέπει να χαιρετίσωμεν πρώτον μεν τους γνωστούς δια χειραψίας, – εάν δια της στάσεως και της εκφράσεώς των προσκληθώμεν, – τους δε αγνώστους με υπόκλισιν.
9. Την χείραν δίδει πρώτος πρός χαιρετισμόν ο ανώτερος ή πρεσβύτερος. Μεταξύ κυρίων και κυριών, ο κύριος περιμένει να τείνει πρώτα την χείραν η κυρία. Το σφίξιμο και το τίναγμα της χειρός επιτρέπονται μόνον μεταξύ συγγενών και στενών φίλων.
10. Παρουσιαζόμενοι εις αγνώστους χρεωστούμεν να χαιρετίσωμεν ένα έκαστον φιλοφρόνως με κατάλληλον υπόκλισιν.
11. Κατά τον χαιρετισμόν, καθώς και κατα τον αποχαιρετισμόν, πρέπει να χαιρετίζωμεν πάντοτε πρώτον τους πρεσβύτερους, προς τους οποίους χρεωστούμεν σεβασμόν οι νεώτεροι.
12. Οι κύριοι αποτείνουν γενικόν χαιρετισμόν οσάκις εισέρχονται εις σιδηροδρομικήν άμαξαν ή κλειστήν άμαξαν ιππποσιδηροδρόμου.
13. Εάν ευρεθώμεν εις την ανάγκην να ανταλλάξωμεν λέξεις τινάς με εντελώς άγνωστον πρόσωπων, δια να λάβωμεν πληροφορίας, ευχαριστούμεν ευγενώς μετά την λειφθείσαν απάντησιν και υποκλινόμενοι απομακρυνόμεθα.

Εντός της οικίας 
1. Πρέπει να προσπαθούμεν βαδίζοντες ή καθήμενοι να έχωμεν πάντοτε στάσιν όσον το δυνατόν κοσμίαν και αφελή. Νωχελής στάσις του σώματος μαρτυρεί αμεριμνησίαν και νωθρότητα, βλάπτει δε την υγείαν. Εν τούτοις πρέπει ν’ αποφεύγωμεν την υπεροπτικήν ανόρθωσιν της κεφαλής.
2. Αι κινήσεις του σώματος άς είνε ελαφραί και φυσικαί. Άς προσέχωμεν προσέτι κατά τον βηματισμόν να μην κινώμεν ασκόπως ολόκληρον το σώμα. Βαδίζοντες στρέφομεν τους πόδας ολίγον προς τα έξω. Πρέπει ν’ αποφεύγωμεν το νωθρόν βάδισμα και να μην ταλαντευώμεθα κροτούντες ή σύροντες επί του εδάφους τους πόδας.
3. Άτοπον είνε να στηρίζωμεν τας χείρας επί πλευρών ή να τας κινούμεν. Αι χειρονομίαι πρέπει να γινωνται με λεπτότητα και ευλυγισίαν και όχι ορμητικοί. Οι δε κύριοι συνομιλούντες προς κυρίας δεν πρέπει να έχουν τας χείρας εις τα θυλάκια.
4. Πρέπει ν’ αναβαίνωμεν την κλίμακα με μέτριον βηματισμόν, χωρίς πηδήματα και θόρυβον. Βιαστική ανάβασις της κλίμακος, ιδίως με ανοικτόν στόμα είνε πράγμα άσχημον, ακόμη δε και επιβλαβές εις την υγείαν. Επίσης άτοπον είνε να σύρωμεν τους πόδας. Τούτο και δυσάρεστον θόρυβον προξενεί και τα υποδήματα προώρως φθείρει.
5. Περιττόν είνε να στηριζώμεθα εις το κιγκλίδωμα της κλίμακος και μάλιστα εφ’ όσον είμεθα νέοι και υγιείς.
6. Κατά την ανάβασιν της κλίμακος αι κυρίαι πρέπει να σηκώνουν το φόρεμα τόσον, ώστε να μην εγγίζη την βαθμίδα. Μαρτυρούν μεγάλην αμέλειαν όσαι, διά ν’ αποφύγουν τον μικρόν αυτόν κόπον, καταστρέφουν προώρως τα ενδύματά των. Το δε χειρότερον είνε όταν το πρωϊ καταβαίνουν ασάρωτον κλίμακα και την σκουπίζουν με τα συρόμενα φορέματά των.
7. Όταν κύριος και κυρία αναβαίνουν κλίμακα, ο κύριος πρέπει να προηγήται.
8. Το άνοιγμα και κλείσιμον των θυρών πρέπει να γίνεται όσον το δυνατόν αθορύβως. Το δυνατόν επενειλλημένον κωδώνισμα ή το πολύ δυνατόν κτύπημα της εξωθύρας είνε κακή συνήθεια.
9. Εισερχόμενοι οφείλομεν να κλείωμεν πάσαν θύραν, την οποίαν ευρήκαμεν κλειστήν, Εάν έκλεισε με κρότον η θύρα από αμέλειάν μας ή από τον άνεμον, πρέπει να ζητήσωμεν συγνώμην. Επίσης πρέπει να κλείωμεν με προσοχήν τας θύρας και κατά την αναχώρησιν.
10. Διερχόμενοι από δωμάτια πρέπει να προσέχωμεν να μην παρασύρωμεν τους τάπητας, ούτε να προσκρούωμεν αδεξίως εις τα θύρας, τα έπιπλα και άλλα αντικείμενα.
11. Καθήμενοι εις ανάκλιντρον πρέπει προσέτι να προσέχωμεν να μην μετακινούμεν τα το προσκεφάλαια και τα σκεπάσματα.

Εκτός της οικίας
1. Πριν ακόμη εξέλθωμεν της οικίας, πρέπει να τακτοποιούμεν καλώς την ενδυμασίαν μας. Είνε απρεπές να φορώμεν καθ’ οδόν τα χειρόκτια, να κομβώνωμεν τα ενδύματα ή να στερεώνωμεν τα υποδήματά μας.
2. Εν καιρώ βροχής ή με ήλιον πρέπει να κρατώμεν με προσοχήν την ομβρέλλαν, ώστε να μη ενοχλή τους άλλους. Ποτέ δεν την κρατούμεν κάτω από την μασχάλην, διότι ημπορούμεν να κτυπήσωμεν κανένα διαβάτη• διά να αποφύγωμεν εις στενόν πεζοδρόμιον την σύγκρουσιν, πρέπει να υψώνωμεν ή να χαμηλώνωμεν κατά τας περιστάσεις την ομβρέλλαν μας.
3. Ας μη παραλείπωμεν να ανασηκώνωμεν τα φορέματά μας, όταν ο δρόμος έχει σκόνην ή λάσπην. Με τον μικρόν αυτόν κόπον όχι μόνον προφυλάττομεν τα ιδικά μας ενδύματα, αλλά και δεν σκονίζομεν αδίκως τους άλλους.
4. Εάν πάθη η ενδυμασία μας βλάβην τινά, πρέπει να εισέλθωμεν ταχέως εις την πρώτην ανοικτήν θύραν ή και να κρούσωμεν κλεισμένην, ζητούντες την άδειαν να εισέλθωμεν και επιδιορθώσωμεν την βλάβην.
5. Συναντώντες εις στενόν πεζοδρόμιον πρεσβύτερα πρόσωπα, παραμερίζομεν δια ν’αφίσωμεν δίοδον.
6. Εάν ενώ βαδίζομεν βραδέως, ακούσωμεν άλλον ερχόμενον όπισθέν μας με βήμα ταχύ, αφίνομεν τόπον δια να περάση.
7. Όταν αιφνιδίως συναντηθούν δύο αντιθέτως ερχόμενοι, παραμερίζουν ο καθείς προς τα δεξιά του προς αποφυγήν αμοιβαίων ασκόπων υποχωρήσεων.
8. Αι νεώτεραι κυρίαι βαδίζουν πάντοτε προς τα αριστερά των πρεσβυτέρων και τότε ανασηκώνουν το φόρεμα των αριστερόθεν.
9. Εάν νεώτερος αναγκασθή τυχαίως να βαδίση προς τα δεξιά πρεσβυτέρου, επιζητεί την πρώτην κατάλληλον περίστασιν δια να επανέλθη προς τα αριστερά.

«Οδηγός της Οικοδεσποίνης» από τις εκδόσεις «Ωφέλιμων Βιβλίων», 1930

Α’ δημοσίευση Στάχτες 19.01.2015

 

[«μια μελανιά χάραζε την γαλάζια φλέβα» ·

07/03/2018 § Σχολιάστε

Ποίηση του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Τυχαία Συνάντηση Με Τον Χριστό

εγώ
που ποτέ μου δε πίστεψα
στην παρουσία Σου
είδα
Χριστό εσταυρωμένο
στα μάτια
του αγοριού απ’ το απέναντι φανάρι

τα αγκάθια
το ίδιο ικετευτικά
μπήγονταν στο κροταφικό υπόμνημα
“ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί”

μόνο που εδώ κανείς δε μίλησε
για βασιλιά

στο δεξί του χέρι
μια μελανιά χάραζε την γαλάζια
φλέβα
έτσι που το γαλάζιο
να λερώνεται με λίγο μοβ
της απουσίας

κι ήταν όμορφο τ’ αγόρι
η σκηνή της σταυρώσεως
το μοβ καρφάκι
ο ήλιος που χάιδευε
το πυρρόξανθο γενάκι του

πόνεσα πολύ
όχι απ’ την αδυναμία μου
να πιστέψω σε Σένα
αλλά από την ομορφιά
που εμφανίστηκε μπροστά μου
(στον δρόμο όλο κίνηση
στην βιασύνη του κόσμου
στην τόσο αργή μου
περιπλάνηση)
και τραυμάτισε ξώφαλτσα
το σίγουρο βήμα
που επέβαλε
ο ρυθμός
της μουσικής που άκουγα
αφηρημένα.

εγώ ο άπιστος και αμετανόητος
ξένος Σου
εγώ που πρώτος σημάδεψα
την απροσδιοριστία Σου
με αδιαφορία
εγώ που διάλεξα την αυτοκαταστροφή
αντί για την σωτηρία
είδα το χαμογελαστό Σου
πρόσωπο
μέρα μεσημέρι
στον κεντρικό δρόμο
της πόλης που μισείς
και σε ερωτεύτηκα
μικρέ μου θεέ

αλήθεια-
ξέρεις πως καπνίζουμε
την ίδια μάρκα τσιγάρα;

Κι Όλα Ξεκίνησαν Από Εδώ:

Λίγο μετά την πτώση των τειχών
της Βαβυλώνας
ένα μωρό παιδί γεννήθηκε
μέσα στα ερείπια.

Ποιητή το βάφτισε η στάχτη
κι είχε για συντροφιά του
ένα καταγάλανο άστρο.

Στο μεγάλο βιβλίο της Ζωής
προς το τέλος
σημειώνεται ότι:

“το παιδί αυτό ρίζωσε σε τόπο
βροχερό
χτίζοντας μια πόλη όλο αίμα
και δίνοντάς της το δυσοίωνο
όνομα

Βαβέλ”.

*

 

*

©Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Στάχτες Μαρτίου, 2016

Where Am I?

You are currently browsing the Στάχτες category at αγριμολογος.