[Ο Άγιος Εκρέμ γιατρεύει παράλυτο·

04/04/2019 § Σχολιάστε

Θαύμα

Ετοιμάζονταν στην Ευπλησία για αγρυπνία στη μνήμη του Αγίου Εκρέμ.

Ένας παράλυτος, τους ζήτησε να παρευρεθεί. Πράγματι τον έφεραν οι συγγενείς του, κουβαλώντας τον μέχρι μέσα στην Ευπλησία. Δεν σταμάτησε στιγμή να κλαίει και να προσεύχεται στον Άγιο παρακαλώντας τον:

– «Ελέησέ με Άγιε του Μεγίστου, λυπήσου με και κάνε με καλά. Συγχώρεσε τις αμαρτίες μου, γιατί εγώ φταίω που υποφέρω».

Ήταν τόσο δραματική η παρουσία του, που όλοι έκλαψαν. Έφτασε η ώρα που θα πηγαίνανε στον τάφο να ψάλλουν. Ξεκίνησε η πομπή, με την αδελφή Κακαρία να κρατάει τα Άγια Νεκρολειψάνιαν, να βγει από την Ευπλησία.

Ο παράλυτος συνέχιζε να κλαίει σπαρακτικά.

Ξαφνικά τον είδαν όλοι να σηκώνεται, να κάνει τον σταυρωμένο του και να ακολουθεί την πομπή, περπατώντας μόνος του ως τον τάφο.

Από τότε όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν δεν σταματούσε να μιλάει για την θαυματουργή χάρη του Μεγίστου και του Αγίου Εκρέμ.

Παρουσιάζοντας τον εαυτόν του σαν ζωντανό παράδειγμα, προέτρεπε τους πάντες να πιστεύουν και να δοξάζουν τον Μέγιστον.

*

[απόσπασμα από το βιβλίο Ο Άγιος Εκρέμ, Εκδόσεις Έκθετος Βίος]


[Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα]

Το τελευταίο σημείωμα

14/10/2016 § Σχολιάστε

teleutaio-simioma

Πρωί. Για καφέ. Τη συνάντησα στον γνωστό κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο. Τα οπίσθιά της παρέμεναν θεσπέσια. Μου είπε ότι είναι ερωτευμένη με τη Λ. –μια παλιά, δικιά μου γνωριμία από την οποία ακόμη αποθεραπεύομαι–, δεν υπήρχε λόγος να της το αναφέρω και στο άκουσμα του δικού της έρωτα, αντέδρασα με το κλασικό, διφορούμενο ανασήκωμα των ώμων. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρουμε με ποιον π ρ α γ μ α τ ι κ ά είμαστε ερωτευμένοι και·δεν εξαιρώ ούτε τον ίδιο τον Έρωτα. Καθίσαμε. Εσπρέσο. Έγειρε στον ώμο μου κι άρχισε ψιθυριστά: «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα που αντικρίζω τη μαγεία του κόσμου. Ο πόνος μου θα λάμψει περιπαίζοντάς με, πλήρης τεχνασμάτων. Πολύχρωμα πουλιά θα εμφανιστούν και θα εξαφανιστούν. Η ψευδαίσθηση θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα. Η χαρά μου θα είναι τόσο επώδυνη όσο κι ο πόνος. Θα δω και θα αισθανθώ πράγματα που δεν θα πιστεύει κανείς».

Θυμήθηκα το τελευταίο σημείωμα της Λ., του πρώην δικού μου και νυν δικού της έρωτα. «Το ένα συν ένα ίσον τρία είναι η σκέψη που ανακρίνει βασανίζοντας τον εαυτό της μέσω του συμβόλου “ίσον”. Το σύμπαν είναι ο εγκέφαλος που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του»…
«Ίσον».

Αιωρείται. Ακόμη.

Τρεις μήνες μετά. Πρωί. Εσπρέσο. Εφημερίδα. Διαβάζω το μονόστηλο: «Σιωπή. Το συγκεντρωμένο πλήθος παρατηρούσε τις φλόγες. Τα σύννεφα μαύρου καπνού έγιναν φτερά και σήκωσαν το σώμα της ψηλά στον ουρανό».

Στην αρχή θρήνησαν τα ήσυχά της βήματα πίσω από τα δέντρα και το μελαγχολικό λαχάνιασμα της βροχής. Δεν ήταν τόσο αργή η μετάβαση, όπως εκείνη θα την ονειρευόταν. Συνέβη έτσι. Ξαφνικά. Ώστε το νόημα όλων όσων είχε ζήσει να της διαφύγει για ακόμη μία φορά. Αυτή τη φορά…

Για πάντα.

*

[Πρώτη δημοσίευση 17.07.2016 στο diastixo.gr]

*

H φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου

Όπου η πολλή πολλή ανεξαρτησία της σκέψης στην Αιωνία Γελλάδα έχει σοβαρές συνέπειες για μια νεαρή καθηγήτρια

13/04/2013 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Όπου η πολλή πολλή ανεξαρτησία της σκέψης στην Αιωνία Γελλάδα έχει σοβαρές συνέπειες για μια νεαρή καθηγήτρια

Δημητρης Φυσσας, Η κυρια Παναρετου -διηγημα

Ότι η κυρία Πολυτίμη Παναρέτου, χημικός στο 2ο Γυμνάσιο εδώ στη Χριστιανούπολη– η επιλεγόμενη από τους φίλους Τίμη κι από τα παιδιά «Κόκκινη», γιατί ήταν κοκκινομάλλα– βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, έξω από την παλιά μονοκατοικία που νοίκιαζε, με σπασμένο κεφάλι, πλευρά, χέρι και πόδι, χωρίς επαφή με το περιβάλλον, γεμάτη αίματα, με μισοσκισμένα ρούχα, παγωμένη ποιος ξέρει πόσες ώρες, μέσα στην πρωινή δροσιά του Μάη του 2008, όλο αυτό, λοιπόν, δεν είναι ζήτημα που προκάλεσε και μεγάλη έκπληξη στους περισσότερους. Ακόμα και το να πέθαινε, είναι αμφίβολο αν θα γεννούσε την παραμικρή θλίψη στους πολλούς. Ένα σήκωμα των ώμων, ίσως, ένα άνοιγμα των χεριών σε στιλ «τι να κάνουμε», περισσότερο μια κουβέντα του είδους «τα ΄θελε ο κώλος της, με όλους σε αμάχη βρισκότανε» ή μια άμεση αλλαγή θέματος στη συζήτηση- αυτά θα ήταν οι αντιδράσεις σχεδόν όλων. Σχεδόν όλων των ενηλίκων, εννοώ. Γιατί τα περισσότερα παιδιά την έβλεπαν αλλιώς.

Ωστόσο, χάρη στις προσπάθειες των γιατρών, η Παναρέτου δεν πέθανε. Οι γιατροί την κρατήσανε στη ζωή, έστω σε κώμα, στο νοσοκομείο μας με το ελληνικότατο όνομα «Άγιοι Εφραίμ, Βαρλαάμ και Ιωήλ», μεγάλη η χάρη τους.

Η δημοσιογραφική κάλυψη του γεγονότος ξεκίνησε τρίστηλο στην πρώτη σελίδα της «Νέας Μακεδονικής Φωνής», σχεδόν στο ίδιο σημείο που είχαν φιλοξενηθεί τόσον καιρό οι κατά καιρούς επιθέσεις εναντίον της καθηγήτριας. Το κείμενο ήταν προσεκτικά γραμμένο, προφανώς από τον ίδιο τον εκδότη – διευθυντή – αρχισυντάκτη κ. Εύπιστο Πεσκέση, με πολλές μπουρδολογίες και λίγη ουσία, είχε δε μπόλικη ροζ πιθανολόγηση. Στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «DEEP BLUE MAK TV» (ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ- ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV), του ίδιου εννοείται ιδιοκτήτη, η επίθεση ήταν έκτη είδηση, στον ραδιοφωνικό του, έβδομη. Όσο πέρναγε ο καιρός, και το εμβαδόν και ο χρόνος που κάλυπτε η πορεία της υγείας της έφθιναν συνεχώς. Κι όταν πλέον κάποιο νέο έγκλημα, έγκλημα τιμής αυτή τη φορά (γίνονται ακόμα σε μας εδώ τέτοια), συνέβη στην πόλη μας κανένα μήνα μετά, η κυρία Παναρέτου ξεχάστηκε ολωσδιόλου από τα μίντια.

Ο αστυνόμος Κόπρος Μπασκινέλλος έκανε αυτοπροσώπως μια προανάκριση στο άρπα κόλλα. Μέσα σε δυο μόνο μέρες ρώτησε γείτονες, συναδέλφους στο σχολείο, καθηγητές και γονείς- και φυσικά δεν κατέληξε πουθενά. Ακόμα κι αν η χτυπημένη κάποτε βρισκόταν σε θέση να καταθέσει, ήτανε σχεδόν βέβαιος ότι τίποτα δε θα πρόσθετε. Ο αστυνόμος σχημάτισε την εντύπωση ότι δυο τουλάχιστον άτομα, από τα πολλά που θα είχαν λόγο να χτυπήσουν την καθηγήτρια, την είχαν στημένη νύχτα στις σκιές γύρω από το σπίτι της, στην οδό Αγίου Όρους 666, με ρόπαλα ή σιδερόβεργες, και, μόλις εκείνη κλείδωσε το αμάξι της και πλησίασε στην εξώπορτα, της την πέσανε, τη σαπίσανε στο ξύλο και φύγανε. Το θύμα δεν φαίνεται να πρόλαβε να φωνάξει, οι γείτονες σαν κάτι πνιχτούς θορύβους ν΄ άκουσαν (αλλά ούτε καν τα παράθυρα δεν ανοίξανε) και οι δράστες έφυγαν κύριοι. Ούτε το κινητό της μπορούσε να «μιλήσει», τσακισμένο κι αυτό από τα χτυπήματα. Επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τον δήμαρχο Χριστιανούπολης κ. Δωσίθεο Ελληναρά – Ελληναρίσκο, τον ανακριτή κ. Είρωνα Κουεστιονίδη, τον εισαγγελέα κ. Άφιλο Αδιαφθορέα, τον Πρόεδρο Πλημμελειοδικών κ. Νεμέσιο Αποκεφαλιστή, τον Μητροπολίτη Άνω και Κάτω Χριστιανίας σεβ. Ανασκολόπιο και τον νομάρχη Χριστιανίας κ. Ευτυχή Αλεξιπτωτιστή, ο Μπασκινέλλος συζήτησε το θέμα εξωυπηρεσιακά. Παρά τις τυπικά διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις και τοποθετήσεις τους, συμφωνήσανε όλοι μεταξύ τους ότι δεν υπήρε περιθώριο ν΄ ασκηθεί δίωξη, κι έτσι η υπόθεση όδευε για το αρχείο.

[…]

Διαβάστε το υπόλοιπο στις  >>>>> Στάχτες

Χόρχε Λούις Μπόρχες, «Η Γραφή του Θεού»

04/02/2009 § Σχολιάστε

Στην Έμα Ρίσσο Πλατέρο

borges_1962Το μπουντρούμι είναι βαθύ και πέτρινο• το σχήμα του, ενός σχεδόν τέλειου ημισφαίριου, αν και το πάτωμα (που είναι επίσης πέτρινο) είναι λίγο μικρότερο από έναν μεγάλο κύκλο, γεγονός που εντείνει κάπως τα αισθήματα της καταπίεσης και της απεραντοσύνης. Ένας μεσότοιχος το χωρίζει στα δύο• ο τοίχος αυτός, παρόλο που είναι πανύψηλος, δεν φτάνει ως την κορυφή του θόλου• από τη μια μεριά είμαι εγώ, ο Τζινακάν, μάγος της πυραμίδας του Καολόμ, που πυρπολήθηκε απ’ τον Πέδρο δε Αλβαράδο• από την άλλη, είναι ένας ιαγουάρος, που με τον μυστικό και ισοσκελή βηματισμό του μετράει τον χρόνο και τον χώρο της αιχμαλωσίας του. Ένα μεγάλο παράθυρο με. κάγκελα, σύρριζα στο πάτωμα, κόβει τον κεντρικό τοίχο. Την ώρα που δεν έχει σκιά [ = το μεσημέρι], ανοίγει στο ταβάνι μια καταπακτή, κι ένας δεσμοφύλακας, που τον έχουν ξεθωριάσει πια τα χρόνια, πιάνει να γυρίζει μια σιδερένια τροχαλία και μας κατεβάζει, στην άκρη ενός σκοινιού, κανάτες με νερό και κομμάτια κρέας. Τότε, στο μπουντρούμι μπαίνει φως• εκείνη τη στιγμή, μπορώ να δω τον ιαγουάρο. Δεν ξέρω πια πόσα χρόνια κείτομαι εδώ κάτω στα σκοτάδια• εγώ, που κάποτε, ήμουν νέος και μπορούσα να πηγαινοέρχομαι σ’ αυτή τη φυλακή, τώρα δεν έχω τίποτα να κάνω παρά να περιμένω παίρνοντας τη στάση του θανάτου μου, το τέλος που μου προορίζουν οι θεοί.

Κάποτε, με το βαθύ οψιδιανό μαχαίρι μου άνοιγα τα στήθια των θυμάτων μου και τώρα μου είναι αδύνατον χωρίς τα μάγια να σηκωθώ απ’ το χώμα. Την προηγουμένη της πυρπόλησης της Πυραμίδας, οι άνθρωποι που ξεπέζεψαν απ’ τα θεόρατα άλογα με βασάνισαν με πυρακτωμένα σίδερα για να τους αποκαλύψω την κρυψώνα του θησαυρού. Γκρέμισαν, μπροστά στα μάτια μου, το είδωλο του θεού, εκείνος όμως δεν μ’ εγκατέλειψε στα βασανιστήρια και με κράτησε σιωπηλό. Με μαστίγωσαν, μου έσπασαν τα κόκαλα, με παραμόρφωσαν, κι ύστερα ξύπνησα σ’ αυτή τη φυλακή, απ’ όπου δεν θα ξαναβγώ ποτέ στη διάρκεια της θνητής ζωής μου. Ωθούμενος απ’ την ανάγκη να κάνω κάτι, να γεμίσω τελοσπάντων τον χρόνο μου, θέλησα να θυμηθώ, μες στο σκοτάδι μου, όλα όσα γνώριζα. Νύχτες ολόκληρες σπατάλησα για να θυμηθώ τη σειρά και τον αριθμό ορισμένων ερπετών σκαλισμένων σε πέτρα ή το σχήμα ενός φαρμακευτικού δέντρου. Έτσι υπέταξα τα χρόνια, έτσι ανέκτησα ό,τι μου ανήκε. Μια νύχτα ένιωσα ότι προσέγγιζα μια πολύτιμη ανάμνηση• πριν ακόμη δει τη θάλασσα, ο ταξιδιώτης νιώθει μια αναταραχή στο αίμα του. Λίγες ώρες αργότερα, άρχισα να διακρίνω καθαρότερα αυτή την ανάμνηση• ήταν μία από τις παραδόσεις του θεού. Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε την μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ’ την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα την διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ’ έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί και να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα• μπορεί και να ‘χα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω. Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε σ’ ένα είδος ιλίγγου.

Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα και αιώνια• οποιοδήποτε απ’ αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να ‘ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται συνήθως κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή, κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ’ άστρα είναι άτομα — και τ’ άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να ‘ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. Σ’ αυτή την αγωνία βρισκόμουν, όταν θυμήθηκα ότι ο ιαγουάρος ήταν μία από τις ιδιότητες του θεού. Και τότε η ψυχή μου γέμισε ευσπλαχνία. Φαντάστηκα το πρώτο πρωινό του χρόνου, φαντάστηκα τον θεό μου να εμπιστεύεται το μήνυμα στο ολοζώντανο δέρμα των ιαγουάρων, που θα ζευγάρωναν και θα γεννοβολούσαν αδιάκοπα, σε σπήλαια, σε φυτείες ζαχαροκάλαμου, σε νησιά, μέχρι να δεχθούν το μήνυμα οι τελευταίοι άνθρωποι. Φαντάστηκα αυτό το δίκτυο των τίγρεων, αυτόν τον έμπυρο λαβύρινθο των τίγρεων, που σκορπούσε τον τρόμο στις βοσκές και στα κοπάδια, μόνο και μόνο για να φυλάξει ένα σχέδιο. Στο διπλανό κελί υπήρχε ένας ιαγουάρος• εξέλαβα αυτή τη γειτνίαση ως επιβεβαίωση της εικασίας μου και ως μυστική χάρη.

Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να μάθω τη σειρά και τη διάταξη των κηλίδων. Κάθε τυφλή μέρα που περνούσε, μου παραχωρούσε μια στιγμή φως, κι έτσι μπόρεσα να εντυπώσω στη μνήμη μου τα μαύρα σχήματα πάνω στο κίτρινο τρίχωμα. Άλλα ήταν στίγματα• άλλα σχημάτιζαν εγκάρσιες ραβδώσεις στο μέσα μέρος των πελμάτων• άλλα, δακτυλιωτά, επαναλαμβάνονταν. Μπορεί και να ήταν ένας μόνον ήχος ή μια μόνη λέξη. Πολλά είχαν κόκκινο περίγραμμα. Δεν θα πω πόσο κοπιαστικό ήταν το έργο μου. Πολλές φορές ούρλιαξα μέσα στο μπουντρούμι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει κανείς. Σιγά σιγά, το συγκεκριμένο αίνιγμα που με βασάνιζε άρχισε να με ανησυχεί λιγότερο από το γενικό: Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν• όταν λες «ο τίγρης», λες τις τίγρεις που τον γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη.

Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο• όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης ή βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μία λέξη και, μ’ αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι έλασσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όλα, κόσμος, σύμπαν, δεν είναι παρά απόηχοι ή ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μία γλώσσα.

Μια μέρα ή μια νύχτα —ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;— ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος• ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα• ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ’ αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ’ έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ’ ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ’ αλήθεια. Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα. Με ξύπνησε μια λάμψη. Στην κορυφή του σκοταδιού, διαγραφόταν ένας φωτεινός κύκλος. Είδα το πρόσωπο του δεσμοφύλακα, τα χέρια του, την τροχαλία, το σκοινί, το κρέας και τις κανάτες.

Κάθε άνθρωπος συγχέεται, βαθμιαία, με τη μορφή της μοίρας του• κάθε άνθρωπος είναι, πάνω απ’ όλα, οι περιστάσεις του. Πάνω από αποκρυπτογράφος ή εκδικητής, πάνω από ιερέας του θεού, ήμουν ένας φυλακισμένος. Γύρισα στη σκληρή μου φυλακή απ’ τον ανεξάντλητο λαβύρινθο των ονείρων, σαν να επέστρεφα στο σπίτι μου. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα τον τίγρη της, ευλόγησα τον φεγγίτη, ευλόγησα το γέρικο, βασανισμένο μου κορμί, ευλόγησα το σκότος και την πέτρα.

Και τότε συνέβη αυτό που δεν μπορώ ούτε να ξεχάσω ούτε να περιγράψω. Συνέβη η ένωσή μου με το θείον, με το σύμπαν (δεν ξέρω αν αυτές οι λέξεις διαφέρουν). Η έκσταση δεν επαναλαμβάνει τα σύμβολά της• υπάρχουν κάποιοι που είδαν τον Θεό σε μία λάμψη, υπάρχουν άλλοι που τον διέκριναν σ’ ένα σπαθί ή στους κύκλους ενός ρόδου. Εγώ είδα έναν θεόρατο Τροχό, που δεν ήταν μπρος στα μάτια μου, ούτε πίσω, ούτε στο πλάι μου, αλλά παντού, ταυτόχρονα. Ο Τροχός αυτός ήταν φτιαγμένος από νερό, αλλά και από φωτιά, παρόλο δε που φαινόταν το περίγραμμά του, ήταν άπειρος. Τον αποτελούσαν, το ‘να μέσα στ’ άλλο, όλα τα πράγματα που θα είναι, που είναι και που ήταν• εγώ ήμουν μία ίνα μέσα σ’ εκείνον τον ολοκληρωτικό μίτο, και ο Πέδρο δε Αλβαράδο, που με βασάνιζε, μια άλλη. Εκεί ήταν τα αίτια και τ’ αποτελέσματα, και δεν χρειαζόταν παρά να δω αυτόν τον Τροχό για να τα καταλάβω όλα, μέχρι τέλους. Ω χαρά τού να καταλαβαίνεις, πόσο πιο μεγάλη είσαι απ’ τη χαρά τού να φαντάζεσαι ή του να αισθάνεσαι! Είδα το σύμπαν και είδα τα κρυφά σήματα του σύμπαντος. Είδα τις απαρχές, όπως τις περιγράφει η Βίβλος των Κοινών. Είδα τα βουνά που αναδύθηκαν απ’ το νερό, είδα τους πρώτους ανθρώπους από ξύλο, είδα τα πιθάρια που χιμήξαν στους ανθρώπους, είδα τα σκυλιά που τους ρήμαξαν τα πρόσωπα. Είδα τον απρόσωπο θεό που υπάρχει, πίσω απ’ τους θεούς. Είδα άπειρες διεργασίες που κατέληγαν σε μία και μόνη μακαριότητα και, καταλαβαίνοντας τα πάντα, μπόρεσα να καταλάβω και τη γραφή του τίγρη. Είναι ένας τύπος, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις τυχαίες λέξεις (από δεκατέσσερις λέξεις που δείχνουν τυχαίες)• θα μου έφτανε να τον εκφέρω με δυνατή φωνή για να γίνω παντοδύναμος. Θα μου έφτανε να τον εκφέρω για να γκρεμίσω αυτό το πέτρινο μπουντρούμι, για να εισχωρήσει η μέρα μες στη νύχτα μου, γιανα γίνω νέος, για να γίνω αθάνατος, για να ξεσκίσει ο τίγρης τον Αλβαράδο, για να βυθίσω το άγιο μου μαχαίρι σε στήθια ισπανικά, για να παλινορθώσω την πυραμίδα, για να παλινορθώσω την αυτοκρατορία. Σαράντα συλλαβές, δεκατέσσερις λέξεις, και εγώ, ο Τζινακάν, θα κυβερνούσα τα εδάφη που κάποτε κυβέρνησε ο Μοντεζούμα. Κι όμως το ξέρω πως δεν θα τις πω ποτέ αυτές τις λέξεις, γιατί τον Τζινακάν δεν τον θυμάμαι πια.

Ας πεθάνει μαζί μου το μυστήριο που είναι γραμμένο στους τίγρεις. Όποιος έχει δει το σύμπαν, όποιος έχει δει τα έμπυρα σήματα του σύμπαντος, δεν μπορεί πια να σκέφτεται έναν άνθρωπο, να σκέφτεται τις κοινότοπες ευτυχίες ή δυστυχίες του, ακόμη κι αν πρόκειται για τον εαυτό του. Τι τον νοιάζει η ζωή αυτού του άλλου, η πατρίδα αυτού του άλλου, τώρα που ο ίδιος δεν είναι πια κανένας; Γι’ αυτό και δεν εκφέρω τον τύπο, γι’ αυτό κι αφήνω τις μέρες να με ξεχάσουν, γερμένος εδώ κάτω στο σκοτάδι.

Από το e-βιβλία

(για τον μεταφραστή του διηγήματος απευθυνθείτε στο παραπάνω σύνδεσμο)

Where Am I?

You are currently browsing the Διήγημα category at αγριμολογος.