Βασίλης Ραφαηλίδης: «Η αντίσταση κατά της Χούντας ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, σχεδόν ανύπαρκτη»

17/11/2019 § Σχολιάστε

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει χωρίς περιστροφές για το Πολυτεχνείο,
τη γενιά του και την… αντίσταση κατά της χούντας

©protagon.gr

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απʼ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας ταʼλεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.

Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.

Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.

Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε.Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες…ή περίπου.

Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο. Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη. Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα. Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.

Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση. Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου. Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια. Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα. Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως. Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο. Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί. Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου. Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα. Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας. Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.

Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.  

Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα.

Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας. Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.

Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απʼτους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.

Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού. Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.

Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων. Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος. Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!  

Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθʼοιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.

Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει. Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.

Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απʼτην ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απʼτο εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

Ακούστε τώρα και τον Γιώργο Σεφέρη στο περίφημο κείμενο του κατά της χούντας , γραμμένο το Μάρτιο του 1969 . Του χρειάστηκαν δυο χρόνια για να αποφασίσει  να μιλήσει , λίγο πριν πεθάνει : « Είναι μια κατάσταση ( η χούντα) που όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνο και μόχθο πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στο έλος , μέσα στα τελματωμένα νερά. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου..”   Γιατί κύριε ;  Είναι στάση πνευματικού ανθρώπου αυτή; “Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα πολιτικό δεσμό και μπορώ να πω χωρίς φόβο και πάθος : Βλέπω μπροστά μου το γκρεμό που μας οδηγεί η καταπίεση.Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει . Είναι εθνική επιταγή…”   Σύμφωνοι , σεβαστέ μου , μεγάλε ποιητή.Όμως και οι δικτάτορες για εθνική επιταγή μιλούν .

Ποιες από τις δυο εθνικές επιταγές είναι η σωστή ; Σας βεβαιώ καμία . Η δικτατορία δεν είναι λύση . Όμως ούτε η μεγαλόστομη αοριστολογία ενός σπουδαίου ποιητή που συνήθισε να κρύβεται πίσω απ` την αμφισημία της ποίησης είναι λύση .   Πάντως ο Σεφέρης μίλησε . Ο Ελύτης δε μίλησε. Πάρα πολλοί δε μίλησαν.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.

Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.

Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.  

Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα. Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού.

Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

(Οι υπογραμμίσεις είναι της Lifo.gr)


Πηγές:

  1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
  2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

http://www.lifo.gr/team/retrolifo/27586

[εφηβικοί έρωτες ·

05/11/2019 § Σχολιάστε

Marie Laforêt (05.10.1939 – 02.11.2019)

Les Vendanges de l’Amour

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car la vie toujours rassemble, oui la vie toujours rassemble,
malgré tout, ceux qui se quittent un jour.
Et le soleil do bel âge brillera après l’orage,
un beau matin pour sécher nos pleurs.
Et ta main comme une chaîne viendra se fondre à la mienne
enfin pour le pire et le meilleur.

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car je sais que tu ressembles, oui je sais que tu ressembles,
comme deux gouttes d’eau à l’amour.
Ma comparaison peut-être, sur tes lèvres fera naître,
un sourire en guise de discours.
Mais pourtant j’en suis certaine, ce soir autant que je t’aime,
oui ce soir tu ressembles à l’amour.

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car la vie toujours rassemble, oui la vie toujours rassemble,
malgré tout, ceux qui se quittent un jour.
Et le soleil do bel âge brillera après l’orage,
un beau matin pour sécher nos pleurs.
Et ta main comme une chaîne viendra se fondre à la mienne
enfin pour le pire et le meilleur.

écoutez le chanson/ ακούστε το τραγούδι >>>

Source: LyricFind
écrit par: Danyel Gerard / Michel Eugene Jourdan

[το χρώμα Του ήταν π ά ν τ α Μαύρο ·

05/07/2019 § Σχολιάστε

Φασισμός

Το μ ί σ ο ς του Φασισμού για την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, δεν κρύβονται. Η φωτογραφία δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη δίκαιη κοινωνία την οποία οραματίζονται. (πολλοί διαφωνήσαμε, με τη ανάρτηση της Athens Voice, αλλά διαφωνήσαμε προβάλλοντας τα επιχειρήματά μας…)

*

Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]

Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός’»)

2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)

[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]

[«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…»

29/05/2019 § Σχολιάστε

Καταγέλαστοι και αξιοδάκρυτοι

Niccolò Machiavelli, Φλωρεντία 1469-1527

Του ©Χρήστου Χωμενίδη

«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…» επισημαίνει το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη σε στίχους της Μέλπως Κολοκοτρώνη. Ολόσωστο. Η τέχνη τού να κερδίζεις και η τέχνη τού να χάνεις είναι μία. Απαιτεί να έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική συγκρότηση ώστε να μη σε παρασέρνει σαν φτερό στον άνεμο η λύπη ούτε όμως και η χαρά, πρωτίστως δε αίσθηση του μέτρου. Αυτό που λέμε χαρακτήρα. Ο Σύριζα απέδειξε περίτρανα, δυστυχώς, πως δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω.

Την εποχή τού καλπασμού, ο νους του είχε ψηλώσει δέκα φορές πάνω απ’τα ποσοστά του. Ξεχείλιζε από αλαζονεία, μισαλλοδοξία, από περιφρόνηση για όποιον στεκόταν απέναντί του. Οικειοποιούνταν αδίστακτα κεφάλαια ολόκληρα της Ιστορίας, την Εθνική και την Αντιδικτατορική Αντίσταση. Περιέφερε αυτάρεσκα ένα κληρονομημένο με πλαστούς τίτλους «ηθικό πλεονέκτημα». Κόμπαζε για τους διεθνείς επαίνους προς τον αρχηγό του δίχως να υποψιάζεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός -μετά τη δεκαεπτάωρη διαπραγμάτευση και την απόλυτη συνθηκολόγηση το θέρος του 2015- είχε μετατραπεί σε πρόθυμο διεκπεραιωτή, πειθήνιο τοποτηρητή των ξένων συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Φλόμωνε με ψέματα την κοινωνία, κυρίως δε τον εαυτό του.

Από την Κυριακή το βράδυ, ο Σύριζα καλείται να αντιμετωπίσει, να μεταβολίσει, μια εκλογική συντριβή. Το κάνει κατά τρόπο καταγέλαστο και αξιοδάκρυτο ταυτόχρονα.

Έχετε νοιώσει σίγουρα πελώρια αμηχανία παρακολουθώντας κάποτε μία άθλια παράσταση. Βλέποντας τους ηθοποιούς να ψελλίζουν, το σκηνικό να θυμίζει καραγκιόζ μπερντέ, τα όσα συμβαίνουν στο σανίδι να μην έχουν την παραμικρή πειστικότητα, πόσω δε μάλλον να μεταδίδουν συγκίνηση… Αυτό ακριβώς το αίσθημα προξενεί σήμερα ο Σύριζα. Κι όσο κι αν σε έχει ως πολίτη προσβάλει -ακόμα και προσωπικά υβρίσει ή συκοφαντήσει- τα περασμένα χρόνια, δεν σού γεννιέται αντικρίζοντας τον να ανεμίζει τα κουρέλια του παρά μελαγχολία.

Οι απλοί οπαδοί του, οι απολίτικοι επί της ουσίας άνθρωποι που σαγηνεύτηκαν από τα κούφια λόγια του, δέθηκαν στο άρμα του, φανατίστηκαν, αρνούνται να δεχτούν ότι πιάστηκαν κορόιδα. Θρηνούν κι οδύρονται και βλαστημούν την πλειοψηφία που δεν κατάλαβε -λένε- το μεγαλείο του Αλέξη και του’ δωσε να πιεί πικρό ποτήρι. «Καληνύχτα Κεμάλ…» γράφουν στο διαδίκτυο «αυτός ο κόσμος δεν θ’αλλάξει ποτέ.» Λες και τον άλλαζε τον κόσμο ο Σύριζα με τα επιδόματα της ντροπής, με τις κακόγουστες φανφάρες του, με τις δειλές μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν απ’ το μνημόνιο, με το υποκριτικό ενδιαφέρον του για τις μειονότητες. Λες και εξελισσόταν στην πατρίδα μας κάποια κοινωνική επανάσταση, η οποία ανεκόπη αιφνιδίως προχθές…

Όσοι πάλι περνιούνται για έγκυροι σχολιαστές της επικαιρότητας, διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, αρθρογραφούν εμβριθώς για τα αίτια της ήττας. Με στομωμένα αναλυτικά εργαλεία, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, μάς εξηγούν ότι «ο Τσίπρας επιχείρησε έναν ιδιότυπο τρίτο δρόμο εντός του ευρώ…» Τι περιελάμβανε ακριβώς αυτός ο «τρίτος δρόμος» αποφεύγουν βεβαίως να το αναφέρουν – πώς να περιγράψεις το κενό; Τα ρίχνουν έπειτα στην «πανευρωπαϊκή υποχώρηση της Αριστεράς», στην επικράτηση της «μεγάλης αστικής Δεξιάς» και τού «ολιγαρχικού σχεδίου» της.

Έχουν άραγε τέτοια τρικυμία εν κρανίω οι διανοούμενοι υπερασπιστές της Κουμουνδούρου ώστε να μην καταλαβαίνουν πως ο Σύριζα αποδοκιμάστηκε όχι εξαιτίας του αριστερού του προσωπείου αλλά επειδή πίσω από τη ριζοσπαστική του μάσκα -φτιαγμένη με υλικά των Απόκρεω- ξεπρόβαλε ένα πρόσωπο λιγούρικο, αρχοντοχωριάτικο, τραμπούκικο, ανίκανο εν τέλει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας και του λαού της;

Πως οι Έλληνες πολίτες δεν μαύρισαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη αλλά τον Παύλο Πολάκη; Ότι δεν γύρισαν την πλάτη στον Ρήγα Φεραίο, πόσω δε μάλλον στον Ιησού Χριστό -με τον οποίον είχε την παράνοια να συγκρίνει τον εαυτό του ο πρωθυπουργός- μα στον Αλέξη Τσίπρα που φιλοξενείται σε θαλαμηγούς, που χαρακτηρίζει τον Κυμπουρόπουλο γλάστρα, που περιστοιχίζεται από τον Καρανίκα κι από τον Πετσίτη; Ότι η σύγκρουση στις εκλογές της 26ης Μαΐου δεν ήταν ιδεολογική. Όταν σε βαραίνει το Μάτι κι εσύ έχεις το θράσος να το αποκαλείς ξαναζεσταμένο φαγητό, κανένα Bella Ciao, καμιά επίκληση στο «δίκιο των πολλών» δεν θα σε σώσει. Το έχεις μόνος σου το δίκιο βάναυσα καταπατήσει.

Αδημονούσα για την εμφάνιση τού Αλέξη Τσίπρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Το ενδιαφέρον μου ήταν και συγγραφικό – «πώς θα αντιδράσει» αναρωτιόμουν «ένας άνθρωπος, ο οποίος στα σαρανταπέντε του γνωρίζει την πρώτη του ήττα, πολιτικά αλλά και προσωπικά; Που έχοντας σμίξει με το ταίρι του από τα δεκάξι, δεν έχει καν γευτεί την πίκρα τής χυλόπιττας; Τι σοκ πρέπει να’ ναι για εκείνον ο οποίος πέρασε τη ζωή του μέχρι τώρα ατσαλάκωτος, αγαλβάνιστος, ανέγγιχτος από τις ματαιώσεις και τα βάσανα που διαμορφώνουν φρόνημα και σθένος ψυχικό;»

Τι είδα;

Ένα αγόρι αλαφιασμένο μεν και πληγωμένο αλλά διόλου σοφότερο. Κάποιον ο οποίος επέμενε να μηρυκάζει τα ίδια έωλα επιχειρήματα, στο ίδιο παρωχημένο ιδίωμα. Που -σάμπως να βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980- μιλούσε για τη «δημοκρατική παράταξη», εννοώντας το κόμμα του και τα ρετάλια που έχει εσχάτως περιμαζέψει. Που επέσειε το φόβητρο της Δεξιάς και το ξόρκι του νεοφιλελευθερισμού. Που ως μόνο λάθος του αναγνώρισε την υπερβολική του αισιοδοξία κι ως καταληκτικό του επιχείρημα επικαλέστηκε ότι ο ίδιος και οι σύντροφοί του είναι καλά παιδιά, συμπάσχουν -λέει- με τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους, ενώ οι αντίπαλοί τους κάτι άθλιοι τύποι, οι οποίοι νοιάζονται μονάχα για την πάρτη τους. Ο Νίκος Φώσκολος της τηλεοπτικής «Λάμψης» σίγουρα θα τον καμάρωνε. Ο Κάρολος Μαρξ αντιθέτως θα άφριζε ακούγοντάς τον…

Άμα πάει με αυτά τα όπλα ο Αλέξης Τσίπρας στις βουλευτικές εκλογές -και πού να βρει καλύτερα ένας άνθρωπος με ελλιπή μόρφωση και ανύπαρκτη εκτός του κομματικού σωλήνα κοινωνική πείρα-, αν διεκδικήσει με τέτοιες μπαρούφες (και δίχως πλέον το φωτοστέφανο του αήττητου) την ψήφο των Ελλήνων, το βράδυ της 7ης Ιουλίου θα νοσταλγεί τα ποσοστά της 26ης Μαΐου. Έσται η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης…

Δεν ξέρω εάν η Νέα Δημοκρατία θα μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Σίγουρα πάντως η Ελλάδα θα έχει άμεση ανάγκη από μια αντιπολίτευση στο ύψος των περιστάσεων, στις ανάγκες των καιρών. Πώς θα μπορούσε η αντιπολίτευση αυτή να’ναι ο σημερινός Σύριζα;

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

Where Am I?

You are currently browsing the ειδήσεις category at αγριμολογος.