[Περικλής Κοροβέσης, 50 χρόνια «Ανθρωποφύλακες»·

21/01/2020 § Σχολιάστε


Περικλής Κοροβέσης, Ανθρωποφύλακες, Επετειακή ένατη έκδοση (1969-2009), με Εισαγωγές των Πιέρ Βιντάλ Νακέ και Δημήτρη Ραυτόπουλου και νέα Επίμετρα των Γιάνη Γιανουλόπουλου, Δημήτρη Ψαρρά και Περικλή Κοροβέση. Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2019, σελ. 141 (συν φωτογραφικό παράρτημα)

Από το τεύχος 113, Ιανουάριος 2020 της Athens Review of Books

Το αριστούργημα (και από λογοτεχνικής απόψεως) του Περικλή Κοροβέση Ανθρωποφύλακες δεν είναι απλώς μια πολύ καλογραμμένη μαρτυρία από έναν ταλαντούχο συγγραφέα, ούτε αφορά μόνο τους έλληνες που υπέστησαν βασανιστήρια επί χούντας· είναι τόσο πυκνό, βαθύ και ανθρώπινο, που μένει χαραγμένο στο μυαλό του αναγνώστη, όπως το Αν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι ή το Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Σολζενίτσιν. Επειδή η ύλη του τεύχους της ARB είχε ουσιαστικά κλείσει, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το επίμετρο του Δημήτρη Ψαρρά. Θα μας δοθεί όμως η ευκαιρία να μιλήσουμε αναλυτικότερα γι’ αυτό το οδυνηρά απολαυστικό έργο σε επόμενο τεύχος.

Δύο βιβλία σφράγισαν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Το πρώτο ήταν το πολύτομο Πιστεύω μαςτου Γεωργίου Παπαδόπουλου, ένα «Μάιν Καμπφ» αλά ελληνικά, με τη συμπυκνωμένη σοφία του δικτάτορα. Το δεύτερο ήταν οι Ανθρωποφύλακες, η προσωπική μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση για το απάνθρωπο εκείνο καθεστώς, βασισμένη σε όσα κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τα βασανιστήρια που υπέστη. Το πρώτο εκδόθηκε με χρήματα του δημοσίου και διανεμήθηκε με το ζόρι σε σχολεία και κρατικές υπηρεσίες. Το δεύτερο εκδόθηκε σε 25 πολυγραφημένα αντίτυπα, από τον ίδιο τον συγγραφέα, που το χτύπησε στο στένσιλ και το τύπωσε στον πολύγραφο (παρανόμως) στο φουαγιέ του «Τζον Νοξ» στη Γενεύη με δικά του έξοδα ελλείψει χορηγού. Το βιβλίο ακολούθησε την αυτόνομη πορεία του και κυκλοφόρησε παράνομα ‒τυπωμένο πια‒ στην Ελλάδα.

Ο Περικλής κατανίκησε τον Παπαδόπουλο ως συγγραφέας. Ενώ κανείς δεν ασχολείται πια με το Πιστεύω μας, οι Ανθρωποφύλακες διατηρούν ατόφια τη λογοτεχνική και πολιτική τους αξία. Και ξαναγυρίζουμε σ’ αυτούς, προκειμένου να αποκρούσουμε τις ανιστόρητες συγκρίσεις της χούντας με τις σημερινές ελλειμματικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, αλλά και για να κατανοήσουμε τον ρόλο της βίας στα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, καθώς και την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος μετατρέπεται σε βασανιστή. Και κυρίως: να ξαναδώσουμε το πραγματικό της νόημα στη λέξη «αντίσταση».

Ειρωνεία της τύχης. Ο Παπαδόπουλος έχει περιλάβει στους τόμους του Πιστεύω μας σχεδόν όλες τις δηλώσεις και τις συνεντεύξεις του, φυσικά κατάλληλα φτιασιδωμένες, προκειμένου να απαλειφθεί κάπως η αφόρητη ρητορική του. Στις ελάχιστες συνεντεύξεις που έχουν παραλειφθεί από αυτό το κόρπους της σκέψης του δικτάτορα ξεχωρίζουν οι δυο που έχουν άμεση σχέση με τους Ανθρωποφύλακες. Βέβαια είχαν δημοσιευτεί ‒και μάλιστα πανομοιότυπες‒ στον Τύπο της εποχής.

Η πρώτη αναφερόταν στην παρουσίαση της μαρτυρίας του Κοροβέση στο αμερικανικό περιοδικό Look (Μάιος 1969). Ήταν παραμονές της κατάθεσής του στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο Παπαδόπουλος εμφανίστηκε εξαιρετικά εκνευρισμένος από τις αποκαλύψεις: «Διερωτώμαι [σ.σ. σε σχέση με το δημοσίευμα], μήπως είχε δίκαιον πριν από χρόνια κάποιος Άγγλος πρωθυπουργός, όταν εχαρακτήριζε τον Τύπον ως πόρνην, όταν σήμερον ημείς, οι οποίοι επιθυμούμεν να χαρακτηριζόμεθα ως πολιτισμένη ανθρωπότης αποδεχόμεθα τας πλέον ευφαντάστους και κακοήθεις συκοφαντίας τας οποίας θα ημπορούσε να κατασκευάσει εις τον εγκέφαλόν του ένας ψυχοπαθής με πιστοποιητικόν νοσοκομείου ως ψυχοπαθούς και με τας οποίας ημείς ερχόμεθα να «διαφωτίζωμεν» δέκα εκατομμύρια αναγνωστών εις τον κόσμον; […] Και διά να τελειώνω την επί του δημοσιεύματος του «Look» θέσιν μου, εξ υποχρεώσεως προς την ιστορίαν του ελληνικού λαού, διά τον σεβασμόν προς την αλήθειαν, εξ υποχρεώσεως προς την ανάγκην να πληροφορηθούν κάποτε οι άνθρωποι ότι μόνον με τον σεβασμόν προς την αλήθειαν δυνάμεθα να επιβιώσωμεν εν ειρήνη και ελευθερία και θεωρών ότι οι υπεύθυνοι και ιδιοκτήται και αρχισυντάκται του περιοδικού δεν έχουν ευθύνην επί του δημοσιεύματος, το οποίον παρεισέφρησεν εις τας σελίδας των, τους καλώ, με εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπόν των, φέροντα εν συνοδεία και τον καταμηνυτήν, διά τον οποίον αναλαμβάνω και την κάλυψιν της ελευθερίας του και της ασφαλείας του και τα έξοδά του, να επισκεφθούν την χώραν, να ερευνήσουν την αλήθειαν αυτών τα οποία εδημοσίευσαν, και τους υπόσχομαι ότι τους υπευθύνους των τυχόν αληθειών τας οποίας θα διαπιστώσουν, θα τους εκτελέσω εις την Πλατείαν Συντάγματος, αναλαμβάνων απολύτως την ευθύνην».[1](…)

Ένα μήνα αργότερα από την αρχική του δήλωση, ο Παπαδόπουλος σε άλλη συνέντευξη ανακαλούσε την αρχική του πρόσκληση: «Το περιοδικόν Look παρεξήγησε την πρόσκλησίν μου, η οποία ευθέως ανεφέρετο εις δημοσιογραφικήν έρευναν. Ενόμισε το περιοδικόν ότι του εζήτησα να στείλει εξεταστικήν των πραγμάτων επιτροπήν και μάλιστα επιτροπήν συγκροτουμένην από πρόσωπα τα οποία εκ της μέχρι τούδε, επί διετίαν, ιστορίας των, έχουν αποδείξει την προκατάληψίν των εναντίον μας και έχουν πάρει την θέσιν των συκοφαντών μας. Δι’ επιστολής διηυκρινίσθη εις το «Look» ότι εμμένω εις την θέσιν, ότι είμαι έτοιμος να δεχθώ τον οιονδήποτε δημοσιογράφον διά δημοσιογραφικήν έρευναν και μόνον».[2]

Τι μεσολάβησε μεταξύ των δύο δηλώσεων του Παπαδόπουλου; Μα η κατάθεση του Κοροβέση στις 16.6.1969 ενώπιον της υποεπιτροπής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία εξέταζε τη λεγόμενη «Ελληνική Υπόθεση», μετά από προσφυγές τεσσάρων ευρωπαϊκών κρατών εναντίον της Ελλάδας (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ολλανδία), με την κατηγορία της παραβίασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από το καθεστώς της χούντας. Η κατάθεση του Κοροβέση που καταλαμβάνει στην περιληπτική της μορφή 17 σελίδες στον επίσημο τόμο που εκδόθηκε για την υπόθεση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αποκάλυψη του πραγματικού προσώπου και των μηχανισμών επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος και μαζί με άλλες μαρτυρίες και ντοκουμέντα που δημοσιοποιήθηκαν τότε, υποχρέωσε τη χούντα να αποσυρθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, προκειμένου να αποφύγει την ατιμωτική αποπομπή.[3]

Οι αποκαλύψεις του περιοδικού Look απασχόλησαν και το αμερικανικό Κογκρέσο, όπου καταγράφηκε η αρχική πρόσκληση του Παπαδόπουλου, και μάλιστα με έγγραφο της ελληνικής πρεσβείας της Ουάσιγκτον, καθώς και η απάντηση του περιοδικού, το οποίο ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτούν την Ελλάδα ο συντάκτης του άρθρου Christopher S. Wren, ο φωτογράφος Thomas R. Koenig, ο δικηγόρος James Becket, και το μέλος του Κογκρέσου Donald Edwards.[4] Λίγες μέρες αργότερα, ο Παπαδόπουλος υπαναχώρησε άτακτα, ομολογώντας εμμέσως την αλήθεια των καταγγελλομένων.

_______________
[1] Νέα Πολιτεία, 8.6.1969.

[2] Νέα Πολιτεία, 13.7.1969.

[3] Yearbook of the European Convention on Human Rights, 1969, The Greek Case, Martinus Nijhoff, Χάγη 1972, σ. 274-291.

[4] Congressional Record Senate, 26.7.1969, σ. 7284.

[Ντροπή! Γιατί δεν επενέβη η Ελληνική Αστυνομία;

20/01/2020 § Σχολιάστε

Ακροδεξιοί ξυλοκόπησαν στο Σύνταγμα τον δημοσιογράφο της Deutsche Welle, Θωμά Ιακόμπι.
«Με χτυπούσαν τέσσερα λεπτά, δεν επενέβη κανείς»…

Κάλυπτε συγκέντρωση για το μεταναστευτικό – προσφυγικό στο Σύνταγμα….

Σύμφωνα με όσα ανέφεραν αστυνομικές πηγές, ο φωτορεπόρτερ δέχθηκε ξαφνικά επίθεση από άγνωστα άτομα, μόλις τον είδαν να τραβάει φωτογραφίες από τη συγκέντρωση, ενώ όταν έσπευσαν αστυνομικοί στο σημείο για να τον βοηθήσουν εκείνος τούς είπε ότι επιφυλάσσεται για κάθε νόμιμο δικαίωμά του και πως πρόκειται να καταθέσει μήνυση. Η αστυνομία δεν έχει προχωρήσει σε κάποια προσαγωγή έως αυτήν την ώρα.

Σύμφωνα με όσα μετέδωσε ο ΣΚΑΪ επρόκειτο για ομάδα των ακροδεξιών που πλησίασε τον δημοσιογράφο, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει ντοκιμαντέρ για τη Χρυσή Αυγή, και του ζήτησαν τα στοιχεία ταυτότητάς του. Εκείνος αρνήθηκε και στη συνέχεια η ομάδα των ακροδεξιών του επιτέθηκε χτυπώντας τον στο κεφάλι. Οι δράστες του πήραν και την κάμερά του. Ο δημοσιογράφος κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια συναδέλφων του δημοσιογράφων κατά των οποίων επίσης κινήθηκαν οι ακροδεξιοί.
Ο Θωμάς Ιακόμπι είναι ένας εκ των δύο σεναριογράφων του ντοκιμαντέρ «Χρυσή Αυγή Προσωπική υπόθεση» το οποίο σκηνοθέτησε η Angélique Kourounis και είχε δεχθεί και παλαιότερα επίθεση.

Τι δήλωσε ο ίδιος:
«Πέρσι σχεδόν την ίδια μέρα, έγινε το ίδιο κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης για το Μακεδονικό. Με αναγνώρισαν γιατί μαζί με την Ανζελίκ Κουρούνη είχαμε κάνει την ταινία «Χρυσή Αυγή: Μια προσωπική υπόθεση». Σήμερα μου την πέσανε και επί τέσσερα λεπτά με χτυπούσαν μέχρι που ήρθαν τα ΜΑΤ και εξαφανίστηκαν δια μαγείας. Κανείς δεν επενέβη, αυτό ήταν το πιο σοκαριστικό, όχι ότι μου την έπεσαν οι φασίστες, δεν περίμενα κάτι άλλο από αυτούς τους ανθρώπους. Δεν έχουν τίποτα άλλο μέσα στην γκάμα δραστηριοτήτων τους παρά βία και μίσος. Χαίρομαι που για δεύτερη φορά ήμουν τυχερός και δεν έβγαλαν μαχαίρι, γκλομπ ή σιδερογροθιές, όπως με τον Παύλο Φύσσα.

Νόμιζα ότι με τόση πολλή αστυνομία μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου σήμερα, όμως έκανα πάλι λάθος. Δεν είναι όμως λόγος να κρυφτώ και δεν θα φοβηθώ. Θα βγει κι αυτό στην δεύτερη ταινία που ετοιμάζουμε τώρα για τη Χρυσή Αυγή»…

Διαβάστε όλο το άρθρο > 

[Η τάξη υπηρετεί την ελευθερία, όχι αντίστροφα

23/12/2019 § Σχολιάστε

Γιώργος Σεφέρης: «Αυτός είναι ο θίασός μας, με αυτόν θα παίξουμε»

από τους –μπα δεν είν’ φασίστες– που δεν τους αρέσουν τα Κυριακάτικα εορταστικά του κοσμάκη (μολότοφ ανάμεσα σε κόσμο και πολλά παιδιά). Είναι κατά του συστήματος, μη νομίζετε…

Ένα ψύχραιμο κείμενο ορθολογικής σκέψης

Του Χρήστου Χωμενίδη στο Capital.gr

O μόνος τρόπος μερικές φορές για να δεις καθαρά την πραγματικότητα είναι να την περιγράψεις όσο πιο απλά μπορείς. Σαν να την παρουσίαζες σε κάποιον εντελώς άσχετο. Ο οποίος μόλις προσγειώθηκε εντός της. Πάμε λοιπόν!

Γεγονός πρώτο: Ιεραρχώντας οι πολίτες τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, σε υψηλότατη προτεραιότητα τοποθετούν τη δημόσια τάξη. Δηλαδή την έλλειψή της.

Παρατηρείται εδώ και αρκετά χρόνια στην Ελλάδα μιά γενικευμένη ανασφάλεια που δηλητηριάζει την καθημερινότητα. Δεν αφορά αποκλειστικά στα κρούσματα «εξεγερσιακής» βίας. Περισσότερο θίγει τους πολίτες το κοινό έγκλημα. Η διάχυτη αίσθηση πως εάν μια δράκα φτωχοδιαβόλων ή μεγαλοκακοποιών βάλει εσένα, το σπίτι ή το μαγαζί σου στο μάτι, δεν έχεις ουσιαστικά περιθώριο αντίδρασης. Θα ορμήσουν, θα αρπάξουν, θα βιαιοπραγήσουν πιθανότατα. Δεν μιλάμε για τα ακριβά προάστια αλλά και για τις μικροαστικές και τις λαϊκές γειτονιές. Όταν -τον Οκτώβριο- μπούκαραν στο διαμέρισμά μου και αφαίρεσαν ό,τι πρόφτασαν, εντάχθηκα στη θλιβερή χορεία των τρεισίμισι και πλέον χιλιάδων θυμάτων διαρρήξεων ετησίως μονάχα στην Κυψέλη. Συνειδητοποίησα πως οι μισοί σχεδόν γνωστοί και φίλοι μου έχουν υποστεί τα ίδια ή και χειρότερα.

Η παραπάνω θλιβερή κατάσταση είναι πιθανόν αναμενόμενη σε μία χώρα που γονάτισε από την πολυετή οικονομική κρίση και κατακλύζεται από αλλεπάλληλα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα. Υπάρχει εκεί έξω ανέχεια, οργή, απελπισία. Πρέπει να αντιμετωπισθεί -ή να τιθασσευθεί τουλάχιστον- ώστε να μην οδηγήσει στην απόλυτη ανομία. Αυτή η αναγκαιότητα διαμόρφωσε καθοριστικά την ψήφο των Ελλήνων στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019.

Γεγονός δεύτερο: Σχηματίζοντας κυβέρνηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εμπιστεύθηκε το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη στον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Ο Χρυσοχοΐδης συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που φαίνεται να τον καθιστούν τον ιδανικό για τη θέση στην παρούσα τουλάχιστον συγκυρία. Σε προηγούμενη θητεία του, χάρη εν πολλοίς σε εκείνον, πιάστηκε η «17 Νοέμβρη». Δεκάδες υπουργοί είχαν προηγηθεί και είχαν αποδειχθεί φλύαροι και άγονοι. Ο Χρυσοχοΐδης έχει τρωθεί προσωπικά από το έγκλημα, η στυγερή δολοφονία του υπασπιστή του Γιώργου Βασιλάκη το 2010 τον ακολουθεί ως ανεπούλωτο τραύμα. Ο Χρυσοχοΐδης έχει σοβαρό και στιβαρό προφίλ, απέχει από πομφόλυγες και πολιτικαντισμούς. Προέρχεται επίσης από το Πασόκ, απολαμβάνει άρα ευρύτερης αποδοχής.

Αναλαμβάνοντας ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, επέλεξε να ρίξει ιδιαίτερο βάρος στο «πολιτικό» έγκλημα, το οποίο -εδώ και χρόνια- διαπλέκεται ή καλύπτει το αμιγώς ποινικό. Κοινό μυστικό πως στα Εξάρχεια, για παράδειγμα, κουμάντο δεν κάνουν οι αντιεξουσιαστές τής συμφοράς αλλά οι μαφίες. Ίσως και οι προβολείς της δημοσιότητας να έπεσαν πάνω σε αυτή του κυρίως τη δραστηριότητα, που εκ των πραγμάτων είναι η πιο θεαματική. Με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ξεκίνησε η εκκαθάριση των σχολών από κακοποιά είτε απλώς άσχετα προς την εκπαιδευτική διαδικασία στοιχεία. Η εικόνα τού Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) πριν και μετά έδωσε πόντους στη φρέσκια κυβέρνηση. Ξεκίνησε παράλληλα η ΕΛΑΣ να εκκενώνει τις καταλήψεις.

Τί σόι πράγμα είναι η ΕΛΑΣ; Προφανώς ό,τι και η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία. Μία ασπαίρουσα αντίφαση. Στις τάξεις της βρίσκεις έξοχους επαγγελματίες μα και νωθρούς δημόσιους υπαλλήλους καθώς και ανθρώπους με μια -λιγότερο ή περισσότερο διεστραμμένη- αίσθηση αποστολής και υπεροχής. Θα υπέθετε κανείς ότι σε σώματα όπως τα ΜΑΤ η τελευταία κατηγορία συναντάται συχνότερα. Δεν διαθέτουμε δυστυχώς έγκυρες μαρτυρίες εκ των έσω, με μοναδική εξαίρεση το βιβλίο του Χρήστου Μπρατάκου «ΜΑΤ, Οι Κρανοφόροι», το οποίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις της Εστίας το μακρινό 1990. Όπως και να έχει, αναλαμβάνοντας ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης την πολιτική ηγεσία (και) της ΕΛΑΣ δεν είχε άλλη επιλογή από τη σοφή φράση του Γιώργου Σεφέρη: «Αυτός είναι ο θίασός μας, με αυτόν θα παίξουμε.» Καθώς δε κατέχει πτυχές άγνωστες στον απλό πολίτη, τοποθέτησε ως γενικό γραμματέα του υπουργείου τον κύριο Τσουβάλα, αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας όταν συνέβη η τραγωδία στο Μάτι, στόχο των επικρίσεων τής τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα μάς αποκαλύψει ίσως το γιατί.

Εδώ και λίγους μήνες, η ΕΛΑΣ βγάζει έναν εαυτό ασυγκρίτως δυναμικότερο από ποτέ άλλοτε κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία. Φέρνει αποτελέσματα, θετικά και αρνητικά.

Οφείλουμε να τής πιστώσουμε το γεγονός ότι και οι δύο επέτειοι κατά τις οποίες η Αθήνα πυρπολούνταν -του Πολυτεχνείου και της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου- κύλησαν φέτος σχεδόν αβρόχοις ποσί, με ελάχιστα έκτροπα.

Πρέπει να της χρεώσουμε -στα πλαίσια αν μη τι άλλο της αντικειμενικής ευθύνης της- τις καταγγελίες (μετά οπτικών και ηχητικών συχνά ντοκουμέντων, ενίοτε ίσως πλαστών) περί υπέρβασης εξουσίας, ασύμμετρης αντιμετώπισης των παραβατικών συμπεριφορών, αυταρχισμού, ωμής και αδικαιολόγητης βίας. Καταγγελίες που κορυφώθηκαν με το περιστατικό της οδού Ματρόζου.

Το τι ακριβώς συνέβη στην οικία Ινδαρέ θα το μάθουμε -ελπίζουμε- στη δίκη που ορίστηκε για τις 15 Μαϊου 2020. Ο ίδιος ο Δημήτρης Ινδαρές στις δηλώσεις του κράτησε αξιοθαύμαστη στάση, υπεράνθρωπη σχεδόν ψυχραιμία. Δεν ξέρω ποιός άλλος στη θέση του θα τιμούσε τόσο το αξίωμα του δημοκρατικού πολίτη.

Το ποιοί επωφελήθηκαν -ή δοκίμασαν να επωφεληθούν- από το γεγονός είναι πασίγνωστο.

Οι «αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες», με τις οποίες η ηγεσία τού Σύριζα -ελλείψει, επί τού παρόντος, συγκροτημένης αντιπολιτευτικής στρατηγικής- δυστυχώς συμπορεύεται. Οι εμπορευόμενοι προς ίδιον κέρδος την ευαισθησία και τη διαφορετικότητα. Οι εξ’επαγγέλματος ή καθ’έξιν υπερασπιστές των δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων μόνο όσων οι ίδιοι γουστάρουν. Οι άνθρωποι που κατά τις «ηρωικές» ημέρες του αντιμνημονιακού αγώνα καμάρωναν να γιαουρτώνουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, αγάλλονταν με τον αιματηρό προπηλακισμό του Κωστή Χατζηδάκη και την επίθεση στον Γιώργο Κουμουτσάκο. Οι οποίοι τήρησαν σιγήν ιχθύος για την τραγωδία στη Μαρφίν. Που υιοθέτησαν τη θεωρία της «καλής βίας», αφού -κατά την άποψή τους- κακή βία ήταν μόνο τα μνημόνια και τα συμπαρομαρτούντα τους. Που σφύριζαν αδιάφορα όταν ο Πάνος Καμμένος κραύγαζε «λιντσάρετε τον Πάχτα!».

Ποιοί άλλοι; Κάτι πολιτικάντηδες του καφενείου, διαπρύσιοι κήρυκες του «νόμου και της τάξης» με τον τρόπο τής μετεμφυλιακής, χωροφυλακίστικης Δεξιάς. Κάτι τηλεοπτικά ανομήματα, τυχάρπαστοι που ενώ ανήκουν -ως μη όφειλαν- στο κόμμα του Παύλου Μπακογιάννη εκπέμπουν τον διχαστικότερο λόγο. Σαν εκείνον τον φρέσκο βουλευτή ο οποίος -αναμετρόμενος με το έρεβος- σχολίασε τον Δημήτρη Ινδαρέ ως εξής: «Αφού δεν μπόρεσε να διακριθεί ως πετυχημένος σκηνοθέτης στη μυθοπλασία του κινηματογράφου, ελπίζει σε νέα καριέρα μετατρέποντας την πραγματικότητα σε μύθο, προς τέρψιν των ιδεοληπτικών συντρόφων του τής αριστεράς.» Ο εν λόγω συκοφαντεί τον Ινδαρέ, που όλες οι ταινίες του έχουν βραβευθεί και η προσφορά του στον κινηματογράφο πανθομολογείται.

Τα δύο πολιτικά άκρα είναι, έτσι κι αλλιώς, τούβλα στον ίδιο τοίχο. Τα συνδέει η λάσπη.

Καθήκον οπωσδήποτε τού Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και του Μιχάλη Χρυσοχοϊδη προσωπικά είναι να μην δίνει στα άκρα πατήματα. Και ακόμα περισσότερο να σέβεται και να περιφρουρεί την αυταξία του καθενός μέσα στην ελληνική επικράτεια, ακόμα και όταν ενέχεται σε εγκλήματα.

Προτάθηκαν τις τελευταίες ημέρες διάφοροι τρόποι ώστε η ΕΛΑΣ να (αυτό)πειθαρχήσει. Πιο πειστικότερος ακούγεται ο πιο απλός. Να φέρουν οι αστυνομικοί, επιχειρούντες, κάμερες. Ώστε η αλήθεια να βγαίνει ακαριαία στο φως. Ώστε κανείς, όσο κακόπιστος κι αν είναι, να μην μπορεί να αμφισβητήσει τα γεγονότα. Θα πρόσθετα και κάτι ακόμα. Το ίδιο το υπουργείο να επικοινωνήσει παγκοίνως, σύντομα και κατανοητά, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του πολίτη οσάκις έρχεται αντιμέτωπος με την αστυνομία. Ώστε ο καθένας να γνωρίζει ακριβώς τα όρια του. Ώστε κανείς να μην μπορεί να πει «δεν ήξερα»…

Η μάχη της δημόσιας τάξης πρέπει να κερδηθεί. Προς το συμφέρον ιδίως των λιγότερο προνομιούχων. Αυτό όμως δεν θα γίνει εάν δεν εμπεδωθεί η αυτονόητη σε μια δημοκρατία θέση: Η τάξη υπηρετεί την ελευθερία. Όχι το αντίστροφο.

Καλά Χριστούγεννα.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας/em>

Η Ανατομία των Ολοκληρωτισμών

22/12/2019 § Σχολιάστε

Στέφαν Τσβάιχ, Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Καστελιόν κατά Καλβίνου, μτφρ. Δημήτρης Δημοκίδης, επιμ. Χ.Ε. Μαραβέλιας, Πρόλογος Μανώλης Βασιλάκης, Athens Review of Books, Αθήνα 2019, σελ. 336

Του ©Μανώλη Βασιλάκη στην Athens Review of Books

Το παρακάτω κείμενο είναι ο πρόλογος του βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε.

Το όνειρό μου εδώ και είκοσι χρόνια ήταν να εκδώσω ‒και αν ήταν δυνατόν να μοιράσω δωρεάν‒ το αριστούργημα Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Καστελιόν κατά Καλβίνου (Castellio gegen Calvin oder Ein Gewissen gegen die Gewalt, 1936)[1]. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Στέφαν Τσβάιχ, το οποίο αφού δημοσιεύσαμε σε συνέχειες στην Athens Review of Books τώρα κυκλοφορεί και σε μορφή ενός καλαίσθητου βιβλίου, σε μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη και επιμέλεια Χ.Ε. Μαραβέλια.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα πιο αδικημένα αριστουργήματα, καθώς δεν γνώρισε πουθενά την εκδοτική επιτυχία, τις αλλεπάλληλες εκδόσεις και ανατυπώσεις που είχαν άλλα έργα του Τσβάιχ. Η κυριότερη αιτία είναι νομίζω ο τίτλος: Καστελιόν κατά Καλβίνου, που δημιουργεί την παρεξήγηση ότι το θέμα του είναι μια «παλαιά θεολογική διαμάχη» και ως εκ τούτου δεν μας αφορά. Για τον ίδιο λόγο συνεχίζει να αδικείται και στις μέρες μας, καθώς επανακυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στα αγγλικά με τον τίτλο The Right to Heresy: Castellio Against Calvin. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέξαμε να αντιστρέψουμε τον τίτλο και τον υπότιτλο του γερμανικού πρωτοτύπου. Άλλωστε, όπως έγραφε ο Καστελιόν, «χαρακτηρίζουμε αιρετικούς όλους εκείνους που δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας». Κι αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις θεολογικές απόψεις και διαμάχες, αλλά εκτείνεται και σε πολλά άλλα πεδία.

Το έργο Καστελιόν κατά Καλβίνου του Τσβάιχ εκδόθηκε το 1936, δηλαδή την εποχή των Μουσολίνι, Χίτλερ και Στάλιν, της ανόδου και κυριαρχίας των ολοκληρωτισμών. Ο Τσβάιχ επέλεξε ως ήρωά του τον Σεβαστιανό Καστελιόν για να μιλήσει για τα πιο διαχρονικά ζητήματα. Όπως σημειώνει, η θεολογική εκείνη διαμάχη δεν ήταν παρά μια μάσκα της αέναης αντιπαράθεσης της ανεκτικότητας έναντι της μισαλλοδοξίας, της ελευθερίας έναντι της χειραγώγησης, του ουμανισμού έναντι του φανατισμού, της ατομικότητας έναντι της μηχανοποίησης και της ισοπεδωτικής ομοιομορφίας, της συνείδησης έναντι της βίας και της αυθαιρεσίας. Σ’ αυτό το βιβλίο θα βρει κανείς και την εναργέστερη εξήγηση του πώς επιβάλλεται ένα αυταρχικό καθεστώς, μια δικτατορία, μια τυραννία, ένας ολοκληρωτισμός, παρότι οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους θέλουν να ζουν ελεύθεροι. (Δεν είναι αρκετή, δεν αρκεί η αγάπη μας για την ελευθερία, παρατηρεί πικρά ο Σολζενίτσιν). Ο Τσβάιχ ήθελε με αυτό τον τρόπο να μιλήσει για τους ολοκληρωτισμούς την εποχή που μεσουρανούσαν, την εποχή που κομμουνισμός, φασισμός, ναζισμός δεν ήταν κακόφημοι, αλλ’ αντιθέτως ήταν τα πιο δημοφιλή πολιτεύματα, με τη δημοκρατία να βρίσκεται σε υποχώρηση και μαρασμό.

Ο Καστελιόν έδωσε έναν άνισο αγώνα, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η τελική έκβαση θα ήταν η συντριβή του, με αντίπαλο έναν πανίσχυρο τύραννο και μοχθηρό κάτοχο της απόλυτης αλήθειας, ο οποίος επεδίωκε να τον εξοντώσει. Με το ψευδώνυμο Μάρτιν Μπέλλιους συνέγραψε το μανιφέστο του Περί αιρετικών[2], ενάντια στη βία, για ανεξιθρησκία και ανοχή, το 1554, πολύ πριν από τον Μίλτον (Αρεοπαγιτικά, 1644)[3], τον Σπινόζα (Θεολογικοπολιτική πραγματεία, 1670)[4], τον Λοκ (Επιστολή για την ανεξιθρησκία, 1689)[5], τον Μπέυλ (Ιστορικό και κριτικό λεξικό, 1697)[6], τον Χιουμ (Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, 1739-40)[7], τον Βολταίρο (Πραγματεία περί ανεκτικότητας, 1763),[8] ή τον Τζον Στιούαρτ Μιλ (Περί Ελευθερίας, 1859)[9]. Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, για την οποία αγωνίστηκε ο Καστελιόν, το πιο θεμελιώδες δηλαδή ανθρώπινο δικαίωμα που πρώτο καταλύει κάθε τυραννία και επιβουλεύεται κάθε εξουσιαστής, ήταν το μέγα θέμα που επέλεξε ως καταλληλότερο ο Τσβάιχ για να μιλήσει σ’ εκείνη την εποχή των τεράτων του ολοκληρωτισμού. Όπως δέκα χρόνια αργότερα ο Καμύ επέλεξε την αλληγορία της πανούκλας.

Η μελέτη, ακόμη και η απλή ανάγνωση, του αριστουργήματος του Τσβάιχ, δείχνει πόσο νοσηρές ή και ύποπτες είναι οι προσπάθειες που καταβάλλονται, επί δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από διάφορους φιλοσόφους και λοιπούς θεωρητικούς ή θεωρητικολογούντες να εντοπίσουν τις απαρχές του ολοκληρωτισμού στον Διαφωτισμό, αντί να τις αναζητήσουν εκεί που πραγματικά βρίσκονταν πάντα.

Το βιβλίο αυτό του Τσβάιχ, στη δική μου πρόσληψη, θα έπρεπε να έχει τίτλο Η Ανατομία των Ολοκληρωτισμών. Ακόμη κι ένα κεφάλαιό του αξίζει παραπάνω από ολόκληρα πολύκροτα έργα που οι πάντες επικαλούνται (η κοινοτοπία της επιπολαιότητας!), αλλά λίγοι διάβασαν, λιγότεροι κατανόησαν και ελάχιστοι αμφισβήτησαν. Στη βάση των αυταρχικών ή τυραννικών καθεστώτων, στη βάση των ολοκληρωτισμών ήταν και είναι πάντα οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις στην ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία του λόγου, της έκφρασης· και της αντίστοιχης πράξης.

Το 1554 ο Καστελιόν διατύπωνε καθολικής ισχύος αρχές, για κάθε διανοητική-ψυχική καταπίεση και τρομοκρατία και για κάθε εποχή, κι όχι μόνο για τις τότε θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αρχές διατυπωμένες σαν άρθρα ενός Συντάγματος της Ανθρωπότητας, όπως λόγου χάρη: «Το να αναζητήσει κανείς την αλήθεια και να την πει όπως τη σκέφτεται δεν μπορεί ποτέ να είναι εγκληματικό. Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να επιβληθεί οποιαδήποτε πεποίθηση. Οι πεποιθήσεις είναι ελεύθερες». «Γιατί η αλήθεια συνίσταται στο να λέει κανείς αυτό που σκέφτεται, ακόμη κι αν σφάλλει». Λόγια που θα ξαναβρούμε, με τόσο σαφείς διατυπώσεις, στην First Amendment (1791), την Πρώτη Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, και πολύ αργότερα στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, από την πολύκροτη υπόθεση New York Times Co. κατά Sullivan του 1964 και μετά.[10] Λόγια που θα επαναλαμβάνει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε κάθε απόφαση που ακολούθησε την υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1976).

Όμως ένα Σύνταγμα της Ανθρωπότητας θα έπρεπε να έχει ακροτελεύτιο άρθρο τα λόγια του Τσβάιχ:

«Ποτέ ένα δικαίωμα, ποτέ μια ελευθερία δεν έχει κατακτηθεί τελειωτικά ενάντια στη βία της εξουσίας, που απλώς αλλάζει αδιάκοπα μορφή. Πάντα θα απειλείται κάθε βήμα προόδου, κάθε κατάκτηση της ανθρωπότητας, πάντα το αυτονόητο θα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ακριβώς όταν αρχίζουμε να θεωρούμε την ελευθερία καθημερινή πρακτική και όχι πλέον ιερότατο απόκτημα, αναδύεται από το σκοτάδι του ανθρώπινου υποσυνείδητου, από τον κόσμο των τυφλών ορμών, η παράφορη επιθυμία για βιασμό της».

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσω αυτόν τον πρόλογο είναι το «Ποίημα για τον Ισπανό Μιγκέλ Σερβέτο, έναν αιρετικό που έκαψαν στην πυρά οι καλβινιστές» του Γιόζεφ Μπρόντσκυ (γραμμένο το 1959), το οποίο διάβασα στα αγγλικά ‒ εδώ παρατίθεται σε μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, την οποία και ευχαριστώ θερμά. Ευχαριστίες επίσης οφείλω να εκφράσω από τη θέση αυτή στην Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου για την απόδοση λατινικών και γαλλικών παραθεμάτων.

Τα πραγματικά γεγονότα ενίοτε γίνονται παραβολές
Εσύ όλ’ αυτό, μάλλον θα το θεωρούσες περιττό.
Μάλλον τώρα
Νιώθεις αδιαφορία.
________

Μολαταύτα, αυτός
δεν νιώθει αδιαφορία,
επειδή απ’ αυτόν άλλο τίποτα δεν έχει απομείνει
παρά μια χούφτα στάχτης,
που έχει ανακατευτεί με τον κόσμο, με τη σκόνη του δρόμου,
που έχει ανακατευτεί με τον άνεμο,
με τον μεγάλο ουρανό,
όπου δεν βρήκε τον Θεό.
Επειδή δεν συνήθιζε να στρέφει το βλέμμα στον ουρανό.
Η γη – αυτή του ήταν πιο οικεία.
Μελέτησε στη Σαραγόσα το δίκαιο του Ανθρώπου
και την κυκλοφορία του αίματος του Ανθρώπου
στο Παρίσι.
Ναι. Ποτέ δεν είδε
τον Θεό,
ούτε μέσα του,
ούτε στον ουρανό,
ούτε σε καμιά αγιογραφία,
επειδή δεν ξεκολλούσε το βλέμμα
από τον άνθρωπο και απ’ τον δρόμο.
Επειδή όλη του τη ζωή δραπέτευε
κυνηγημένος.
Γιος του αιώνα, δραπέτευσε
απ’ τον αιώνα του,
τυλιγμένος σε έναν μανδύα
μακριά από τους ωτακουστές,
από την πείνα, και το χιόνι.
Αυτός, που είχε μελετήσει τις ανάγκες
και τις δυνατότητες
του ανθρώπου,
Ένας Άνθρωπος που είχε μελετήσει τον Άνθρωπο
Για τον Άνθρωπο.
Ποτέ δεν έστρεψε το βλέμμα του
στον ουρανό,
επειδή το 1653,
στη Γενεύη,
κάηκε ανάμεσα στους δυο πόλους του αιώνα:
ανάμεσα στο μίσος του ανθρώπου
και την άγνοια του ανθρώπου.

________________
[1] Το βιβλίο είχε εκδοθεί και στα ελληνικά με τίτλο Καστελιόν και Καλβίνος σε μετάφραση Αλέξανδρου Καρρέρ από τις εκδόσεις Γκοβόστη, χ.χ., το πιθανότερο τη δεκαετία του ’50.
[2] Martinus Bellius, De haereticis, an sint persequendi et omnino quomodo sit cum eis agendum, multorum tum veterum, tum recentiorum sententiae.
[3] Θα εκδοθεί στα ελληνικά από την Athens Review of Books.
[4] Baruch Spinoza, Tractatus theologico-politicus.
[5] Joannis Lockii, Epistola de tolerantia και αγγλικά: John Lock, A Letter Concerning Toleration (1689).
[6] Pierre Bayle, Dictionnaire historique et critique, 1697.
[7] David Hume, A Treatise of Human Nature, 1739-40.
[8] Voltaire, Traité sur la tolerance, 1763.
[9] John Stuart Mill, On Liberty, 1859.
[10] Στην πραγματικότητα ακόμα πιο πριν, λόγου χάρη: «Είναι ένα πολύτιμο αμερικανικό προνόμιο να μιλάει κανείς όπως του έρχεται στο μυαλό, έστω και αν αυτό δεν γίνεται πάντα με απόλυτα καλό γούστο, για όλους τους δημόσιους θεσμούς», Bridges v. California, 314 US 252, 270 (1941).

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.