[Η αμφιβολία ως πυξίδα του λόγου·

07/07/2019 § Σχολιάστε

Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια

Ο Σκεπτόμενος του Ροντέν

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε τον περασμένο Ιούνιο ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων Milanesiana, που οργανώνει κάθε χρόνο ο δήμος του Μιλάνου.

Αν αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τη σύζυγό σου, λέει σε ένα διήγημά του ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, καταλήγεις να αμφιβάλλεις για τις Ιερές Γραφές. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ευφυολόγημα. Το έργο του μεγάλου συγγραφέα, που γνώρισα καλά -μία από τις μεγάλες συναντήσεις της ζωής μου-, είναι μια αναζήτηση της αλήθειας που διαπερνιέται από τη βαθιά αίσθηση της ίσως ανέφικτης γνώσης της, αλλά και του μυστηριώδους χαρακτήρα της. Πολλά από τα πρόσωπα των αφηγημάτων του Σίνγκερ είναι ερευνητές της αλήθειας – συχνά αποτυχημένοι, αλλά στην έσχατη στιγμή αυτής της αποτυχίας είναι, χωρίς να το γνωρίζουν, μπροστά στην αλήθεια.

Αυτήν την ειρωνική προτροπή να μην αμφιβάλλουμε, που διαψεύδεται από τόσους πρωταγωνιστές των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του, πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει αμφιβολία και αμφιβολία. Προφανώς ο Σίνγκερ δεν έχει καμία σχέση με την αλαζονική αξίωση να γνωρίζουμε και να κατέχουμε την αλήθεια, αξίωση που είναι η μητέρα τόσων δογματισμών, αλλά και μισαλλοδοξιών και διώξεων εκείνων που δεν συμμερίζονται ή αμφισβητούν αυτήν την αλήθεια. Ο Σίνγκερ όμως δεν έχει τίποτα κοινό και με τη ρητορική της αμφιβολίας, που στους καιρούς μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά κυριαρχεί με τις πιο κοινότοπες, πομπώδεις και στερεότυπες μορφές της.

Η δημιουργική αμφιβολία δεν είναι στενόμυαλη και υπεροπτική αδιαφορία για την αλήθεια, αδιαφορία που στις μέρες μας φαίνεται υποχρεωτική για να θεωρούμαστε πολιτισμένοι, ανοιχτόμυαλοι, εναρμονισμένοι με το πνεύμα των καιρών.

Υπάρχει μια κοινότοπη εξύμνηση της αμφιβολίας ως σχετικισμού, που γίνεται αντιληπτός όχι ως αναγκαίο συστατικό στην αναζήτηση της αλήθειας και ως διόρθωση της αλαζονείας ότι την έχουμε βρει και την κατέχουμε, αλλά ως αδιαφορία: Εγώ είμαι αντισημίτης, εσύ δεν είσαι, καθένας από τους δυο μας έχει τη δική του γνώμη, που πρέπει να είναι εξίσου σεβαστή. Τρομερή και ανόητη διαστρέβλωση της ανεκτικότητας.

Στην παραβολή των τριών δαχτυλιδιών, που επαναλαμβάνει ο Λέσινγκ στο έργο του «Νάθαν ο σοφός» -ένα αριστούργημα του Διαφωτισμού, της ελευθερίας της συνείδησης και της αυθεντικής ανεκτικότητας-, γίνεται λόγος για τρία δαχτυλίδια που συμβολίζουν τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό.

Ενα από τα δαχτυλίδια είναι το αυθεντικό, το πρωτότυπο. Τα άλλα δύο -λέει η παραβολή- είναι τέλειες απομιμήσεις, που δεν μπορούν να διακριθούν από το αληθινό. Δεν είναι επομένως δυνατό να γνωρίζουμε ποια είναι η αλήθεια, την οποία μπορούμε να διαβλέψουμε μόνον έμμεσα, στην ανθρωπιά εκείνου που έχει στο δάχτυλό του το δαχτυλίδι. Εκείνος από τους τρεις που φαίνεται πιο ανθρώπινος, περισσότερο ικανός για αγάπη και κατανόηση προς τους άλλους, πιο ανοιχτός, αυτός είναι που έχει στο δάχτυλό του το αληθινό δαχτυλίδι. Η αδυναμία όμως να γνωρίσουμε την αλήθεια δεν σημαίνει ότι αυτή δεν υπάρχει.

Αυτή, λέει ο Λέσινγκ, ανήκει μόνο στον Θεό, ενώ το καθήκον του ανθρώπου είναι να την αναζητάει, να την προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Την αλήθεια δεν μπορούμε να την κοιτάξουμε απευθείας, επειδή είναι αβάσταχτη, εκτυφλωτική, όπως στο ευαγγελικό επεισόδιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ο Κάφκα, που τον βασάνιζε η ιδέα της αλήθειας και της αδυναμίας να τη συλλάβουμε, έλεγε ότι μόνον ο μορφασμός στο κατάπληκτο πρόσωπο που αποτραβιέται από τη θέα του είναι αληθινός.

Μόνο στην πολύχρωμη αντανάκλασή της, λέει ο Γκέτε στον «Φάουστ», κατέχουμε τη ζωή. Σε αυτή τη διαδρομή του νου και της καρδιάς, η αμφιβολία έχει έναν αναγκαίο και θεμελιώδη ρόλο.

Οχι η στείρα και αλαζονική αυτοϊκανοποιημένη αμφιβολία ή εκείνη που χάνεται μέσα σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, αλλά η αμφιβολία ως αυτοκριτική συνειδητοποίηση των ορίων μας και των αβεβαιοτήτων μας. Με αυτήν την έννοια, η αμφιβολία είναι το άλας, η ουσία, η κινητήρια δύναμη κάθε έρευνας της σκέψης. Αν αμφιβάλλω, υποστηρίζει ο Καρτέσιος, σκέφτομαι, και αν σκέφτομαι υπάρχω.

Μέσα από τη συστηματική χρήση της αμφιβολίας φτάνουμε σε μια βέβαιη και αναμφισβήτητη πρόδηλη αλήθεια: Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια.

Η μεθοδική αμφιβολία -σύμφωνα με τον Καρτέσιο, αλλά ήδη και σύμφωνα με τον Αυγουστίνο- είναι μια πυξίδα του λόγου στο ταξίδι του προς την αλήθεια. Είναι επομένως το αντίθετο της απόλυτης αμφιβολίας, του ακραίου σκεπτικισμού που πρέσβευαν αρχαίοι και νεότεροι, ήδη από τον Πύρρωνα, που ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και από τους μαθητές του, για τους οποίους τα πράγματα είναι ανεξιχνίαστα και δεν μπορεί να διατυπωθεί κανένας ισχυρισμός γι’ αυτά, αλλά μόνον η αφασία, η σιωπή. Οδηγούνται έτσι στην αναστολή κάθε κρίσης και στην αταραξία, στην απαθή αδιαφορία που είναι η μοναδική ευτυχία· στο να είναι «χωρίς γνώμες», χωρίς κλίσεις, χωρίς ανησυχίες.

Η απόλυτη αμφιβολία των ακραίων σκεπτικιστών, ο πυρρωνισμός και άλλες ανάλογες σχολές αποκρούστηκαν ακριβώς από τους φιλοσόφους που υποστήριξαν και ακολούθησαν τη «μεθοδική αμφιβολία», θεωρώντας την αναγκαία για την αναζήτηση της αλήθειας, που με τη σειρά της είναι σταθμός περαιτέρω έρευνας μιας πληρέστερης αλήθειας. Κατά τον Καρτέσιο, η σκέψη κατέχει μια αφετηριακή βεβαιότητα απέναντι στον εαυτό της.

Η μεγάλη μπαρόκ λογοτεχνία μάς βοήθησε να κατανοήσουμε για πάντα ότι η ζωή είναι όνειρο και ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, αλλά το εγώ που αμφιβάλλει, που ονειρεύεται, που σκέφτεται, γνωρίζει με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει. Η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει ίσως την εγκατάλειψη κάθε αυθόρμητης βεβαιότητας και κάθε γνώσης που μας έχει μεταβιβαστεί, ιδίως κάθε προκατάληψης, αλλά στο τέλος της αυστηρής γνωστικής διαδικασίας η αλήθεια επιβάλλεται στη νόηση του ανθρώπου.

Η ανακάλυψη που κάνει ο άνθρωπος της ίδιας της ύπαρξής του, του εαυτού του ως όντος που αμφιβάλλει και σκέφτεται, κατορθώνει να φτάσει -σύμφωνα με τον Καρτέσιο- στην ιδέα του Θεού και στην απόδειξη της ύπαρξής του. Με αυτήν συνδέονται οι αποδείξεις των θεμελιωδών αληθειών των μαθηματικών γνώσεων. Οπως γνωρίζουμε, ο απόλυτος δυϊσμός του Καρτέσιου ανάμεσα σε res cogitans και res extensa και οι συνακόλουθες θεωρίες του για την ψυχή και το σώμα, τη βιολογία και τη φυσική, την ύλη και τη σκέψη, υποβλήθηκαν σε κριτική, για παράδειγμα από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς.

Ο Καρτέσιος όμως επιβεβαιώνει με έμφαση ότι καμία ανθρώπινη έννοια δεν μπορεί να ξεφύγει από την αμφιβολία, που είναι το αφετηριακό σημείο για να φτάσουμε σε κάθε περαιτέρω αλήθεια. Αιώνες αργότερα, ο Χούσερλ υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να αναστείλουμε την εγκυρότητα κάθε θεωρίας και κάθε κρίσης και προκατάληψης.

Ο Χούσερλ υποστηρίζει την αναστολή κάθε συμβατικότητας μέχρι το αισθητά προφανές, που μπορεί να συλληφθεί και να επιβεβαιωθεί μόνο με την καθαρή φαινομενολογική περιγραφή. Σύμφωνα με τον Χούσερλ, η νεότερη επιστήμη είχε καταπνίξει αυτή την αισθητή διαύγεια των πραγμάτων και της ζωής, που ήταν τόσο προσφιλής στον Γκέτε. […]

*

[©Θανάσης Γιαλκέτσης στην Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Η Έμμα Γκόλντμαν και το μασκάρεμα της τυραννίας

06/07/2019 § Σχολιάστε

37.

Βιβλίο: Έμμα Γκόλντμαν • Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία. Δύο χρόνια στη Ρωσία (1920-1921) • Μτφρ.: Δέσποινα Κερεβάντη, Γιάννης Βαλούρδος • Δεύτερη έκδοση (ανατύπωση) • Εκδόσεις • Απόπειρα • Σελ. 288

Ύψωσε τη φωνή της ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις: 150 χρόνια από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν (1869-1940)

Ακριβώς εκατόν πενήντα χρόνια κλείνουν φέτος από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν και η επανακυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου της «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» είναι μία πρώτης τάξης ευκαιρία να θυμηθούμε την προσωπικότητα και το έργο της πρωτοπόρας αναρχοκομμουνίστριας. Είχε γεννηθεί στις 27 Ιουνίου (με το παλιό ημερολόγιο) 1869 σε μία εβραϊκή οικογένεια που διατηρούσε πανδοχείο στο Κάουνας της Λιθουανίας.

Ομως ήδη από την προεφηβική της ηλικία θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης, αφού σε ηλικία δεκατριών ετών θα βρεθεί στην Πετρούπολη, λόγω των κατασταλτικών μέτρων μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β΄. Θα αναγκαστεί να εργαστεί σε εργοστάσιο, όπου θα έρθει σε επαφή με τις επαναστατικές ιδέες, ενώ η ανάγνωση του έργου «Τι να κάνουμε;» του Νικολάι Τσερνιέφσκι θα την οδηγήσει να επιλέξει τον δρόμο του αναρχισμού.

Και πάλι η βιοτική μέριμνα θα την υποχρεώσει να περάσει τον Ατλαντικό, με προορισμό την Αμερική. Στον Νέο Κόσμο θα τη χαράξει η εξέγερση που σημειώθηκε στις 4 Μαΐου του 1886 στην πλατεία Χέιμαρκετ του Σικάγου, όταν αναρχικοί διαδήλωσαν υπέρ των απεργών εργατών και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Τέσσερις από τους συλληφθέντες δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν με απαγχονισμό. Από κει και πέρα, η Εμμα Γκόλντμαν θα ακολουθήσει τον μονόδρομο του ακτιβισμού και θα φυλακιστεί τρεις φορές, το 1901, το 1916 και το 1917. Θα μείνουμε στην τελευταία, γιατί μετά θα ακολουθήσει η απέλασή της στη Ρωσία.

Απέλαση στη Ρωσία
Την τελευταία φορά κατηγορείται ότι συμμετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με κυρίαρχο αίτημα τη μη στρατολόγηση. Ο ισχυρός άντρας της Υπηρεσίας Πληροφοριών Τζέι Εντγκαρ Χούβερ θα ζητήσει την απέλασή της στη Ρωσία, όπερ και εγένετο. «Οταν το δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, με δόλιες μεθοδεύσεις, μού στέρησε τα πολιτικά μου δικαιώματα και την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχα τριάντα δύο χρόνια, παραιτήθηκα από το δικαίωμά μου να κάνω έφεση, έχοντας αποφασίσει να γυρίσω στη Ρωσία, για να βοηθήσω στο σπουδαίο έργο. Πίστευα με πάθος ότι οι Μπολσεβίκοι προωθούν την Επανάσταση και μοχθούν για λογαριασμό του λαού».

Οταν φτάνει στη Ρωσία, όπου θα παραμείνει περίπου δεκαπέντε μήνες, αν και δεν ανήκει ιδεολογικά στους μπολσεβίκους, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να τη μεταστρέψει στο δικό της στρατόπεδο, με επινοημένες και σκηνοθετημένες συναντήσεις. Ωστόσο, αυτή δεν θα αντέξει την ψευδολογία και την υποκρισία, αν και τον πρώτο χρόνο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι η επανάσταση κερδήθηκε με και υπέρ του λαού. «Παρατηρούσα, μελετούσα, ταξίδευα πολύ σε διαφορετικά μέρη της χώρας, άκουγα γνώμες, από όλο το πολιτικό φάσμα, φίλους και εχθρούς των Μπολσεβίκων… όλα με έπειθαν για τη φριχτή απάτη που τύφλωνε τα μάτια του κόσμου».

Αξιόπιστη έρευνα
Το χρονικό-μαρτυρία «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» κυκλοφόρησε ελλιπές το 1923 και τον επόμενο χρόνο τυπώθηκε άλλος ένας τόμος. Αν και το έργο έχει καθιερωθεί με αυτόν τον τίτλο λόγω επιλογής του εκδότη, η συγγραφέας του είχε επιλέξει να το τιτλοφορήσει -χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματισμούς- «Τα δυο χρόνια μου στη Ρωσία». Η Εμμα Γκόλντμαν, αν και από τις πρώτες ημέρες συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή τη νέα σοσιαλιστική χώρα, ωστόσο δεν φθάνει σε εύκολα συμπεράσματα, καθώς αναζητάει να βρει την αλήθεια και όχι να στρατοπεδεύσει δογματικά σ ένα συμπέρασμα.

Γι’ αυτό το κείμενό της διαβάζεται και ως μία αυτοβιογραφία περασμένη μέσα από το φίλτρο της αποτυχημένης Επανάστασης, κοιταγμένης όμως στον καθρέφτη μιας αξιόπιστης δημοσιογραφικής έρευνας, καθώς γνωρίζει από κοντά τον Λένιν, τον Ζηνόβιεφ, τον Λουνατσάρσκι, τον Κροπότκιν, την Κολοντάι, τον Γκόρκι, τον Τζον Ριντ. Με ευθυκρισία και γνώση, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί, δεν καταδικάζει ευκόλως, αλλά κυρίως προσπαθεί να καταλάβει, εξου και εκπονεί ένα ζωντανό ψυχογράφημά τους.
Ναι, παραδέχεται ότι η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε η λιγότερο βίαιη από όλες τις επαναστάσεις. Ομως τι να το κάνεις: «Οταν μια ασήμαντη μειοψηφία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα απολυταρχικό κράτος, αναγκαστικά θα προσφύγει στην καταπίεση και την τρομοκρατία». Ο αντιρρητικός λόγος των κομμουνιστών στην κριτική της προβάλλει ως επιχείρημά του ότι η Ρωσία πολεμάει τα αφεντικά και είναι ανήθικο για έναν επαναστάτη να συνασπίζεται ενάντια στους εργάτες την ώρα της μάχης. Η Εμμα Γκόλντμαν δεν το αποδέχεται, καθώς το αντιμετωπίζει ως καθαρή δημαγωγία που μετέρχονται οι μπολσεβίκοι για να φιμώσουν την κριτική της.

Το μασκάρεμα της τυραννίας
«Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ρωσικός λαός πολεμάει τα αφεντικά, η αλήθεια είναι το κράτος των Μπολσεβίκων-όπως έκαναν οι μπουρζουάδες βιομήχανοι- κρατάει με την απειλή των όπλων το λαό μακριά από την εξουσία. Οι Μπολσεβίκοι μασκαρεύουν την τυραννία τους με συνθήματα που συγκινούν τον κόσμο: έτσι κατάφεραν να τυφλώσουν τις μάζες. Ακριβώς επειδή είμαι επαναστάτρια αρνούμαι να συνεργαστώ με την άρχουσα τάξη, που στη Ρωσία ονομάζεται Κομμουνιστικό Κόμμα», ξεμασκαρεύει την μπολσεβίκικη ρητορική.
Βεβαίως και δεν κρύβει ότι τη μεταχειρίστηκαν προνομιακά και βεβαιώνει ότι αν είχε υπηρετήσει το καθεστώς θα είχε περάσει ακόμη καλύτερα. Εν τούτοις, δεν επιλέγει τη σιωπηλή συγκατάθεση. Γιατί, όπως λέει η ίδια, χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της: «Αν δεν ύψωνα φωνή ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης θα γινόμουν συνένοχη.
Η Επανάσταση και η ευημερία των μαζών μέσα και έξω από τη Ρωσία είναι για μένα πολύ πιο σημαντικά από τις προσωπικές γνωριμίες με τους Κομμουνιστές. Δεν είναι δυνατόν να συσκοτίσουν το αίσθημα δικαίου, να με εμποδίσουν να μιλήσω στον κόσμο για αυτά τα δύο χρόνια που πέρασα στη Ρωσία». Η εν διωγμώ Εμμα Γκόλντμαν δεν χωρούσε ούτε στην Αμερική του άκρατου καπιταλισμού ούτε στη Ρωσία του ψευδεπίγραφου σοσιαλισμού.

*

[©Βασίλης Κ. Καλαμαράς/ Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος – Εφημερίδα των Συντακτών

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[το χρώμα Του ήταν π ά ν τ α Μαύρο ·

05/07/2019 § Σχολιάστε

Φασισμός

Το μ ί σ ο ς του Φασισμού για την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, δεν κρύβονται. Η φωτογραφία δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη δίκαιη κοινωνία την οποία οραματίζονται. (πολλοί διαφωνήσαμε, με τη ανάρτηση της Athens Voice, αλλά διαφωνήσαμε προβάλλοντας τα επιχειρήματά μας…)

*

Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]

Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός’»)

2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)

[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός· ή, Όταν μιλά ο 95χρονος Δημήτρης Ραυτόπουλος

02/07/2019 § Σχολιάστε

36.

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήτες του λαού»;

Ήταν γνωστός ως λογοτεχνικός κριτικός της μαρξιστικής σχολής, μακριά όμως από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και, βέβαια, από κάθε κομματικό δογματισμό. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, γεννημένος το 1924 στον Πειραιά, έχει γράψει τη δική του ιστορία στα γράμματα και στην πολιτική ζωή της χώρας, παραμένοντας μάχιμος ως δημοκρατικός πολίτης, ως σχολιαστής, ως πολιτικό ον, στα ενενήντα πέντε του αισίως. Το 1952 άρχισε να εργάζεται στην «Αυγή», μαζί με τους Τάσο Λειβαδίτη, Τίτο Πατρίκιο και Κώστα Κουλουφάκο.

Υπήρξε συνιδρυτής της ιστορικής «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1954 (την έκλεισε η δικτατορία), ενώ κατέγραψε και ανέλυσε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το 1996 απέσπασε το Κρατικό βραβείο για το βιβλίο «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», το 2008 ονομάστηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ και το 2013 απέσπασε το Μέγα βραβείο Γραμμάτων.

Μολονότι στρατευμένος στην Αριστερά από πολύ νωρίς (στην ΕΠΟΝ το 1943· βαριά τραυματίας στα Δεκεμβριανά το 1944· εξόριστος σε Ικαρία, Μακρόνησο και Αγιο Ευστράτιο από το 1947 έως το 1952· αυτοεξόριστος στο Παρίσι κατά τη χούντα), δεν τα πήγε ποτέ καλά με την «πρώτη φορά Αριστερά». Επανειλημμένα έχει ασκήσει δριμύτατη κριτική στην τωρινή κυβέρνηση, από την αρχή που εξελέγη.

Ο πολιτικός πολιτισμός

Σήμερα, μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και στη σκιά μιας συζήτησης που προέκυψε μετά τις ευρωεκλογές περί πολιτικού πολιτισμού, σκεφτήκαμε να του θέσουμε ορισμένα ερωτήματα γύρω ακριβώς από αυτό το ζήτημα.

– Με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, τέθηκε ζήτημα, από στελέχη του μάλιστα, έλλειψης ήθους και αλαζονικής συμπεριφοράς, ότι αυτό πλήρωσε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει ρίξει τους τόνους. Ελάχιστη σχέση έχει ο ΣΥΡΙΖΑ προ ευρωεκλογών με τον μετά. Συμφωνείτε εσείς με αυτή την άποψη και αν ναι, πώς θα ορίζατε αυτή την έλλειψη ήθους στην πολιτική; Είναι, π.χ., η επιθετική στάση των κυβερνώντων απέναντι στα θύματα του Ματιού, η γενική συμπεριφορά Πολάκη, η ανοχή απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο ή και κάτι άλλο, κάτι γενικότερο και βαθύτερο;

– Η πρωτοφανής αλαζονεία, το αρειμάνιο ήθος, ο διχαστικός λόγος και η δολιοφθορά των θεσμών συνδέονται, βέβαια, με τη γενική αποτυχία της πρώτης φοράς Αριστερά, της χειρότερης κυβέρνησης της δημοκρατικής Ελλάδας.

Η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ ήλθε να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει εξαίρεση –παγκοσμίως– στην καταστροφική πολιτεία της ριζοσπαστικής (κομμουνιστικής) Αριστεράς.

Παντού όπου επικράτησαν επιδείνωσαν τις συνθήκες ζωής των πολλών και κατάργησαν ή υπονόμευσαν τη δημοκρατία. Είναι «μέσα στη φύση τους», θα λέγαμε πάντως, είναι συνέπεια της ιδεολογίας τους, του μαρξισμού, κατά τον οποίο σοβεί στον καπιταλιστικό κόσμο «διαρκής εμφύλιος πόλεμος», η πάλη των τάξεων. Στον εμφύλιο δεν φοράς γάντια, ο αντίπαλος είναι εχθρός προς εξόντωσιν. «Ή αυτοί ή εμείς». Ο διχασμός, το μίσος, ο πολακισμός είναι αναγκαίο παρακολούθημα της διπλής αποτυχίας: της ιδεολογίας και της διαχείρισης, με το ζόρι, μιας ελεύθερης οικονομίας. Τα βρήκαν λοιπόν μια χαρά με το κεφάλαιο, με το ΝΑΤΟ, με την Εκκλησία, με τον «καταπιεστικό μηχανισμό». Τους έμεινε το κέλυφος, η εξίσωση του σωτήρα, του εντολοδόχου της Ιστορίας. Αυτοί είναι, εξ ορισμού, το Καλό, το προοδευτικό, το αγνό, είναι «ιδιοκτήτες του λαού», όπως είπε ο μεγάλος Κολακόφσκι. Απέναντι σε αυτό, όποια κριτική, κάθε αντιπολίτευση είναι συνωμοσία των εχθρών του λαού, της προόδου, της αλήθειας.

Νομίζω ότι ο Πολάκης είναι πολλάκις.

Αν είχαν πετύχει στην οικονομική διαχείριση έστω, απέναντί τους οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ, εκτός εξαιρέσεων, θα ήταν μαζί τους, δεν θα χρειάζονταν γιουρούσια, θεσμικά και επιχειρηματικά, για να τα αλώσουν ή να τα πνίξουν. Τα «βοθροκάναλα» θα μοσχομύριζαν.
Αλλά τι δημοκρατική συνείδηση εκπέμπει ένας πρωθυπουργός που παροτρύνει τους πολίτες να μη διαβάζουν εφημερίδες «για να ’χουν την υγειά τους»; Σκεφθείτε την απόσταση μιας τέτοιας ορμήνειας από τον Διαφωτισμό και από τον φιλοσοφικό πρόδρομο του μαρξισμού, τον αριστερό εγελιανισμό. Ο Χέγκελ είχε απονείμει τον ωραιότερο τίτλο τιμής στον Τύπο: «Το διάβασμα της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή του πολίτη». Οταν όμως θεωρείς τον πολίτη ιδιοκτησία του κράτους (και όχι το αντίθετο, το σωστό), τότε είναι φυσικό να μην ανέχεσαι την ελευθερία της γνώμης. Ο κ. Τσίπρας επανέφερε στην πολιτική γλώσσα την «υπακοή», κάτι που αρμόζει σε υπήκοο του μονάρχη.

Καλά το έχει πει ο Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των νόμων»: «Η υπακοή προϋποθέτει την άγνοια των υπηκόων, αλλά και εκείνου που διοικεί δεν επιτρέπεται να συζητήσει, να αμφιβάλλει, να σκέπτεται λογικά». Εξασφαλίζοντας την υπακοή «μπορείς να τους τα πάρεις όλα για να τους δώσεις κατιτί έτσι κάνεις έναν κακό πολίτη, έναν καλό δούλο». Να γιατί στη δημοκρατία ένιωσε χαστούκι στην αξιοπρέπειά του ο ψηφοφόρος με το πενηντάρικο μέσα στον εκλογικό φάκελο.

– Eλλειψη πολιτικού πολιτισμού έχουμε δει και από παλαιότερες κυβερνήσεις. Υπάρχει άραγε κάτι ειδικό που να διαχωρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και ΑΝΕΛ αρχικά) συγκριτικά με τις προηγούμενες; Μήπως το ότι δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα; Εχουν ουσία τα προσχήματα στην πολιτική είναι κάτι υποκριτικό, κάτι δήθεν;
– Η φραστική οξύτητα, η οργή, η ύβρις δεν έλειπαν ποτέ στον κοινοβουλευτικό μας πολιτισμό. Θυμάμαι, λ.χ., το «φτου σας!»» του Κουλουμβάκη κατά των βουλευτών της Αριστεράς. Θυμάμαι τον Κουτσόγιωργα και το αείμνηστο «εσείς δεν δικαιούσθε διά να ομιλείτε» ή την επιθετικότητα του Βαγγέλη Γιαννόπουλου… Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ τέτοια παραταξιακή οίηση, ιταμότητα, αρχηγικό αυτοθαυμασμό και υποτίμηση του αντιπάλου.

Εχει κάνει και ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπατήματα αντιδημοκρατικά. Μας είχε προτείνει «το αλβανικό μοντέλο» σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού». Δεν ξεχνιόνται ο Αυριανισμός, ο Τόμπρας, ο Κοσκωτάς, το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». Είχε ψιθυρίσει ακόμη ότι θα έκανε Σύνταγμα τέτοιο που θα απέκλειε την επανεκλογή της Δεξιάς! Και είχε πρασινίσει τη δημόσια διοίκηση, μέσα σε μια νύχτα, λ.χ., παραμονή των εκλογών του 1985 – ο πληθυσμός του ΙΚΑ διπλασιάστηκε. (Ηλθε ο Καραμανλής μετά και επανίδρυσε την Αγροφυλακή…)

Δεν ξεχνιόνται και αυτά. Καταδικάστηκαν, έμεινε ό,τι θετικό, η σοσιαλδημοκρατική τάση και το ευρωπαϊκό άνοιγμα Σημίτη, η σύμπραξη με τη φιλελεύθερη παράταξη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν ξεχνιόνται… Ελα όμως που έρχεται η νυν ηγεσία της, να μας θυμίσει το στερεότυπο το αθάνατο της συνεργασίας «με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» – τις οποίες έχει καταγγείλει για αντιδημοκρατία.

Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης

 Παραδοσιακά, η Αριστερά ήταν πάντοτε συνυφασμένη με την κουλτούρα, με τα γράμματα και τη διανόηση. Πολλοί περίμεναν από μια αριστερή κυβέρνηση αυτό ακριβώς: την ανάδειξη ενός άλλου ήθους αλλά και μιας άλλης αισθητικής. Βάσιμα τα περίμεναν αυτά; Αν ναι, τι πιστεύετε ότι πήγε στραβά;
– Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης. Πολλά οφείλει στην (επιλεκτική) ανάγνωση Γκράμσι, μετά την κατάρρευση του Τείχους. Στη Δύση, ο μαρξισμός μετακόμισε από το προλεταριάτο (ανύπαρκτο πλέον, αντίθετα από την πρόβλεψη του Μαρξ) στο πανεπιστήμιο. Στα περισσεύματα του επικατάρατου καπιταλισμού τρέφεται μια ιντελιγκέντσια με εκατομμύρια υποτροφίες, διδακτορικά, πρότζεκτ, συμβούλια, έδρες. Η μοιραία μετριότητα των περισσοτέρων ευνοεί τη «ριζοσπαστικοποίηση». Αλλά εκφράζονται και ο σκεπτικισμός, η δυσφορία του πνεύματος για τις θηριώδεις ανισότητες, τα προνόμια, τα προκλητικά εισοδήματα και τη διαφυγή φορολογίας με τον οφσορισμό, τους φορολογικούς παραδείσους, ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σε εμάς η πολεμική και πολιτική αποτυχία της Αριστεράς αντισταθμίστηκε με την έμφαση στον πολιτισμό, με τάσεις όμως αναθεωρητικές, πλουραλιστικές, δημοκρατικές. Αυτές ήλθε να διαψεύσει και να παραμερίσει ο τσιπρισμός, εκφράζοντας τον παραβολισμό του καταληψία, τις «συλλογικότητες» των επαναστατών εκ του ασφαλούς.

Τη συριζαϊκή κουλτούρα αντιπροσωπεύουν ο λόγος του πρωθυπουργού, το Αλ Τσαντίρι, η αμάθεια, αυτοί που διαβάζουν και Πασκάλ και Μπρικνέρ – κάτι όπως και Λέσβο και Μυτιλήνη.

– Σε μια χώρα που μαστίζεται δέκα χρόνια τώρα από κρίση και σε μια Ευρώπη που κλονίζεται διαρκώς, μήπως είναι πολυτέλεια να αξιώνουμε υψηλό πολιτικό πολιτισμό και φροντισμένη αισθητική από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση;
– Μόνον η γνώση, η παιδεία, η αξιολόγηση, η αριστεία –αυτά που έπληξε συστηματικά ο τσιπρισμός– μπορούν να βγάλουν την Ελλάδα (και την Ευρώπη) από την παρακμή και τη στασιμότητα. Ο πολιτικός πολιτισμός δεν είναι βέβαια πολυτέλεια. Είναι συνιστώσα στο αξιακό σύστημα του ελληνικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

– Εάν αλλάξει τελικώς η κυβέρνηση στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, τι θα περιμένατε, τι θα αξιώνατε από τους επόμενους, ειδικά σε ό,τι αφορά το ζήτημα του πολιτικού πολιτισμού;
– Περιμένω λίγα/πολλά από την πολιτική αλλαγή που υπόσχεται ο Ιούλιος. Από τα πρώτα: κατάργηση του αθλιέστατου πανεπιστημιακού ασύλου. Και να επανέλθει με ένα νόμο και με ένα άρθρο (έτσι για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση) ο νόμος Διαμαντοπούλου. Περιμένω νομιμότητα, κανονικότητα μιας πολιτισμένης χώρας, κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των θεσμών, της διάκρισης των εξουσιών, της ελευθερίας του Τύπου. Περιμένω μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και ανόρθωσης της μεσαίας τάξης – δεν είναι αντίθετα αυτά, είναι αλληλένδετα. Ελπίζω να προωθηθεί πληρέστερη συνταγματική μεταρρύθμιση, να ξεπεραστούν τα εμπόδια που έσπευσε να ταμπουρώσει η αντιδραστική αριστερά.

Ευελπιστώ ότι θα διδαχθούμε όλοι από την ήττα του πολακισμού/τσιπρισμού, ότι θα επικρατήσει ήθος, ευπρέπεια, ευγένεια στην πολιτική αντιπαράθεση. Οτι θα ορθώσουμε τον πολιτισμό –και τον πολιτικό πολιτισμό– απέναντι στη βαρβαρότητα, στην απειλή του αντιδιαφωτισμού-λαϊκισμού.

*

[©Ηλίας Μαγκλίνης – Καθημερινή

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.