Μα πώς είναι δυνατόν τα ίδια ονόματα να εμφανίζονται συνέχεια σε επιτροπές, σε ιδρύματα, σε συνέδρια, σε φεστιβάλ και….

14/09/2021 § Σχολιάστε

 Πώς γίνεται να κατανικούν τα κομματικά εμπόδια και να είναι πάντα στον αφρό και να χρηματοδοτούνται;

Η Χιονάτη και οι Νάνοι

©Athens Review of Books
29/07/2021, Τεύχος 130 – ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

1. Το κράτος και η τέχνη δεν είχαν και δεν έχουν εύκολη συνύπαρξη. Συχνά η τέχνη κατορθώνει τα πιο υψηλά επιτεύγματά της έναντι και εναντίον του κράτους και της γραφειοκρατικής του αρτηριοσκλήρωσης. Συχνά το κράτος θέλει να χρησιμοποιήσει, να χειραγωγήσει, να υποτάξει, ακόμη και να φιμώσει την τέχνη. Οι πιο σημαντικοί δημιουργοί δεν δέχτηκαν τον κρατικό εναγκαλισμό ούτε καταδέχτηκαν να επιδοθούν στο άθλημα του λείχειν για ένα βραβείο ή για μια θέση στην Ακαδημία.

2. Οι «ρεαλιστές» δεν κουράζονται να επισημαίνουν ότι αυτές είναι παρωχημένες απόψεις, αφού οι εποχές άλλαξαν και ο χώρος του πολιτισμού δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς επιδοτήσεις, ενισχύσεις, χορηγίες, επιχορηγήσεις, βραβεύσεις, προβολή, διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις (με κρατική ή ιδιωτική παρέμβαση). Μιλάνε για «προϊόντα», «προωθήσεις», «κινητικότητα», “diversity”, “branding”, «την περίπτωση της Όπρα Γουίνφρεϊ» και άλλα τέτοια φαινόμενα που παραπέμπουν στη γνωστή διαδικασία της ρεμούλας που συνοδεύει συνήθως τη διαχείριση της φήμης.

3. Το κοινό σε μεγάλο βαθμό έχει προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα, που την καθιστούν πιο οδυνηρή τα «κοινωνικά δίκτυα» με την άνοδο της μετριότητας στο επίπεδο του απόλυτου τίποτε. Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία όλα αυτά φαίνονται φυσιολογικά. Έτσι λειτουργούν, μας λένε, οι κοινωνίες τού σήμερα και μάλιστα υπό καθεστώς παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Το παρελθόν είναι παρελθόν. Μόνο οι αδαείς ή οι αιθεροβάμονες, μας λένε, δεν αντιλαμβάνονται πώς παίζεται το παιχνίδι. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε κακό σε αυτό: η λογοτεχνία και η τέχνη περνούν δύσκολες μέρες. Χρειάζονται ενέσεις σωτηρίας. Μας λένε.

4. Ως αυστηροί κριτές της συμπαιγνίας κράτους και ιδιωτών της τέχνης εμφανίζονται φυσικά οι αριστεροί της κουλτούρας, και άλλοι ευαίσθητοι συνοδοιπόροι, στον αγώνα για διαφάνεια, αξιοκρατία, αντίσταση και ηθική ακεραιότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, μας λένε, ότι τελικά για όλα φταίει ο καπιταλισμός. Εμείς όμως δεν μιλάμε γενικά και αόριστα, ούτε κρατάμε όλες τις πόρτες ανοιχτές για να μπούμε μέσα όποτε μας βολεύει. Μιλάμε για την Ελλάδα, και μάλιστα όχι για την Ελλάδα εν γένει αλλά για μια φούχτα ανθρώπους και πεντέξι παρέες που λυμαίνονται τα πάντα: χρήματα, θέσεις, βραβεία, αναγνώριση, εξουσία. Ο κανόνας είναι γνωστός: εκλεκτικές συγγένειες και αμοιβαία συμφέροντα.

5. Φτάνουμε έτσι αισίως στο Υπουργείο Πολιτισμού. Θα βρείτε σε αυτό διαχρονικά ό,τι θέλετε: από διορισμούς εγκαθέτων έως το αμαρτωλό ΤΑΠ, από τραγελαφικές επιτροπές βραβείων έως αυθαίρετες επιχορηγήσεις, από τον Μπαλτά έως την Ζορμπά, από την βουντού Κονιόρδου έως την ουτιδανότητα που καλείται Γιατρομανωλάκης. Το Υπουργείο Πολιτισμού είναι η Χιονάτη που τρέφει ένα μεγάλο κοπάδι Νάνων. Είναι τόσοι που χάνεις τον λογαριασμό.

6. Πολλοί αναγνώστες μάς ρωτούν: Μα πώς είναι δυνατόν τα ίδια ονόματα να εμφανίζονται συνέχεια σε επιτροπές, σε ιδρύματα, σε συνέδρια, σε φεστιβάλ και γενικά να επιβαίνουν την δημοσιότητα με τέτοιο άνετο θράσος; Και συνεχίζουν: Πώς γίνεται να κατανικούν τα κομματικά εμπόδια και να είναι πάντα στον αφρό; Με ποια κριτήρια ορίζονται οι κριτές και αναγνωρίζονται οι κρινόμενοι; Εμείς, γνωρίζοντας πώς έχουν τα πράγματα, τους λέμε ότι οι αρμόδιοι, κυρίως οι αρμεχτές της Χιονάτης, τα θεωρούν αυτά ψιλά γράμματα.

7. Το σύστημα που έχει εμπεδωθεί χρόνια τώρα έχει επιβάλει μια ιδιότυπη ομερτά. Δεν θίγουμε πρόσωπα, δεν αναφέρουμε ονόματα, δεν καταδεχόμαστε να πέσουμε τόσο χαμηλά. Θέλουμε να τα έχουμε καλά με όλους, αλλά να διατηρήσουμε και το αρχοντικό προνόμιο που μας επιτρέπει να εμφανιζόμαστε ως διαφορετικοί, ως προοδευτικοί, ως υπεράνω κριτικής, καθότι διεκδικούμε, εκτός από το ηθικό πλεονέκτημα, και το αλάθητο του ποντίφικα της κουλτούρας.

8. Αυτό σημαίνει ότι έχει εξασφαλιστεί η σιωπή των αμνών. Όποιος τολμήσει να σηκώσει κεφάλι, ή να ζητήσει εξηγήσεις, θα βρει απέναντί του όλον τον εσμό των κρατικοδίαιτων θεραπόντων της τέχνης, αλλά και τον συρφετό των «ευαίσθητων», που θεωρούν ότι κάνουμε ζημιά ή προσβάλλουμε την τέχνη αν κρίνουμε ή επικρίνουμε την προσοδοφόρα Χιονάτη. Οι πιο κραυγαλέοι είναι φυσικά οι παρασιτούντες Νάνοι. Όταν τσιμπήσαμε έναν από αυτούς, τον πιο κονισαλέο, και ζητήσαμε να μάθουμε πώς μοιράστηκε μισό εκατομμύριο ευρώ, εισπράξαμε περιφρονητική σιωπή. Όταν αντιδράσαμε, με δικαιολογημένη κατά τη γνώμη μας υπερβολή σαρκασμού, ξεσηκώθηκε ολόκληρο το κοπάδι των Νάνων και μαζί με αυτούς διάφοροι γραφικοί (και διάφοροι σκοτεινοί αρουραίοι του διαδικτύου) για να υποστηρίξουν την άπορη κορασίδα που ονομάζεται «τέχνη».

9. Ασχολούμενοι με την τρίχα βολεύτηκαν ωραία ξεχνώντας δήθεν την τριχιά. Μαζί τους και κάποιοι της αριστεράς που δεν βρίσκουν τίποτε επιλήψιμο στη συμπεριφορά τους: να καταδικάζουν σε υψηλούς τόνους την κρατική εξουσία και τον καπιταλιστικό ζυγό, την αδράνεια των διανοουμένων και την κατάρρευση των θεσμών, την ίδια στιγμή που είναι οι ανερυθρίαστοι επιβήτορες της νεόπλουτης φήμης (με φαρδιές, φανερές και κρυφές, τσέπες). Ξεχνούν έτσι σκόπιμα ποιο είναι το ουσιαστικό ζήτημα που μεταφέρει το δικό μας μήνυμα και κραυγάζουν κοιτώντας αλλού για να αποσπάσουν την προσοχή  του κοινού: στοχοποιούν τον αγγελιαφόρο και παραχώνουν την αγγελία. Ξεχνούν επίσης ότι η δημόσια κριτική οποιασδήποτε Αρχής και οποιουδήποτε άρχοντα απαιτεί να αναφέρονται ονόματα και να ελέγχονται πράξεις.

10. Φτάνουμε έτσι πάλι στη Χιονάτη και τους Νάνους της. Μισό εκατομμύριο ευρώ που σκόρπισε ο ανεμιστήρας της Χιονάτης στις πιο απίθανες τσέπες. Σκέτη κωμωδία. Ναι, αλλά η τέχνη, ο πολιτισμός, δεν χρειάζονται οικονομική ενίσχυση; Είπαμε ότι μας λένε πως άλλαξαν οι εποχές. Ωραία λοιπόν, να ενισχυθεί ο πολιτισμός. Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι, όταν μοιράζονται χρήματα, πρέπει ο πολίτης να γνωρίζει ποιος τα δίνει, ποιος τα μοιράζει και με τι κριτήρια, ποιος τα παίρνει και πώς λογοδοτεί; Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά τα ασήμαντα. Εξανέστησαν βέβαια οι Νάνοι και έτρεξαν να υπερασπίσουν τον Αρχινάνο που φέρει το όνομα Γιατρομανωλάκης και ο οποίος εποφθαλμιά διακαώς τη θέση της Χιονάτης. Οι πιο φανατικοί επιχείρησαν να μας απανθρακώσουν γιατί ενδεικτικά ανάμεσα σε άλλους αναφέραμε μια κάποια μισοσβησμένη θράκα τους. Και μέσα στον ορυμαγδό ξεχάστηκε το ουσιώδες.

11. Ολετήρες! Φωνάζουν από το παρελθόν άνθρωποι σαν τον Κοραή και τον Ροΐδη. Με πρόσχημα τον πολιτισμό πνίγουν και τέχνη και σκέψη. Αναζητήστε στον κατάλογο που κατάπιε μισό εκατομμύριο ευρώ στοιχεία για τους αποδέκτες. Αναζητήστε πληροφορίες για το ποιοι είναι και ποια είναι η δράση τους. Μην αιφνιδιαστείτε από τα ευρήματα. Είναι εντυπωσιακά στην ισχνότητά τους. Όπως εντυπωσιακά είναι και τα ονόματα που κρύβονται πίσω από βαρύγδουπους, παραπλανητικούς τίτλους. Μην αιφνιδιαστείτε αν ανακαλύψετε ότι το ίδιο πρόσωπο ξεπηδά εκεί που δεν το περιμένεις.

Ολετήρες! Υποκριτές στο έργο «Η Χιονάτη και οι Νάνοι».

12. Συνηθισμένα πράγματα, μας λένε. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Γιατί κάνετε έτσι; Και γιατί τόση ένταση; Μπορείτε πιο πολιτισμένα, ευγενικά, ήπια, σχεδόν ανεπαίσθητα. Έτσι θα σας πάρουν στα σοβαρά και θα σας εκτιμήσουν δεόντως. Με άλλα λόγια θα γίνετε και σεις «αποδεκτοί» από το σινάφι. Θα σας δοθεί και κάποιος ρόλος στο έργο που δεν κατεβαίνει ποτέ αλλά παίζεται διαρκώς, με το αζημίωτο.

13. Εμείς όμως διαλέξαμε άλλο δρόμο και άλλο ρόλο, παρά το κόστος. Και ρωτάμε: Πού είναι οι οργανικοί διανοούμενοι, οι αντιρρησίες συνείδησης, οι αριστεροί ηθικιστές, οι γνήσιοι στοχαστές, οι καλοί συγγραφείς, οι ανεπίληπτοι πανεπιστημιακοί και άλλοι πολλοί, αριστεροί και δεξιοί, ψάλτες που οφείλουν να μην μουρμουρίζουν υποχθονίως αλλά να μιλούν απερίφραστα και να κρίνουν ανεπηρέαστα; Είναι πασίγνωστη βέβαια η αέναη έξις, από τη σαγήνη των Συρακουσών μέχρι την «προδοσία των διανοουμένων» που κατήγγελλε ο Ζυλιέν Μπεντά. Αλλά εδώ δεν υπάρχουν ούτε εξαιρέσεις! Αυτό είναι για μας πιο σημαντικό από τις ατασθαλίες της Χιονάτης, τις πλεκτάνες του Αρχινάνου και τις απάτες των Νάνων: η καθολική σιωπή των διανοουμένων, η προδοσία των ανθρώπων της τέχνης και του πνεύματος.

[για την ιδεολογική ταυτότητα του λογοτέχνη – σημείο αναφοράς για την αντίσταση σε κάθε δογματισμό ·

12/05/2021 § Σχολιάστε

Ηταν ο Αρης Αλεξάνδρου αναρχικός;

Εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες ο Αρης Αλεξάνδρου (1922-1978) είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας μείζων δημιουργός της νεοελληνικής λογοτεχνίας: είναι ένας ιδιότυπος θρύλος της ελληνικής πνευματικής ζωής. Ενα εξακολουθητικό σημείο αναφοράς για την αγωνία της ουμανιστικής αντίστασης σε κάθε ολοκληρωτισμό και κάθε δογματισμό.

Το εκπληκτικό, όσο και σπαρακτικό, «Κιβώτιο» λογαριάζεται σχεδόν από όλους (κατά την εκτίμησή μου δικαίως) ως το σημαντικότερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Τα αιμορραγικά ποιήματά του (που στις πρώτες τους εκδόσεις εκδίδονταν εκτός εμπορίου από ανύπαρκτους εκδοτικούς οίκους, καθώς δεν υπηρετούσαν καμία κομματική ή αισθητική γραμμή) κατακτούν όλο και περισσότερους παθιασμένους αναγνώστες στις φυγόκεντρες γωνίες του Διαδικτύου. Οι θεμελιακές μεταφράσεις του, ιδίως στον Ντοστογιέφσκι και στους Ρώσους κλασικούς (με τις οποίες ο ίδιος τόσο βασανιστικά και επώδυνα βιοπορίστηκε), έχουν μεγαλώσει τουλάχιστον τέσσερις γενιές αναγνωστών και συνεχίζουν ακάθεκτες.

Ο δε πολιτικός στοχασμός του Αρη Αλεξάνδρου, που εκφράζεται τόσο με το λογοτεχνικό έργο του όσο και με τα δοκιμιακά του κείμενα, από περιθωριακή έκφραση ενός παντοειδώς αποκλεισμένου αυτοεξόριστου βρίσκεται πλέον όλο και περισσότερο στο κέντρο της πολιτικής (ή, σωστότερα, της βιοπολιτικής) συζήτησης των καιρών μας.

Τι είναι «Αριστερά»

Η βασανισμένη ζωή του Αρη Αλεξάνδρου, ο τιτάνιος αγώνας του να εναρμονίσει τη ζωή και το έργο του σύμφωνα με τις ηθικές αρχές του, η απομόνωση που βίωσε καθώς αρνήθηκε τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό, τόσο το «Εθνος» όσο και το «Κόμμα», τόσο τον στρατό όσο και κάθε πολιτική ορθοδοξία, καταγράφηκαν υποδειγματικά στο θεμελιακό βιογραφικό βιβλίο του (φίλου και συνεργάτη του) δοκιμιογράφου Δημήτρη Ραυτόπουλου «Αρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος» (Θεμέλιο, 1996). Το βιβλίο αυτό διαβάστηκε ευρύτατα και επανατοποθέτησε τον Α.Α. στο προσκήνιο μιας νέας αναστοχαστικής συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι «Αριστερά». Και δεν είναι λίγοι οι φιλελεύθεροι διανοητές που, ενθουσιασμένοι από τον πυρακτωμένο αντιμαρξισμό και αντικομμουνισμό του Αλεξάνδρου (ιδίως όπως εκφράζεται στο «Κιβώτιο»), είδαν σε αυτόν έναν στοχαστή-συγγραφέα που, έστω και φυγόκεντρα, εντάσσεται στη φιλελεύθερη παράδοση.

Πριν από μερικά χρόνια κυκλοφόρησε και μια νέα πρόταση – αυτή τη φορά για τη συμπερίληψη του Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Εισηγητής της ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης, ο οποίος εδώ και είκοσι χρόνια βγάζει τις πολύ σημαντικές εκδόσεις Πανοπτικόν (ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει τα «Απαντα» του Νίτσε σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα, αλλά και πλήθος βιβλίων από σημαντικούς θεωρητικούς του αναρχισμού).

Ο Δεσποινιάδης το 2015 εξέδωσε σε δεύτερη έκδοση στο Πανοπτικόν το βιβλίο «Η εξέγερση της Κροστάνδης» του Αλεξάνδρου (πρώτη έκδοση: εκδόσεις Φυτράκης στη σειρά «Τα φοβερά ντοκουμέντα», 1975), ιστορικό μελέτημα που περιγράφει την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς των Λένιν και Τρότσκι το 1921. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Δεσποινιάδης εξέδωσε τη μικρή μελέτη του «Ο ανυπότακτος Αρης Αλεξάνδρου» (Πανοπτικόν, 2019) – όπου συνοψίζει τις σκέψεις του για τον πολιτική στάση του Α.Α.

Ο Δεσποινιάδης (γεννημένος το 1978, χρονιά θανάτου του Α.Α.) στο βιβλίο του επιχειρεί με πάθος να εντάξει τον Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Παραθέτει μια σειρά από αρκετά πειστικά επιχειρήματα: από το 1950 και μετά και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Α.Α. σε βιβλία, ποιήματα, κείμενα, στάσεις ζωής στάθηκε σταθερά αντίθετος στα έθνη, στις θρησκείες, στον στρατό, στην κρατική καταστολή, στους θεσμούς της ομογενοποίησης, στον καπιταλισμό και στους νόμους της αγοράς, στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, σε κάθε κομματική ορθοδοξία, στον δογματισμό, στα άδεια κιβώτια που τα γεμίζουν με τα πτώματα ανθρώπων. Επιπλέον επικαλείται μια αρκετά οργισμένη ιδιωτική επιστολή του Αλεξάνδρου προς τον Ραυτόπουλο της 1ης Μαρτίου του 1976 (που δεν συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του τελευταίου, αλλά δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τεύχος 92). Εκεί ο Αλεξάνδρου, μιλώντας με οργή για τις πρακτικές του ΚΚΕ αλλά και για τον μαρξισμό, γράφει: «Είναι φανερό πως ήμουνα από τότε αναρχικός χωρίς να το ξέρω. Ημουν οπαδός των συμβουλίων και της αυτοδιαχείρισης – όπως προτιμάς…».

Ο Δεσποινιάδης θεωρεί πως αυτή η φράση είναι μια κατάφαση του Αρη Αλεξάνδρου προς την αναρχία και δικαιολογεί τη συμπερίληψή του στον «πασιφιστικό, ουμανιστικό αναρχισμό». Στο τέλος του βιβλίου γράφει: «Είναι καιρός να εντάξουμε στη γενεολογία μας έναν εμβληματικό πρόγονο».

H αυτοσυνέντευξη

Πρέπει να πούμε, πως μια ιδιωτική επιστολή δεν έχει το ίδιο βάρος με τη δημόσια τοποθέτηση – ιδίως εάν ο συγγραφέας της δεν επαναλαμβάνει σε δημόσιο επίπεδο όσα εκφράζει ιδιωτικά. Και στην καθοριστική δημόσια τοποθέτηση, στο πολιτικό credo μιας ολόκληρης ζωής, την αυτοσυνέντευξη του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 1975 στο περιοδικό «Ηριδανός», ο Αλεξάνδρου αφιερώνει συγκλονιστικές αράδες για να προσδιορίσει την πολιτική του ταυτότητα: «Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. […] Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Οπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Εχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και σε όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».

Σε τούτη τη συνέντευξη, ο Α.Α. δεν αναφέρεται πουθενά στον αναρχισμό ή στην αναρχία. Αντιθέτως, κλείνει τη συνέντευξη με την ποιητική/πολιτική του στοχοθεσία: «Αν κατόρθωνα να ρίξω και τον ελάχιστο κόκκο τσιμέντου για να στρωθεί ο δρόμος από τον homo sapiens στον homo humanus, θα έλεγα πως η ζωή μου δεν πήγε του κάκου».
Η γνώμη μου είναι πως ο Αρης Αλεξάνδρου (και κάθε άλλος καταστατικός δημιουργός) είναι μεγαλύτερος από οποιαδήποτε ιδεολογία – και από τον φιλελευθερισμό και από τον αναρχισμό και από οποιονδήποτε άλλο -ισμό. Συνάμα, εάν έχω διαβάσει καλά τα βιβλία του, και ακολουθώντας έναν πιο προσωπικό ορισμό της αναρχίας, δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω πως τον λογαριάζω ως τον μόνο αληθινά αναρχικό συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας: Υπήρξε ένας συνειδητά άεθνος, άπατρις, αποδιωγμένος από όλους homo humanus. Μα μία τόσο ιδιοσυγκρασιακή φύση σαν του Α.Α. δεν θα τασσόταν ποτέ δημόσια υπέρ μιας ομολογημένης «αναρχίας», διότι ένιωθε πως η πραγματική αναρχία υπάρχει μονάχα εφόσον αρνηθείς ακόμη την ίδια την ομολογία της.

H ουσιαστική δικαίωση της πνευματικής του κατάθεσης

Ο Αλεξάνδρου διαισθάνεται πως η ομολογημένη «αναρχία» είναι (ή μπορεί να γίνει) ακόμη μία δέσμευση, ακόμη ένας δογματισμός, μια σημαία ή, εντέλει, ακόμη μία αγέλη – και στον δρόμο προς τον homo humanus του, κάθε σημαία και κάθε αγέλη είναι μια καινούργια σκλαβιά. Επιπλέον, η αναρχία του Αλεξάνδρου στέκεται αφετηριακά ενάντια σε κάθε βία – την οποία θεωρεί εκ προοιμίου εξουσία (και για αυτό γίνεται το 1953 ο πρώτος Ελληνας αντιρρησίας συνείδησης και αρνητής στράτευσης). Ο Α.Α. έχει διαβάσει πολύ καλά τους «Δαιμονισμένους» αλλά και την πολιτική ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων: ως εκ τούτου γνωρίζει πως μέσα στο ευρύτατο φάσμα του αναρχισμού πλειοψηφεί (ή, έστω, εγγράφει ένα δραστικότερο πολιτικό αποτύπωμα) η αποδοχή της πολιτικής βίας ή και, συχνά-πυκνά, η καταστατική δοξολογία της. Είναι καθαρό πως στον κόσμο του Αλεξάνδρου αυτό δεν γίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον αποδεκτό: κάποιος που πυροβολεί ανθρώπους, ανατινάζει ανθρώπους ή πετάει μολότοφ σε ανθρώπους ή σπίτια δεν είναι «αναρχικός» αλλά εξουσιομανής φασίστας.

Και εδώ χωράει μια αντερώτηση στην παθιασμένη πρόταση του Κ. Δεσποινιάδη: Για ποια αναρχία μιλάμε; Για την άρνηση κάθε εξουσίας – ή για την «αντι-εξουσία»; Για τον Τολστόι, τον Γκάντι και τον Αλεξάνδρου; Για τον Νετσάγεφ και τον Ραβασόλ; Για τον Κροπότκιν, τον Μπακούνιν και τον Καστοριάδη; Για τον «αναρχισμό» των πιστολιών και των μολότοφ; Είναι αναρχία οι πρακτικές και οι δοξολογίες της βίας – ή είναι η στρέβλωση και η καπηλεία της; Προφανώς η αγωνία της συμπερίληψης του Αλεξάνδρου στην αναρχία δίνει μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Μένει να δούμε πόσοι και πώς θα έχουν την ανοιχτή ματιά για μια τέτοια σπάνια τιμή. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.

Παρ’ όλα αυτά, για ένα πράγμα δεν χωρά αμφιβολία: όλη αυτή η συζήτηση είναι μια (ακόμη) ουσιαστική δικαίωση του Αρη Αλεξάνδρου και της πνευματικής του κατάθεσης σε έναν επόμενο αιώνα από τον δικό του – έναν αιώνα που με νεωτερική αφέλεια προσπερνάει την Ιστορία, ωστόσο, παρά τις τόσες προσπάθειες, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία του ηθικού νοήματος. Και είναι εξαιρετικά παρήγορο που άνθρωποι και ρεύματα σκέψης ψάχνουν στα βιβλία, στους στίχους και στη σκέψη του Αρη Αλεξάνδρου τη δική τους καταστατική ή και υπαρκτική αφετηρία.

Λίγο πριν συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τη γέννησή του, αυτός που υπήρξε ολομόναχος και απομονωμένος, «προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτης», και πέθανε σε μια παρισινή σοφίτα που δεν χωρούσε να ανέβει ο απινιδωτής της καρδιακής ανάνηψης, γίνεται πλέον σημείο αναφοράς και αφετηρία διαλόγου. Η παθιασμένη εμμονή του Αλεξάνδρου να αρνηθεί κάθε προφητεία, κάθε «Λόγο της Αληθείας», κάθε εξαγγελία («Φίλε ή αντίπαλε, μην το αναγγείλεις πουθενά», γράφει με σπαρακτική συνέπεια) γίνεται πρόσκληση για συνάντηση μέσα στη συγκινημένη αγωνία του Homo Humanis. Τα «ένδον ρήματα» δείχνουν να βλασταίνουν μέσα στα μυαλά των κατοπινών: να αποκτούνε ρίζες και να πετάνε κλαδιά.

Ωστόσο ο Αλεξάνδρου, όπως άλλωστε και ο δάσκαλός του Ντοστογιέφσκι, όπως και όλοι οι αληθινά μεγάλοι ποιητές, φροντίζει να μας πει πως ο δρόμος προς τον τόσο συγκινημένο κόσμο του, προς τον αιμορραγικό Homo Humanus του, περνάει από ολόστενες σκάλες που δεν μπορούνε να περάσουν απινιδωτές – ούτε η γλυκιά συναίνεση με την ολέθρια ανάγκη του πολιτικού πραγματισμού, ούτε ο συμβιβασμός με τη θεσμική βία της εξουσίας, ούτε οι αγελαίες πορείες με τις σφιγμένες γροθιές και τα συνθήματα της εκδίκησης, ούτε η κοπαδοποίηση της βίας στο όνομα μιας «αντι-εξουσίας». Αντί όλων αυτών, εδώ και τουλάχιστον εξήντα χρόνια, ο Αρης Αλεξάνδρου μας άφησε, σαν σε μποτίλια στο πέλαγος, τον κατά τη γνώμη μου αναρχικότερο στίχο που έχει γραφτεί στη νεοελληνική λογοτεχνία: «Κυρ Λοχία, πάσχω από δαλτωνισμό: / βλέπω τον κάθε στόχο ίδιο με την καρδιά μου». Και εδώ μπαίνουν τα αληθινά δύσκολα για όλους μας: άραγε ποιος -ισμός, (φιλελευθερισμός, αναρχισμός ή όποιος άλλος) μπορεί να αντέξει ετούτη την πρόσκληση; Και πόσοι μπορούμε να κουβαλήσουμε την ηθική τάξη ώστε να κοιταχτούμε κατάματα σε μια τέτοια στάση ζωής;

*

©Θανάσης Τριαρίδης στη Καθημερινή

Η Β΄ Πολιτιστική Επανάσταση ή Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μιλάμε;

28/04/2021 § Σχολιάστε

Λίντα Σόφι Γιάνσον, Κραυγή, 250η Θερινή Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας, 2018.

«[…]η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού.»

Helen Pluckrose, James Lindsay, Cynical Theories: How Activist Scholarship Made Everything aboutRace, Gender, and IdentityAnd Why This Harms Everybody [Κυνικές Θεωρίες: Πώς η ακτιβιστική διανόηση κάνει τα πάντα να αφορούν τη φυλή, το φύλο και την ταυτότητα – και γιατί αυτό μας βλάπτει όλους], Pitchstone Publishing 2020, 352 pp.

Γράφει ο ©Αντώνης Εφραιμίδης στο τ. 127 Απριλίου στην Athens Review of Books

Αξίζει να παρατηρήσουμε εξ αρχής ότι οι συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου στον τίτλο CynicalTheories (Κυνικές Θεωρίες) θέτουν διαγραμμένη τη λέξη Critical την οποία αντικαθιστούν με την λέξη Cynical. Διότι, όπως θα δούμε, στην Καινογλώσσα των μεταμοντερνιστών οι Κριτικές Θεωρίεςείναι κατ’ ευφημισμόν κριτικές, και στην πραγματικότητα εφιαλτικές Κυνικές Θεωρίες.

Στην ταραχώδη σύγχρονη εποχή μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Στην παγκόσμια σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι σύγχυση και ανησυχία. Στην Οικονομία, στην Πολιτική, στην Κοινωνία, στην Φιλοσοφία, στην Τέχνη, ακόμα και στην Επιστήμη κυριαρχεί αβεβαιότητα. Η μετακίνηση των πληθυσμών, η απειλή συρράξεων, η ιδεολογική πόλωση και η τεχνολογία της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό χάους και αποπροσανατολισμού. Αν αυτή η τοποθέτηση γίνει δεκτή σαν μια υπόθεση εργασίας, το ερώτημα είναι: Γιατί;

Το πόνημα των Πλάκροουζ και Λίντσι δίνει μία εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση. Η αρχική παρατήρηση είναι ότι μετά τον Διαφωτισμό αναδύθηκε και επικράτησε αυτό που έχει ονομαστεί Κλασικός Φιλελευθερισμός. Μετά τις επαναστάσεις στην Γαλλία και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα ακολούθησε η βιομηχανική επανάσταση και η διαμόρφωση του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας. Το κοινωνικοπολιτικό φάσμα από τον συνετό συντηρητισμό μέχρι και τον «πρακτικό» σοσιαλισμό είχε αποδεχθεί (με μικρές παραλλαγές) τις βασικές αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ελευθερίας του λόγου, των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του σεβασμού των διαφορών ανάμεσα σε παραδόσεις και θρησκείες διαχωρίζοντάς τες από την εξουσία. Αυτές οι αξίες, περιληπτικά, χαρακτηρίζουν τον Κλασικό Φιλελευθερισμό. Δεν πρέπει να συγχέεται αυτός ο όρος με την σημερινή έννοια του Φιλελευθερισμού που είναι ένας καθαρά πολιτικός (σχεδόν «κομματικός») προσανατολισμός, με διαφορετική μάλιστα σημασία στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Η έλευση του Μαρξισμού και η εγκατάσταση κομμουνιστικών καθεστώτων σε μεγάλο μέρος της υφηλίου διατάραξε την σταθερότητα του Κλασικού Φιλελευθερισμού, υιοθετώντας εν τούτοις αρκετές από τις αρχές της Νεωτερικότητας (ιδίως στην Επιστήμη και στην Τεχνολογία). Η λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων συγκλόνισε την όποια ισορροπία είχε επικρατήσει. Η απογοήτευση για την αποτυχία της Μαρξιστικής υπόσχεσης και η αμφιβολία για την κατεύθυνση του Μοντερνισμού ευνόησαν κατά την δεκαετία του 1960 την ανάπτυξη του φιλοσοφικού ρεύματος του Μεταμοντερνισμού των Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, και άλλων φιλοσόφων, κυρίως εκ Γαλλίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αρχή της σημερινής αποδόμησης.

Τι ακριβώς ήταν ο Μεταμοντερνισμός; Πολύ περιληπτικά, οι βασικές αρχές του ήσαν η απόρριψη της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης, του ορθολογισμού, και της ατομικότητας. Επομένως η γνώση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργείται ανάλογα με το επικρατούν πολιτισμικό αφήγημα. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινωνία απαρτίζεται από πλέγματα ισχύος και ιεραρχιών που υπαγορεύουν τι γνώση μπορεί να αποκτηθεί και με ποιο τρόπο επιτρέπεται ή είναι δυνατή η απόκτησή της. Η δε γλώσσα δεν αναγνωρίζεται σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν εργαλείο των «ισχυρών».

Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται περίπλοκη και στριφνή, η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού. Εναλλακτικά, αν όχι εξίσου στριφνά, το Δόγμα της Μετανεωτερικότητας διατυπώνεται και υπό την μορφή των εξής τεσσάρων ακρογωνιαίων λίθων: (1) κατάργηση των πάσης μορφής συνόρων (γεωγραφικών, λογικών, ιστορικών και γλωσσικών), (2) θεώρηση της γλώσσας όχι σαν μέσο επικοινωνίας, αλλά ως εργαλείο υπερίσχυσης, (3) αντικατάσταση του «ατομισμού» και της «οικουμενικότητας» με «ομάδες» και «πολιτιστικές» τάξεις, και (4) απόλυτη πολιτισμική σχετικότητα.

Αρχικά η δυσκολία του Μεταμοντερνισμού να «αγγίξει» τον μέσο άνθρωπο περιόρισε σημαντικά την εξάπλωσή του. Αν και γεννήθηκε στη Γαλλία, βρήκε κάποιο γόνιμο έδαφος στην Ιταλία σαν έκφραση ρεύματος στην Τέχνη, και στις Αγγλοσαξονικές χώρες και την Αμερική σαν «γραφική» μορφή φιλοσοφίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μετά από δύο-τρεις δεκαετίες «παρουσίας» θεωρήθηκε ότι το πέρασμά του εξαντλήθηκε. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασάφεια και η περίτεχνη μορφή του, αλλά, κυρίως, το ότι δεν προσδιόρισε κάποια συνταγή εφαρμογής στην πράξη. Παρέμεινε σαν διανοητική άσκηση στην σφαίρα της Θεωρίας και δεν είχε σχέδιο «εφαρμογής». Ευδοκίμησε κάπως στον τομέα της Τέχνης με την φιλοπαίγμονα ιδιότητα της ασάφειας και αμφισημίας.

Αυτή η αδυναμία της υλοποίησης των ιδεών του Μεταμοντερνισμού γεφυρώθηκε από τους θιασώτες του μέσω της Ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η ερμηνεία από τους Μεταμοντερνιστές της έννοιας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (με κεφαλαία αρχικά) διαφέρει από την συνήθη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή ήταν και είναι ευρέως κατανοητή. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Θεωρίας του Μεταμοντερνισμού με τον Εφαρμοσμένο Μεταμοντερνισμό που γεννήθηκε κατά την δεκαετία του 1990 και γιγαντώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγος της γιγάντωσης ήταν ότι μετέτρεψε την Θεωρία σε πρακτικό πρόγραμμα υλοποίησης.

Πριν «θεριέψει», το πρόγραμμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης προσεταιρίστηκε μία επιλογή από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα (όπως ο ρατσισμός, η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, κ.ά.) και άρχισε να οικοδομεί τις λεγόμενες Κριτικές Θεωρίες. Η πρώτη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την Κοινωνική Δικαιοσύνη αναπτύχθηκε με την διάδοση της Πολιτικής Ορθότητας. Αρχικά αυτή έμεινε περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους και αντιμετωπίστηκε άλλοτε με σκεπτικισμό ή ειρωνεία, αλλά συχνά και με συμπάθεια.

Διάφορες συγκυρίες στο παγκόσμιο σκηνικό (κατάρρευση του Σιδηρού Παραπετάσματος, άνοδος της Κίνας, εκρηκτική ανάπτυξη του Ισλαμισμού, μαζική μετανάστευση, λαϊκιστικά και ακροδεξιά καθεστώτα, η τεχνολογία του Διαδικτύου, κ.λπ.) βοήθησαν στο να εξαπλωθεί η πρόταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και να αποκρυσταλλωθεί μια σειρά προγραμμάτων παραλογισμού που έφεραν πραγματική αναστάτωση (μέχρι στιγμής κυρίως) στις Δυτικές κοινωνίες. Ο λόγος ήταν η εκμετάλλευση από τους θιασώτες της νέας Θεωρίας των ευκαιριών που προσέφεραν και του αποπροσανατολισμού που εισήγαγαν αυτές οι συγκυρίες. Συγκεκριμένα (και χονδρικά), όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζει το βιβλίο, τα προγράμματα αυτά διακρίνονται σε

(1) Θεωρία Μετααποικιακής Πρακτικής (ή αντίστροφης καταπίεσης),

(2) Queer Θεωρία, που περιλαμβάνει τα θέματα γένους, φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, κ.λπ. (ή απελευθέρωσης από την κανονικότητα),

(3) Κριτική Θεωρία Φυλής και Διαθεματικότητας (Intersectionality) (ή τελειώνοντας με τον ρατσισμό βλέποντάς τον παντού),

(4) Θεωρία Φεμινισμών και Σπουδές Φύλου (ή απλοποίησης και κατάργησης της γενετικής ταυτότητας),

(5) Σπουδές Αναπηρίας και Πάχους (ή Πολιτικής της Ταυτότητας), και

(6) Διανόηση και Σκέψη για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (ή δημιουργία «Υπουργείου της Αλήθειας» στην Εκπαίδευση και στην Πολιτική).

Όλη αυτή η άχαρη λίστα προγραμμάτων μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι αποτελείται από φύρδην μίγδην εννοιολογικά κατασκευάσματα. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για εκτενές και πλήρως συγκροτημένο πρόγραμμα υλοποίησης με κύριο στόχο την ενοχοποίηση των Λευκών Ετεροφυλόφιλων Ανδρών που «ευθύνονται» αποκλειστικά για την έλλειψη ή απουσία Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Να δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι ακριβώς πρεσβεύουν αυτές οι Κριτικές Θεωρίες και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για Κυνικές Θεωρίες, όπως ευρηματικά τις χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς.

Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB »» Ε Δ Ω »»

David Hume, «Περί των θαυμάτων»

27/04/2021 § Σχολιάστε

1711- 1776

(1711- 1776)

[…] Αυτό μας οδηγεί σε ένα γενικό και αξιοσημείωτο αξίωμα: «Καμία μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να καταστήσει αδιαμφισβήτητο ένα θαύμα, εκτός εάν η μαρτυρία είναι του είδους εκείνου που η αναλήθειά της συνιστά μεγαλύτερο θαύμα από το θαύμα που επιχειρεί να βεβαιώσει. Και ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε μια αμοιβαία ανασκευή των επιχειρημάτων, και αυτό που υπερισχύει μας δίνει μόνο μια βεβαιότητα ανάλογη με την ισχύ που απομένει αφού αφαιρέσουμε την ισχύ του άλλου». Όταν κάποιος μου πει ότι είδε έναν νεκρό να επανέρχεται στη ζωή, σκέφτομαι αμέσως ότι είναι πιθανό αυτό το πρόσωπο να με εξαπατά ή να έχει εξαπατηθεί παρά να αληθεύει αυτό που ισχυρίζεται. Σταθμίζω το ένα θαύμα έναντι του άλλου, και σύμφωνα με την υπεροχή την οποία διαπιστώνω, αποφαίνομαι και απορρίπτω πάντα το μεγαλύτερο θαύμα. Αν η αναλήθεια της μαρτυρίας του συνιστά μεγαλύτερο θαύμα από το γεγονός που αφηγείται, τότε μόνον μπορεί να ισχυριστεί ότι εξουσιάζει την πίστη μου ή την κρίση μου.

[…]
Συνεπώς, μπορούμε εν γένει να συμπεράνουμε ότι η χριστιανική θρησκεία όχι μόνο συνοδεύτηκε εξαρχής από θαύματα, αλλά ότι ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή από κανέναν λογικό άνθρωπο χωρίς θαύματα. Ο ορθός λόγος δεν αρκεί για να μας πείσει για την αλήθεια της· όποιος κινείται από την πίστη για να την αποδεχθεί, συνειδητοποιεί ότι τελείται εντός του ένα συνεχές θαύμα που υπονομεύει όλες τις αρχές της νοημοσύνης του και του δίνει τη δύναμη να πιστεύει πράγματα που αντικρούονται από τη συνήθεια και την εμπειρία.

(Από τη Βίβλο του άθεου, ανθολόγηση Κρίστοφερ Χίτσενς, μτφρ. Άρης Μπερλής, Polaris, Αθήνα 2012, σ.64 και 74)

Από τo εξαίρετο, τελευταίο τεύχος 74, Ιούνιος 2016, της Athens Review of Books, σ. 12

[Α’ δημοσίευση 

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.