[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [3]

18/04/2019 § Σχολιάστε

Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας
Εκδόσεις Πέλλα, Σσ.29-102, 103-199, Πρώτη Έκδοση Έργου: Ιταλία, 1806

διαβάστε τα μέρη [1][2]

Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου! ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω, καθώς πρέπει, τα της ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου, με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τας φοβεράς χρείας σου, και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα.
Ναι, φιλτάτοι μου Έλληνες, το επιχείρημα είναι δύσκολον δι’ εμέ, αλλ’ η Πατρίς το ζητεί, το χρέος μου με βιάζει, και μόνον η αλήθεια των λόγων μου μου προμηνύει καλήν έκβασιν. Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τον λόγον μου η διήγησις των θαυμαστών έργων των πάλαι Ηρώων, η μεγαλειότης δε του θέματος και το κοινόν όφελος μου τάζουσι την παρ’ εμού ποθουμένην ανταμοιβήν, λέγω την κατάπεισιν των ομογενών μου Ελλήνων.
Άμποτες, λοιπόν, να αξιωθώ να αποδείξω εμπράκτως τα όσα, κατά το παρόν, δια λόγου απεφάσισα να σας κοινοποιήσω, το οποίον επεύχομαι εις όλους τους αγαπητούς μοι Έλληνας και όλους τους αληθείς […]
Αναγκαίον πράγμα είναι εις όποιον αποφασίσει να εξετάση την αλήθειαν των πραγμάτων, συχνάκις να δυσπιστή εις τον ίδιον εαυτόν του, και χωρίς να είναι ευκολόπιστος εις τους άλλους, να καταπείθεται μόνον εις την αναμφιβολίαν. Ωσάν οπού πολλάκις αμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, και δίδοντας πίστιν εις όσα ακροάζεται από άλλους, ευκόλως ημπορεί να απατηθή, και τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ακατάστατον εις την υπόθεσιν οπού ζητεί, και εξακολούθως ούτε αυτός ημπορεί να εύρη την αλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αυτού να την εννοήσωσι.
Όταν όμως εξετάζη την υπόθεσιν με προσοχήν, συγκρίνει αδιαφόρως τους περί αυτής ομιλήσαντας, ερευνώντας προς τούτοις τας αιτίας, οπού τον καθένα επαρακίνησαν να ομιλήση• όταν, λέγω, εκλέγει το πιθανόν από το αδύνατον και το δύσκολον από το αμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, και φθάνει τέλος πάντων εις την αλήθειαν, και ευρίσκει την ανταμοιβήν εις τους κόπους του με την ακριβήν της απόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς να καταπείθεται, και ανοητότατος ήθελεν είναι ο ακατάπειστος.
[…]
Πολλοί, μέχρι της σήμερον, εστάθησαν οι πολυπράγμονες της ανθρωπίνης ευδαιμονίας, πολλά ολίγοι όμως διετήρησαν τους προλεχθέντας κανόνας, και ολιγότατοι επέτυχον του σκοπού των• και δια τούτο άλλος μεν ήλπισε να την εύρη εις τα πλούτη, άλλος εις την μάθησιν, άλλος εις την πτωχείαν, άλλος εις την φιλαυτίαν• μερικοί πάλιν, εξετάζοντες τα ανθρώπινα περιστατικά, και απαντούντες πανταχόθεν εμπόδια και δυσκολίας, είπον ότι ο άνθρωπος δεν ημπορεί να είναι ευτυχής κατ ουδένα τρόπον• άλλοι δε, οπού δεν έλαβον επιμέλειαν να ερευνήσωσι όσον εχρειάζετο την υπόθεσιν, απεφάσισαν ευθύς ευθύς, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχείς.
Ανάμεσα, λοιπόν, εις τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δεν ημπορεί τινάς να καταλάβη, ειμή μόνον ότι η ευτυχία του ανθρώπου στέκεται εις το να είναι ευχαριστημένος, και εξακολούθως, μην ημπορώντας να είναι κατά πάντα ευχαριστημένος, ούτε κατά πάντα ευτυχής ημπορεί να ονομασθή.
Όθεν, δια να ευτυχήση ο άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον να εξαλείψη όσας αιτίας της δυσαρεσκείας του ημπορέση, δηλ. να υπακούη εις την θέλησίν του. Αλλ επειδή οι άνθρωποι δεν έχουσιν όλοι τας αυτάς θελήσεις, είναι αναγκαίον οι ολιγότεροι να υπακούουν εις την θέλησιν των περισσοτέρων και μην όντας δυνατόν να είναι όλοι ευτυχείς, καν να είναι οι περισσότεροι.
Η ευτυχία μας λοιπόν κρέμαται από την διοίκησιν, η οποία ημπορεί να μας καταστήση ευτυχείς μόνον τότε, όταν αρέσκη των περισσοτέρων. Δια τούτο αναγκαίον είναι να εξετάσητε μαζί μου, ανάμεσα εις τας τόσας διοικήσεις, οπού την σήμερον έχουσιν οι άνθρωποι, ποία είναι η καλλιοτέρα, το οποίον δεν θέλει σας φανή δύσκολον, επειδή ηξεύρετε τον τρόπον, οπού σας προείπον, της δοκιμής της. Αφού δε εύρομεν την καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει και τι εστί ελευθερία, περί ης ο λόγος, και πόσων αξίων κατορθωμάτων και αρετών είναι πρόξενος, και τέλος πάντων εις τι συνίσταται η ομοιότης και η ομόνοια• οπού βεβαιωθέντες εις αυτά, να προσπαθήσωμεν να τα ξαναποκτήσωμεν, και να αναλαμπρύνωμεν το Γένος μας, το οποίον η τυραννία τόσον ημαύρωσεν.
[…]
Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος από την φύσιν με το λογικόν, δια μέσου του οποίου συγκρίνει τα πράγματα αναμεταξύ των, και προκρίνει από αυτά όποιον τον ωφελεί περισσότερον, έχει δε μίαν κλίσιν προς το βελτίον, οπού πάντοτε τον παρακινεί, εις οποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, να ζητή μίαν καλλιοτέραν• ο πρώτος του λοιπόν και αναγκαιότερος στοχασμός είναι το να διαφυλάξη την ζωήν του και να την διαυθεντεύση όσον ημπορεί από κάθε εναντίον.
Έως οπού ο άνθρωπος ημπόρεσε να τραφή και να διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε εσώθη η φυσική ζωή, και βέβαια η ευτυχεστέρα δια ημάς τους θνητούς. Αφού όμως ο ένας έκραξεν προς βοήθειάν του τον άλλον, το φυσικόν σύστημα ετελείωσεν, και ευθύς ήρχισεν, δια να ειπώ έτζι, το ελεεινόν θέατρον των ανθρωπίνων περιστάσεων.
Ίσως τινάς ήθελεν ερωτήσει, πόθεν προήλθεν η ανάγκη, οπού εβίασεν τον άνθρωπον να ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου• αλλά ήθελεν είναι το ίδιον να ερωτούσε τινάς, δια ποίον τέλος και δια τι το υπέρτατον Ον έκτισε την οικουμένην. Η μεγαλειτέρα αμάθεια είναι, αδελφοί μου, το να θέλη τινάς να μάθη εκείνα οπού δεν ημπορεί να καταλάβη. Όθεν, όποιος γνωρίζει τα όσα δεν δύναται να εννοήση και τα παραιτεί, είναι ο σοφώτερος των ανθρώπων.
Αφού λοιπόν έπαυσεν, ως είπον, το πρώτον σύστημα των ανθρώπων, εις το οποίον η φύσις ήτον αντί των νόμων, η γη όλη αντί των πολιτειών, και η θέλησις καθενός αντί των ηθών, αφού, λέγω, ο άνθρωπος δεν ηθέλησεν να ευχαριστηθή με την σημερινήν τροφήν, αλλ’ εζήτησε να προητοιμάση και δια την αύριον, και αφού τέλος πάντων απεφάσισε να ζήση μαζί με άλλους, έχασε την αληθή ευτυχίαν, και έγινε δούλος όχι μόνον του εαυτού του, και άλλων, αλλά και των ιδίων αψύχων πραγμάτων.
Πρώτη λοιπόν εστάθη, η αναρχία να φανερωθή ανάμεσα εις τους ανθρώπους. Ευθύς ο δυνατότερος άρχισε να δώση νόμον του αδυνάτου, και οι περισσότεροι να αρπάζωσι το δίκαιον από τους ολιγοτέρους: εκεί φόνοι, εκεί αδικίαι, εκεί τέλος πάντων μύρια αναγκαία πλημμελήματα έως τότε αγνώριστα. Είδεν η ανθρωπότης το καλόν οπού έχασεν, αλλά δεν της ήτον πλέον δυνατόν να το ξαναποκτήση, και αναγκαίως εχρειάσθη να βασανισθή όχι ολίγον καιρόν, έως οπού η σκιά του θρόνου ήρχισε να απομωράνη τας ψυχάς των ανθρώπων, και ιδού η μοναρχία εμφανίσθη, η οποία ως πρόξενος και γεννήτρια της πολιτικής ανομοιότητος των ανθρώπων, μετ’ ου πολλού μεταβληθείσα εις τυραννίαν, έφερεν εις την γην όλα τα κακά οπού ημπορούσεν να δοκιμάση το ανθρώπινον γένος.
Ιδού ο τύραννος, ως ημίθεος, να δίδη τον θάνατον εις τους άλλους, και να χαρίζη την ζωήν όσων δεν θανατώνει. Ιδού τα ελαττώματα, όχι πλέον μισητά, αλλά επαινετά, και επιθυμητά. Ιδού η αδικία με το ξίφος εις την δεξιάν, να καταπατή την αρετήν, και να διώκη την δικαιοσύνην. Ιδού…
Αλλά, τέλος πάντων, αυτά τα ίδια κακά, και ανυπόφοροι δυστυχίαι εδίδαξαν την ανθρωπότητα να εύρη μίαν διοίκησιν, εις την οποίαν να επιτύχη την ανάπαυσίν της και την ευτυχίαν της• αυτή είναι λοιπόν εκείνη η διοίκησις, οπού εγώ θέλω να την ονομάσω Νομαρχίαν, η οποία, όσον περισσότερον οι άνθρωποι αγαπώσι την ευτυχίαν των, τόσον αυτή στερεούται και φυλάττεται αμετάτρεπτος, ούσα η υστερινή μεταμόρφωσις, δια να ειπώ ούτως, των διαφόρων διοικήσεων, και η μόνη πρόξενος της αρετής, της ομοιότητος, και της ελευθερίας.
Πολλάκις βλέπομεν, να μην ακολουθούν τον ειρημένον κανόνα εις τας μεταβολάς των αι διοικήσεις, αυτό όμως προέρχεται από διαφόρους αιτίας, οπού το παρόν θέμα δεν συγχωρεί την εκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον να ηξεύρη καθείς, ότι οποιαδήποτε διοίκησις πρέπει να είναι μία από τας ειρημένας τέσσαρας, τας οποίας ως γενικάς κρίνω, και ότι η υστερινή είναι η καλλιοτέρα και αρμοδιωτέρα προς το ημέτερον ευ ζην.
Αυτήν λοιπόν ας εξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν ακριβέστερα• και βέβαια εις αυτήν θέλομεν εύρει την ελευθερίαν διασωσμένην, και εξακολούθως, την είσοδον εις την ανθρωπίνην ευδαιμονίαν. Η νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την δημοκρατίαν, καθώς και εις την αριστοκρατίαν, αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι, ειμή μόνον, ότι η μεν δημοκρατία κλίνει εις την αναρχίαν, η δε αριστοκρατία εις την ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν τυραννίαν. Επειδή όμως και εις τας δύο αυτάς διοικήσεις σώζεται η Ελευθερία, αδιάφορος είναι η εκλογή. Όθεν, κατά το πλήθος του λαού, και κατά το κλίμα, ποτέ μεν προτιμάται η μία, ποτέ δε η άλλη.
Αλλά τι εστί ελευθερία; Εις την αναρχίαν, ω Έλληνες, ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, εις μεν εις την μοναρχίαν, ουδείς δε εις την τυραννίαν, και όλοι εις την νομαρχίαν. Όθεν, κατά μεν τους πρώτους η ελευθερία άλλο δεν είναι, ειμή η εκτέλεσις της θελήσεως του καθενός, επειδή, ευρισκόμενοι χωρίς νόμους, και χωρίς κριτάς, ο μεν άρπαξ ονομάζει τας αρπαγάς του αποτέλεσμα της ελευθερίας του, ομοίως δε και ο άσωτος τας ασωτίας του, και ο κακός τας κακίας του.
Κατά δε τους δευτέρους, ωσάν οπού επώλησαν την ελευθερίαν τους ενός, άλλο δεν εννοούσι με αυτήν την λέξιν, ειμή τας προσταγάς του κυρίου των, και είναι μόνον ελεύθεροι δια να τον υπακούωσι. Ο τύραννος δε και οι δούλοι του αγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, επειδή ποτέ δεν την εδοκίμασαν, δια να έχουν ιδέαν περί αυτής.
Υπό της νομαρχίας, τέλος πάντων, η ελευθερία ευρίσκεται εις όλους, ωσάν οπού όλοι κοινώς την αφιέρωσαν εις τους νόμους, τους οποίους διέταξαν αυτοί οι ίδιοι, και υπακούοντάς τους καθείς υπακούει εις την θέλησίν του, και είναι ελεύθερος. Ιδού λοιπόν, οπού κατ’ αυτούς η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους, και εν ενί λόγω, άλλο δεν είναι η ελευθερία παρά η αυτή νομαρχία. Αυτή είναι, αγαπητοί μου, εκείνη η ελευθερία, οπού άλλοι μεν αστοχάστως ενόμιζον την απώλειαν, άλλοι δε παραφρόνως την απείθειαν, και άλλοι άλλως, ως η απαιδευσία εδίδασκε τον καθένα, άφευκτα αποτελέσματα της δουλείας, η οποία εβαρβάρωσεν τους ανθρώπους, κατέφθειρεν τα ήθη, και εξ αιτίας της ημείς διαφέρομεν τόσον από τους προγόνους μας, οπού εις μερικούς φαινόμεθα αλλοτρίου γένους.
Φευ! πού είσαι, ελευθερία ιερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! Όσον γνωρίζομεν την αληθή σημασίαν σου, τόσον αυξάνει ο πόθος μας εις το να σε απολαύσωμεν. Εσύ είσαι η μήτηρ των μεγάλων ανδρών, συ ο στύλος της δικαιοσύνης, συ η πηγή της ευτυχίας. Ε, πόσον καλόν λείπει εκείνων, οπού σε υστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δεν σε εγνώριζον!
Ημείς δε, ναι ιερά Ελευθερία, με τους οδόντας μας θέλομεν συντρίψει τας αλύσους μας, δια να τρέξωμεν προς απάντησίν σου. Είναι αδύνατον αι ελληνικαί ψυχαί να κοιμηθούν πλέον εις την ληθαργίαν της τυραννίας! Ο λαμπρός ήχος των αρμάτων των πάλιν θέλει ακουσθή προς κατατρόπωσιν των τυράννων των, και ταχέως.
Αλλά, πριν εισέλθω εις την επαρίθμησιν των καλών της αυτής νομαρχίας, κρίνω αναγκαίον να σας φανερώσω τι προλαβόντως περί της ομοιότητος των ανθρώπων, και τούτο δια να μην απατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει να εύρωσιν εις αυτήν την διοίκησιν μίαν απόλυτον ομοιότητα.
[…]
Τρεις είναι λοιπόν αι αιτίαι της ανομοιότητος των ανθρώπων, αδελφοί μου, αγκαλά και αυτοί να διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. Η πρώτη από αυτάς είναι η ιδία φύσις, η οποία άλλους μεν έκαμεν δυνατής κράσεως, και άλλους αδυνάτου, εχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, και άλλων τινών ολιγότερον, και ούτως οι άνθρωποι διαφέρουσιν εν πρώτοις αναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.

Συνεχίζεται >

Advertisements

[Για τον πρωτοφασισμό·

13/04/2019 § Σχολιάστε

Umberto Eco (1932-2016)

Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Παρόλα αυτά, και παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα φασιστικά καθεστώτα εκείνης της εποχής, διέθεταν όλα τους κάποια (όχι απαραιτήτως όλα) θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό η χρήση του όρου «φασισμός» έχει γίνει τόσο ευρεία και περιεκτική: γιατί μπορείς να αφαιρέσεις κάποιο χαρακτηριστικό από ένα φασιστικό καθεστώς και παρόλα αυτά αυτό θα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο.

Για τον πρωτοφασισμό

Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.
1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.
Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.
Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.
Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.
Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.
2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.
3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.
4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.
5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.
6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.
7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.
8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.
9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.
10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.
11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.
12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.
13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.
Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.
14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.
Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.
Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.
Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.
Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:
«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».
Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.
*

Μετάφραση: Gravity and the Wind

στάχτες

*

[Παραιτήθηκε ο Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ντροπή!)

07/04/2019 § Σχολιάστε

Η ανακοίνωση παραίτησης
του κ. Σταυρόπουλου

Ανακοίνωση παραίτησης του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Γιώργου Σταυρόπουλου

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) είναι το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας που έχει συσταθεί με νόμο, σύμφωνα με σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ως ο εθνικός θεσμός για να προστατεύει, προωθεί, υπερασπίζεται και προβάλλει τις πανανθρώπινες αξίες των εν γένει δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Λειτουργεί στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια, με πλήρη ανεξαρτησία, χωρίς κομματικές σκοπιμότητες και έχει να παρουσιάσει ένα σημαντικότατο έργο. Η ανεξαρτησία της έχει ενοχλήσει και στο παρελθόν, τώρα όμως υφίσταται καίριο πλήγμα. Η Κυβέρνηση θέλοντας να αλλοιώσει τη σύνθεσή της, αλλά και να την καταστήσει δυσλειτουργική έως πλήρως αδρανή, προχωρεί μονομερώς σε μια άμετρη και άκριτη προσθήκη 5 μελών από μια μόνο Κοινότητα, εκείνη των ΛΟΑΤΚΙ, και 2 ακόμη μελών, εκτός από το ήδη υφιστάμενο μέλος, από άλλη, την Κοινότητα των Ρομά, κατά παράβαση κάθε αρχής ισότητας έναντι των λοιπών φορέων προστασίας των δικαιωμάτων που είναι ήδη μέλη της ΕΕΔΑ και διαθέτουν μόνο μια ψήφο στην Ολομέλειά της. Η νομοθέτηση προχώρησε χωρίς δημόσια διαβούλευση, χωρίς ποτέ, από πριν, η Κυβέρνηση, να ενημερώσει, συγκεκριμένα, την ΕΕΔΑ γι αυτήν και μολονότι με την από 27.11.2018 ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειάς της τάχτηκε κατά κάθε μεμονωμένης ρύθμισης και ήδη, με την με την από 28.3.2019 Δήλωσή της, απέκρουσε και τη συγκεκριμένη ρύθμιση, καταγγέλλουσα τόσο τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και την ουσία της ρύθμισης.

Τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ιεραρχούνται. Βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και προστατεύονται ισότιμα όταν προσβάλλονται. Η Κοινότητα των Ρομά φυσικά πρέπει να εκπροσωπείται στην ΕΕΔΑ, όπως και η Κοινότητα των ΛΟΑΤΚΙ. Ως προς την πρώτη αλλά και ως προς τη δεύτερη κοινότητα, η ΕΕΔΑ έχει ήδη συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των προβλημάτων τους, προβάλλοντας, με επιστημονικές εργασίες αλλά και δημόσιες τοποθετήσεις, την ανάγκη άμεσης επίλυσής τους, υποστηρίζοντας, συχνά, τις σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Η υπερβολικά μεγάλη όμως, ευνοϊκή μεταχείρισή τους σε βάρος όλων των άλλων υπερασπιστών των δικαιωμάτων του ανθρώπου προσβάλλει τους δεύτερους, αλλά και υποβαθμίζει το κύρος της ίδιας της Εθνικής Επιτροπής, αλλοιώνει άκριτα τη σύνθεσή της και θίγει την ανεξαρτησία της.

Η τελευταία κυβερνητική ενέργεια ήταν η τελευταία πράξη μιας αδιάφορης και συχνά απαξιωτικής στάσης των εκπροσώπων της Εκτελεστικής Εξουσίας απέναντι στην ΕΕΔΑ, με ελάχιστες, μόνο, λαμπρές εξαιρέσεις. Ο προϋπολογισμός της είναι τόσο μικρός που η ΕΕΔΑ αδυνατεί να ανταποκριθεί με επάρκεια στο ρόλο της, το ελάχιστο σε αριθμό επιστημονικό προσωπικό που εργάζεται με αυταπάρνηση και μέτριες αποδοχές πληροφορείται από τον αρμόδιο Υπουργό στη Βουλή ότι δεν πρέπει να μονιμοποιηθεί γιατί «έχει συγκεκριμένες αντιλήψεις και θεάσεις» (; !), οι συνθήκες στέγασης της Εθνικής Επιτροπής είναι απαράδεκτες για ευρωπαϊκό θεσμό, για κάθε μέλος της ΕΕΔΑ που μετέχει στην Ολομέλειά της (συμπεριλαμβανομένου του Προεδρείου) προβλέπεται η χορήγηση 40 περίπου ευρώ το μήνα (!), ποσό από το οποίο τα περισσότερα μέλη έχουν παραιτηθεί για λόγους προσωπικής αξιοπρέπειας.

Τα υπηρεσιακά έγγραφα της ΕΕΔΑ προς την Κυβέρνηση και τη Διοίκηση συνήθως δεν απαντώνται και τα αιτήματα συχνά δεν ικανοποιούνται. Οι αρμόδιοι, ακόμα και σε υψηλό επίπεδο, συνήθως αρνούνται την επικοινωνία με την ΕΕΔΑ! Και λυπούμαι να πω ότι ο Πρωθυπουργός της χώρας, στον οποία η ΕΕΔΑ «υπάγεται» οργανωτικά και η οποία αποτελεί το θεσμικό σύμβουλό του, ουδέποτε τα τελευταία πολλά χρόνια βρήκε λίγο χρόνο να ενημερωθεί από το Προεδρείο της για την κατάσταση των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη χώρα και τα προβλήματα της Εθνικής Επιτροπής ή έστω να παραλάβει προσωπικά την Ετήσια Έκθεση της, κάτι που επέβαλε ο ίδιος ο νόμος και η πρακτική που ακολουθήθηκε από όλους τους άλλους αποδέκτες της! Αντιθέτως, ο Πρόεδρος της Βουλής και οι βουλευτές- μέλη των αρμόδιων Επιτροπών της Βουλής όλων των κομμάτων έδειξαν πάντα μείζονα ευαισθησία για ενημέρωση και προβληματισμό πάνω στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου στην Ελλάδα.

Η υπεροψία της εκτελεστικής εξουσίας, ο αυταρχισμός στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων της κι ένας προσβλητικός διδακτισμός, τελευταία, έχουν πλέον περισσέψει. Η παραίτηση μου είναι πλέον η μόνη αξιοπρεπής αντίδραση στην απαξίωση της ΕΕΔΑ και εμού προσωπικά ως εκλεγμένου Προέδρου του Εθνικού Θεσμού Δικαιωμάτων. Θέλω να εκφράσω, αποχωρώντας, τις θερμές μου ευχαριστίες στις Αντιπροέδρους, αλλά και στα λοιπά μέλη της Εθνικής Επιτροπής, τα οποία, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, συνέβαλαν ή συμπαραστάθηκαν στο δύσκολο έργο της, στα μέλη του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, το οποίο η ΕΕΔΑ δημιούργησε από κοινού με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, καθώς και στο εξαίρετο προσωπικό της Εθνικής Επιτροπής για το παραχθέν έργο τα τελευταία χρόνια. Ελπίζω ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες για την Εθνική Επιτροπή και τα δικαιώματα του ανθρώπου στην Ελλάδα. Αρκεί οι υπερασπιστές τους να γρηγορούν.

O Νεοελληνικός Διαφωτισμός και πως οδήγησε στην επανάσταση του 1821

23/03/2019 § 1 σχόλιο

O Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση

Γράφει ο Χαράλαμπος Σπυρόπουλος

Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Ρήγας Φεραίος (1757 – 24 Ιουνίου 1798) ήταν Έλληνας συγγραφέας, πολιτικός στοχαστής και επαναστάτης

Ο  Νεοελληνικός Διαφωτισμός αποτελεί  παρακλάδι της ευρύτερης φιλοσοφικής, επιστημονικής, πολιτικής,  και  γενικότερα  ιδεολογικής  κίνησης  που έλαβε  χώρα στον Ευρωπαϊκό  χώρο  κατά  τη  διάρκεια  του  18ου  αιώνα, και που ονομάζεται με τον όρο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Ο όρος Διαφωτισμός αποτελεί νεολογισμό που εισήχθη στην ελληνική  γλώσσα  στα  μέσα του  19ου  αι. κατά  αναλογία  με  τους  αντίστοιχους όρους  από τα αγγλικά, τα  γερμανικά, και τα ιταλικά  (Enlightenment,  Aufklärung, Illuminismo). (Κ.Θ Δημαράς, 1993). Κύρια  χαρακτηριστικά  αυτής  της  κίνησης  ήταν:

  • Η  εμπιστοσύνη στη δύναμη του ορθού λόγου και πίστη στη δυνατότητα  βελτίωσης του ανθρώπου  και  απεριόριστης  προόδου  του  πολιτισμού.
  • Ο  κριτικός  έλεγχος  και  η  άρνηση  της  παράδοσης  και  κάθε  αυθεντίας που  πηγάζει  από  αυτή.  Για  τους  φιλοσόφους  του  Διαφωτισμού,  ο  ορθός λόγος  είναι  ισχυρότερος από οποιαδήποτε παράδοση και οποιαδήποτε  αυθεντία.  Ειδικότερα:
  • Ο Διαφωτισμός άσκησε αμείλικτη κριτική στις επικρατούσες  θεωρίες  για  τη  φύση,  για  τη  γνώση,  για την κοινωνία, τη θρησκεία, την πολιτική οργάνωση  και  καλλιέργησε  την  ελεύθερη  κριτική  έρευνα,  τη  γνώση  του  φυσικού  κόσμου  μέσω  της  εμπειρικής  παρατήρησης και του  πειράματος,  κήρυξε την ανεξιθρησκεία  και  την  αξιοπρέπεια  του  ανθρώπου.
  • Η προσδοκία αναμόρφωσης των κοινωνικών  θεσμών και κατ’  επέκταση  της  κοινωνίας  στο  σύνολό της με τη  δύναμη της ανθρώπινης  λογικής.
  • Στη  βάση  όλων των παραπάνω ο Διαφωτισμός είναι αισιόδοξος· αποδίδει  κατά  συνέπεια  ιδιάζουσα  σημασία  στα  ζητήματα  της  Αγωγής.  Στο  πλαίσιο αυτό προάγει τις ζωντανές γλώσσες και ιδιαίτερα τα εθνικά ιδιώματα  σε  βάρος των νεκρών γλωσσών (αρχαία  ελληνικά,  λατινικά).

Ο Τζων Λοκ (John Locke, 29 Αυγούστου 1632 – 28 Οκτωβρίου 1704) ήταν Άγγλος φιλόσοφος και ιατρός, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πλέον σημαίνοντες στοχαστές του Διαφωτισμού και είναι ευρύτερα γνωστός ως ο Πατέρας του Κλασικού Φιλελευθερισμού

Οι  απαρχές του Διαφωτισμού ανάγονται στην Αγγλία  κατά  τις  τελευταίες  δύο  δεκαετίες  του  17ου  αιώνα.  Στην  Αγγλία  έζησαν  οι  δύο  σπουδαιότεροι  πρόδρομοι  του  κινήματος:  ο  Isaak  Newton (1642 – 1727), που  με  τις  πα-ρατηρήσεις  του  και  την  εφαρμογή  της  νέας  επιστημονικής  μεθόδου  διατύπωσε  με  τη  θεωρία  της  Βαρύτητας  ένα  μοντέλο  του  κόσμου  που  έγινε  αποδεκτό  από  την  επιστήμη  για  τους  δύο  επόμενους  αιώνες,  και  ο  John  Locke (1632 – 1704), ο  οποίος  θεμελίωσε  φιλοσοφικά  τον  πολιτικό  φιλελευθερισμό  και  το  νεότερο  εμπειρισμό.  Ο  δρόμος  προς  το  διαφωτισμό  άνοιξε  με  τον  προβληματισμό  γύρω  από  τη  φύση,  τις  πηγές  και  τα  όρια  της  γνώσης,  που  είχε  εισαγάγει  ο  J. Locke  στο  έργο  του  Δοκίμιο  για  την  ανθρώπινη  νόηση.
Η  πρόοδος  της  σύγχρονης  επιστήμης,  η  επίκληση  του  ορθού  λόγου,  η  εμπειρική  γνωσιολογία  και  η  φυσική  θρησκεία  των  ελεύθερων  στοχαστών  διαμόρφωσαν  τις  φιλοσοφικές  προϋποθέσεις  του  διαφωτισμού.  Η  νέα  γνωσιολογία  είχε  εξισωτικό  χαρακτήρα.  Σύμφωνα  με  τον  Διαφωτισμό  οι  άνθρωποι  διαθέτουν  δυνάμει  ίσες  γνωστικές  δυνατότητες  που  θα  μπορούσαν  να  καλλιεργηθούν  και  να  βελτιωθούν  με  την  κατάλληλη  αγωγή.  Κατά  συνέπεια,  ο  καθένας  θα  μπορούσε  να  διεκδικήσει  ίσα  πολιτικά  δικαιώματα.  Έτσι,  ο  πολιτικός  φιλελευθερισμός  που  αναγνωρίζει  την  αυτονομία  και  τα  δικαιώματα  του  ατόμου  αποτέλεσε  την  πολιτική  έκφραση  της  νέας  φιλοσοφίας.  Εκτός  από  την  καινούρια  γνωσιολογία  ο  φιλελευθερισμός  του  Διαφωτισμού  ενισχύθηκε  και  από  τη  θεωρία  του  φυσικού  δικαίου,  η  οποία  καθιέρωνε  την  αρχή  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων,  ως  βασικό  συστατικό  της  ιδέας  της  ελευθερίας.  (Π. Κιτρομηλίδη,  Νεοελληνικός  Διαφωτισμός,  Αθήνα: 1996).
Κατά  των  18ο  αιώνα  επίκεντρο  του  Διαφωτισμού  έγινε  η  Γαλλία  λόγω  των  κοινωνικών  συνθηκών  που  επικρατούσαν  τότε  στη  χώρα. Κυριότεροι εκπρόσωποι   του  γαλλικού  Διαφωτισμού  είναι  ο  Montesquieu,  (ο  οποίος  με  το  βιβλίο  του  Το  Πνεύμα  των  Νόμων  καταγγέλλει  τον  δεσποτισμό  και  θεμελιώνει  την  κυριαρχία  των  Νόμων),  ο  Rousseau,  ο  Voltaire ,  ο  κύκλος  των  εγκυκλοπαιδιστών,  (Diderot,  D’ Alembert κ.α.).  Ο  Διαφωτισμός  όμως  δεν  περιχαρακώθηκε  στις  δύο  αυτές  χώρες,  την  Αγγλία  και  τη  Γαλλία.  Η  ακτινοβολία  του  απλώθηκε  σχεδόν  σε  όλη  την  Ευρώπη  και  μέσω  του  παροικιακού  Ελληνισμού  έφτασε  μέχρι  την  Τουρκοκρατούμενη  Ελλάδα  και  τον  ευρύτερο  χώρο  της  Βαλκανικής  και  της  Ανατολικής  Μεσογείου  που  πολιτικά  αποτελούσαν  έναν  ενιαίο  χώρο  μια  και  ήταν  τμήματα  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας.

  Η  σκέψη  και  η  παιδεία  στην  Τουρκοκρατούμενη  Ελλάδα.  17ος  αι:  Το  κίνημα  του  θρησκευτικού  ουμανισμού.

Ο Θεόφιλος Καΐρης (19 Οκτωβρίου 1784 – 13 Ιανουαρίου 1853) ήταν κορυφαίος νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός.

Μετά  την  Άλωση  της  Κωνσταντινούπολης  και  την  ολοκλήρωση  της  Οθωμανικής  κατάκτησης  στον  Ελλαδικό  χώρο, -αλλά και  στον  χώρο  της  Βαλκανικής  και  της  Ανατολικής  Μεσογείου  κατά  τις  επόμενες  δεκαετίες,-  η  παιδεία  εγκαταλείπεται  και  πέφτει  σε  παρακμή.  Ενώ  την  ίδια  χρονική  περίοδο  (15ος – 16ος  αι.)  στη  Δύση  έχουμε  την  Αναγέννηση,  στο  χώρο  της  «καθ’  ημάς»   Ανατολής  η  παιδεία  πέφτει  σε  μαρασμό  μετά  και  τη  μετανάστευση  των  Βυζαντινών  λογίων  στη  Δύση,  και  ιδιαίτερα  στην  Ιταλία,  όπου  προσέφεραν  σημαντικές  υπηρεσίες  και  τόνωσαν  το  ενδιαφέρον  για  τη  μελέτη  της  Αρχαίας  Ελληνικής  Γραμματείας  με  τα  χειρόγραφα  που  έφεραν  μαζί  τους.  Στην  Ελληνική  Ανατολή  αυτούς  τους  δύο  αιώνες,  στις  Τουρκοκρατούμενες  περιοχές  παραμένουν  ελάχιστες  εστίες  παιδείας,  κυρίως  υπό  την  φροντίδα  της  Εκκλησίας.  Μόνο  στις  περιοχές  που  παραμένουν  ακόμα  στα  χέρια  των  Βενετών  ή  άλλων  πόλεων  της  Ιταλίας  (Επτάνησα,  Χίος,  Κρήτη,  Κύπρος),  έχουμε  αξιόλογη  πνευματική  κίνηση  που  συντηρείται  μέσω  της  επαφής  αυτών  των  περιοχών  με  τη  Βενετία,  μέσω  της  οποίας  φτάνουν  οι  απόηχοι  της  Αναγέννησης  στις  περιοχές  αυτές.
Σημαντικό  ρόλο  στην  παιδεία  των  λατινοκρατούμενων  περιοχών  θα  παίξει  το  Πανεπιστήμιο  της  Πάδοβας,  το  επίσημο  πανεπιστήμιο  της  Βενετικής  Πολιτείας,  στο  οποίο  συνέρρεαν  Έλληνες  σπουδαστές  από  τα  βενετοκρατούμενα  εδάφη  της  Ελληνικής  Ανατολής.  Στη  φιλοσοφία  το  πανεπιστήμιο  της  Πάδοβας  είχε  γίνει  το  κατεξοχήν  κέντρο  του  νεοαριστοτελισμού.  Οι  νεοαριστοτελικοί  εγκαταλείπουν  τη  μεσαιωνική  παράδοση  του  σχολαστικού  αριστοτελισμού  και  προτείνουν  μια  φυσιοκρατική  ερμηνεία  της  αριστοτελικής  φιλοσοφίας,   επιχειρώντας  να  διαχωρίσουν  το  θρησκευτικό  δόγμα  από  τη  φυσική  φιλοσοφία.  Η  αναζήτηση  των  αιτίων  για  τα  φαινόμενα  του  φυσικού  κόσμου  ανάγεται  σε  έννοιες  του  υλικού  κόσμου  και  όχι  της  μεταφυσικής.  Αυτή  η  φιλοσοφία  μεταδόθηκε  στην  Ελληνική  Ανατολή  από  τους  Έλληνες  σπουδαστές  της  Πάδοβας  με  σημαντικότερο  από  αυτούς  τον  Αθηναίο  Θεόφιλο  Κορυδαλλέα (1570 – 1646).  (Π. Κιτρομηλίδης,  1996)
Γύρω  στο  1600,  ηγετικά  στελέχη  της  Ορθοδοξίας  με  σπουδές  στην  Πάδοβα  στελεχώνουν  το  Οικουμενικό  Πατριαρχείο  και  αναλαμβάνουν  μια  προσπάθεια  για  την  αναγέννηση  της  ελληνικής  παιδείας.  Το  1624  ο  Οικουμενικός  Πατριάρχης  Κύριλλος  Λούκαρης  καλεί  στην  Κωνσταντινούπολη  τον  Κορυδαλλέα  και  του  αναθέτει  το  έργο  της  αναδιοργάνωσης  της  Πατριαρχικής  Ακαδημίας,  με  τη  μετατροπή  της  σε  κεντρικό  ίδρυμα  ανώτερης  παιδείας  για  ολόκληρη  την  Ελληνική  Ανατολή.  Η  πρωτοβουλία  αυτή  του  Λούκαρη  στο  πρώτο  τέταρτο  του  17ου  αιώνα  αποτελεί  το  πρώτο  συνειδητό  πρόγραμμα  πολιτισμικής  αναμόρφωσης  που  ανέλαβε  η  ηγεσία  του  Ελληνισμού  από  την  εποχή  της  Άλωσης.  Τα  κίνητρα  του  Λούκαρη  πήγαζαν  κυρίως  από  την  επιθυμία  του  για  ανάσχεση  του  Καθολικισμού  που  επιχειρούσε  να  διεισδύσει  στο  χώρο  της  Ορθοδοξίας  εκείνη  την  εποχή·  είχαν  όμως  σαν      αποτέλεσμα  να  εισαχθεί  από  τον  Κορυδαλλέα  ο  νεοαριστοτελισμός  στην  ελληνική  παιδεία.
Ο  Κορυδαλλέας  ήταν  αυστηρός  επικριτής  του  μεσαιωνικού  σχολαστικι-σμού  και  οπαδός  του  ορθού  λόγου.  Από  τον  πιο  έγκυρο  βιογράφο  του  έχει  χαρακτηριστεί  ως  ο  πρώτος  «επαναστατικός»  στοχαστής  στην  Ελληνική  Ανατο-λή  και  ως  ο  εισηγητής  του  ελεύθερου  στοχασμού  στη  Νοτιοανατολική  Ευρώπη.  Το  πρότυπο  της  ανώτερης  παιδείας  που  εισήγαγε  ο  Κορυδαλλέας  στην  Κωνσταντινούπολη  έγινε  αντικείμενο  μίμησης  για  τη  δημιουργία  νέων  ακαδημαϊκών  ιδρυμάτων  στο  Ιάσιο  και  στο  Βουκουρέστι,  στην  Τραπεζούντα,  στην  Πάτμο,  στη  Χίο  κ.α.  (Π. Κιτρομηλίδης,  1996)  Η  προσπάθεια  για  αναγέννηση  της  ελληνικής  παιδείας  κατά  το  17ο  αιώνα,  η  οποία  εκπορεύτηκε  από  το  Πατριαρχείο  και  στηρίχτηκε  στον  Κορυδαλλέα  και  μια  πλειάδα  άλλων  λογίων  με  σπουδές  στην  Ιταλία,  οι  οποίοι  συνδύαζαν  στο  έργο  τους  τα  ιερά  γράμματα  με  την  καλλιέργεια  της  κλασικής  παιδείας  θα  μείνει  γνωστή  στην  Ιστορία  ως  θρησκευτικός  ουμανισμός.

Νεοελληνικός  Διαφωτισμός: Η  παιδεία  και  η σκέψη  στην  Ελλάδα  το  18ο  και  στις  αρχές  του  19ου  αιώνα.

Ο Αδαμάντιος Κοραής (27 Απριλίου 1748, Σμύρνη – 6 Απριλίου 1833 Παρίσι, Γαλλία), ήταν Έλληνας φιλόλογος με βαθιά γνώση του ελληνικού πολιτισμού. Ο Κοραής είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού και μνημονεύεται κυρίως για τις γλωσσικές του απόψεις και την υποστήριξη της καθαρεύουσας.

Από  τις  αρχές  του  18ου  αιώνα  συμβαίνουν  στην  Ελληνική  κοινωνία  αλλαγές  που  επηρεάζουν  την  ελληνική  ζωή  σε  πολλά  επίπεδα  και  όπως  είναι  φυσικό  δεν  θα  μπορούσε  να  μείνει  ανεπηρέαστος  ο  τομέας  της  παιδείας  και  της  σκέψης  γενικότερα.  Οι  αλλαγές  αυτές  οφείλονται  στις  μεταβολές  των  διεθνών  πολιτικών  συνθηκών  στον  χώρο  της  Νοτιανατολικής  Ευρώπης  που  οδηγούν  στην  κάμψη  της  επιθετικότητας  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας  και  εν  τέλει  στην  εξασθένισή  της.  Η  μεταβολή  αυτή  των  διεθνών  συνθηκών  ευνοεί   την  άνοδο  στο  προσκήνιο  νέων  δυναμικών  στρωμάτων  της  ελληνικής  κοινωνίας.
Συνοπτικά  θα  αναφέρω  ότι  λόγω  αυτών  των  μεταβολών  στη  διεθνή  θέση  της  Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας,  η  Οθωμανική  Διοίκηση  από  τα  τέλη  του  17ου  αιώνα  αρχίζει  να  αξιοποιεί  σε  υψηλές  θέσεις  της  Διπλωματίας  (αξίωμα  του  Μεγάλου  Διερμηνέα),  τους  Φαναριώτες.  Το  1699  ο  Αλέξανδρος  Μαυροκορδάτος  συμμετέχει  στις  διαπραγματεύσεις  της  συνθήκης  του  Κάρλοβιτς,  συνθήκη  που  συνετέλεσε  ουσιαστικά  στην  προαγωγή  των  οικονομικών  συνθηκών  του  υπόδουλου  Ελληνισμού.  Το  1709  ο  γιος  του  Αλέξανδρου  Νικόλαος  Μαυροκορδάτος  ανακηρύσσεται  ο  πρώτος  Έλληνας  ηγεμόνας  στη  Μολδαβία.  Αρχίζει  έτσι  η  μακρά  σειρά  των  Ελλήνων  ηγεμόνων  που  διοίκησαν  τις  παραδουνάβιες  ηγεμονίες  ως  την  έναρξη  της  Επανάστασης.  Οι  Έλληνες  ηγεμόνες  των  παραδουνάβιων  ηγεμονιών  ακολουθώντας  τα  πρότυπα  της  «φωτισμένης  δεσποτείας»,  γίνονται  φίλοι  των  γραμμάτων,  τιμούν  και  βοηθούν  τους  λογίους,  ιδρύουν  σχολεία  στα  οποία  καλλιεργείται  η  ελληνική  γλώσσα  και  παιδεία. (Κ. Θ. Δημαράς, 1993)
Τον  18ο  αιώνα  έχουμε  σημαντική  βελτίωση  των  οικονομικών  συνθηκών  των  υπόδουλων  Ελλήνων  και  τη  δημιουργία  μιας  αστικής  τάξης  από  ανθρώπους  που  ασχολούνται  και  πλουτίζουν  με  το  εμπόριο  και  τη  ναυτιλία.  Τον  αιώνα  αυτό  το  ελληνικό  εμπόριο  και  η  ναυτιλία  θα  γνωρίσουν  μεγάλη  άνθηση.  Έλληνες  έμποροι  θα  επεκτείνουν  τις  δραστηριότητές  τους  και  θα  ιδρύσουν  εμπορικούς  οίκους  στα  Βαλκάνια,  την  Κεντρική  και  τη  Δυτική  Ευρώπη  καθώς  και  στα  λιμάνια  της  Μεσογείου.  Μ’  αυτό  τον  τρόπο  ιδρύονται  και  ακμάζουν  ελληνικές  παροικίες  από  τη  Βενετία,  την  Τεργέστη  και  τη  Μασσαλία  ως  την  Οδησσό.  Στις  παροικίες  οι  Έλληνες  έρχονται  σε  επαφή  με  τα  σύγχρονα  ρεύματα  της  ευρωπαϊκής  σκέψης,  στη  Βενετία,  στη  Βιέννη  και  τη  Λειψία  ιδρύουν  τυπογραφία  και  εκδοτικούς  οίκους.  Στη  Βιέννη  μάλιστα  εκδίδονται  οι  πρώτες  ελληνικές  εφημερίδες,  (η  «Εφημερίς»  από  τους  Σιατιστινούς  αδελφούς  Μαρκίδες  Πούλιους  και  «ο  Λόγιος  Ερμής»),  που  γίνονται  ανάρπαστες.  Την  ίδια  ανάπτυξη  με  το  εμπόριο  γνωρίζει  και  η  ναυτιλία  των  νησιών  του  Αιγαίου.  Μετά  μάλιστα  από  τη  λήξη  του  Ρωσοτουρκικού  πολέμου  του  1768 – 1774  και  την  υπογραφή  της  συνθήκης  του  Κιουτσούκ  Καϊναρτζή  το  1774,  τα  ελληνικά  πλοία  αποκτούν  το  δικαίωμα  να  διαπλέουν  ελεύθερα  τις  θάλασσες  υπό  ρωσική  σημαία.
Ο  πλούτος  που  δημιουργήθηκε  είχε  θετικό  αντίκτυπο  και  στη  βελτίωση  της  παιδείας  των  Ελλήνων.  Πλούσιοι  έμποροι  που  πλουτίζουν  με  το  εξωτερικό  εμπόριο  προσφέρουν  τα  απαραίτητα  χρήματα  για  την  ίδρυση  και  συντήρηση  σχολείων  στις  ιδιαίτερες  πατρίδες  τους.  Στο  «Υπόμνημά»  του  το  1803  ο  Κοραής  γράφει:  «Και  οι  νησιώται,  οίτινες  κατά  το  πλείστον  μέρος  ήσαν  οι  αμαθέστεροι  του  Έθνους,  αρχίζουν  ήδη  να  αισθάνωνται  την  χρείαν  και  την  αξίαν  των  φώτων,  και  σπεύδουσι  προθύμως  αμμιλλώμενοι  να  συστήσωσι  σχολεία  και  γυμνάσια  εις  τας  πατρίδας  των».
Έτσι,  από  τις  αρχές  κιόλας  του  18ου  αιώνα,  έχουμε  τέτοια  τόνωση  της  πνευματικής  κίνησης,  που  αρχίζουν  να  διαφαίνονται  τα  σημάδια  της  πολιτιστικής  ανανέωσης,  κατ’  αρχήν  στα  Ιόνια  Νησιά,  στις  παραδουνάβιες  ηγεμονίες,  στα  Ιωάννινα  και  τις  πόλεις  της  Δυτικής  Μακεδονίας  που,  μέσω  του  χερσαίου  εμπορίου,  διατηρούν  στενές  εμπορικές  σχέσεις  με  την  Κεντρική  Ευρώπη (Π. Κιτρομηλίδης,  1996).  Γρήγορα  όμως  τα  σημάδια  αυτής  της  πολιτισμικής  ανανέωσης  αρχίζουν  να  διαχέονται  σε  ολόκληρο  το  χώρο  της  Ελληνικής  Ανατολής  και  να  συνιστούν  αυτό  που  σήμερα  ονομάζουμε  Νεοελληνικό  Διαφωτισμό.
Η  εξέλιξη  του  Διαφωτισμού  στον  ελληνικό  χώρο  θα  μπορούσε  να  διακριθεί  σε  τρεις  περιόδους.  Η  πρώτη  περίοδος  είναι  από  τις  αρχές  ως  τα  μέσα  του  18ου  αιώνα  που  έχουμε  τις  πρώτες  ανολοκλήρωτες  αναζητήσεις  της  ορθολογικής  κοσμοθεωρίας.  Στη  δεκαετία  του  1760  η  ελληνική  ανανεωτική  σκέψη  άρχισε  να  συγκλίνει  προς  την  επεξεργασία  των  φιλοσοφικών  προϋποθέσεων  της  φιλελεύθερης  σκέψης.  Την  περίοδο  αυτή  η  πρώτη  γενιά  του  ελληνικού  Διαφωτισμού,  κυριότεροι  εκπρόσωποι  της  οποίας  ήταν  ο  Νικηφόρος  Θεοτόκης  και  ο  Ευγένιος  Βούλγαρης  έχει  φτάσει  στην  ωριμότητά  της.  Ο  Βούλγαρης  υπήρξε  η  κεντρική  μορφή  στην  υπό  διαμόρφωση  νέα  πνευματική  παράδοση. (Π. Κιτρομηλίδης,  1996)
Στην  επόμενη  περίοδο,  από  τα  μέσα  του  18ου  αιώνα  ως  την  Γαλλική  Επανάσταση  του  1789,  κεντρικό  ρόλο  θα  διαδραματίσουν  οι  μαθητές  του  Βούλγαρη  με  σημαντικότερο  εξ’  αυτών  τον  Ιώσηπο  Μοισιόδακα.  Σ’  αυτή  την  περίοδο  ανήκει  και  ο  Δημήτριος  Καταρτζής,  ο  λαμπρότερος  εκπρόσωπος  του  φαναριώτικου  Διαφωτισμού. Ισχυρή  επίδραση  σ’  αυτή  την  περίοδο  άσκησε  στον  ελληνικό  χώρο,  όπως  φαίνεται  από  ελληνικά  κείμενα,  η  Γαλλική  Εγκυκλοπαίδεια (Κ. Θ. Δημαράς, 1993).
Η  τρίτη  περίοδος  μετά  τη  Γαλλική  Επανάσταση  και  ως  τις  δύο  πρώτες  δεκαετίες  του  19ου  αιώνα,  είναι  η  ωριμότερη  περίοδος  του  Νεοελληνικού  Διαφωτισμού.  Σ’  αυτή  την  περίοδο  ξεχωρίζουν  ο  Γρηγόριος  Κωνσταντάς,  ο  Δανιήλ  Φιλιππίδης,  ο  Ρήγας  Βελεστινλής,  που  μαζί  με  άλλους  αποτελούν  την  παραδουνάβια  ομάδα  της  τρίτης  γενιάς  του  Νεοελληνικού  Διαφωτισμού.  Η  ελληνική  διανόηση  της  Βιέννης  αποτελεί  προέκταση  της  ομάδας  που  ζούσε  στο  περιβάλλον  των  παραδουνάβιων  ηγεμονιών.  Την  ίδια  περίοδο,  δύο  ακόμα  κύκλοι  διανοουμένων  βρίσκονται  ο  ένας  στο  Παρίσι  γύρω  από  τον  Αδαμάντιο  Κοραή  και  ο  άλλος  στα  Ιωάννινα  γύρω  από  τον  Αθανάσιο  Ψαλίδα.  Από  αυτούς  τους  πνευματικούς  κύκλους  πρόβαλαν  νεότεροι  μαθητές  και  οπαδοί  του  Διαφωτισμού,  οι  οποίοι  στελέχωναν  τα  νέα  σχολεία  και  μετέφεραν  το  μήνυμα  του  Διαφωτισμού  σε  όλο  τον  ελληνικό  κόσμο.  Χαρακτηριστικό  είναι  το  παράδειγμα  του  παρισινού  κύκλου  του  Κοραή,  με  την  καθοδήγηση  του  οποίου,  μια  σημαντική  νέα  περιοχή  προστέθηκε  στη  γεωγραφία  του  Διαφωτισμού.  Πρόκειται  για  την  περιοχή  του  Ανατολικού  Αιγαίου  και  συγκεκριμένα  τη  Χίο,  τη  Σμύρνη  και  τις  Κυδωνίες  (Αϊβαλί),  που  ως  τις  αρχές  του  19ου  αιώνα  ήταν  προπύργια  της  παραδοσιακής  παιδείας  (Π. Κιτρομηλίδης,  1996).
Τα  πιο  σημαντικά  προβλήματα  που  απασχόλησαν  τους  λογίους  του  Διαφωτισμού  ήταν  η  σχέση  των  σύγχρονων  Ελλήνων  με  την  πνευματική  κληρονομιά  της  αρχαίας  Ελλάδας  και  η  αφύπνιση  της  εθνικής  συνείδησης,  η  γλώσσα,  η  θέση  των  νέων  φιλοσοφικών  ιδεών  και  των  φυσικών  επιστημών  στην  νεοελληνική  παιδεία.

Οι  προοδευτικοί  λόγιοι  επηρεασμένοι  από  τις  ιδέες  του  ευρωπαϊκού  Διαφωτισμού  και  τη  Γαλλική  Επανάσταση,  επιθυμούν  παιδεία  για  όλους,  χρήση  της  απλής  γλώσσας,  «μετακένωση»  των  επιστημονικών  κατακτήσεων  της  ευρωπαϊκής  σκέψης  και  δημιουργική  αφομοίωση  του  πνεύματος  των  αρχαίων  κλασικών  συγγραφέων.  Οι  συντηρητικοί  αντίθετα,  αντιμετωπίζουν  με  επιφύλαξη  τις  επιδράσεις  της  Ευρώπης  και  δυσπιστούν  απέναντι  στις  φυσικές  επιστήμες  και  στις  θεωρίες  της  νεότερης  φιλοσοφίας.  Εμπιστεύονται  μόνο  την  πολιτιστική  παράδοση  του  Ελληνισμού  και,  όσον  αφορά  το  γλωσσικό  ζήτημα,  είναι  οπαδοί  της  αρχαΐζουσας.  Ανάμεσα  στις  δύο  τάσεις  αναπτύσσεται  και  μια  τρίτη  μέση  τάση  εκπρόσωπος  της  οποίας  είναι  ο  Κοραής.  Η  τάση  αυτή  της  μέσης  οδού  εμφορείται  από  το  προοδευτικό  πνεύμα  του  Διαφωτισμού,  φοβάται  όμως  τις  ακραίες  επαναστατικές  ιδέες.  Χαρακτηριστικά  είναι  τα  λόγια  του  ίδιου  του  Κοραή:  «μακράν  από  την  Σκύλλαν  της  αθεΐας  και  την  Χάρυβδην  της  δεισιδαιμονίας»·  και  αλλού  αναφέρει:  «μήτε  τύραννοι  των  χυδαίων, (δηλαδή  του  λαού),  μήτε  δούλοι  της  χυδαιότητας  αυτών». Ο  Κοραής  δηλαδή  έδινε  διμέτωπο  αγώνα  τόσο  εναντίον  των  ριζοσπαστικών  τάσεων  όσο  και  εναντίον  των  συντηρητικών  (Κ. Θ. Δημαράς, 1993).

Χαράλαμπος Σπυρόπουλος είναι δάσκαλος. Το κείμενο γράφτηκε για το μαθήμα Ιστορία της Εκπαίδευσης, στο Διδασκαλείο του Παιδαγωγικού Τμήματος- Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Βιβλιογραφία

  1. Δημαράς,  Κ. Θ. (1993)  Νεοελληνικός  Διαφωτισμός,  Αθήνα:  Εκδόσεις  Ερμής,  6η  Έκδοση.
  2. Κιτρομηλίδης,  Πασχάλης (1985)  Ιώσηπος  Μοισιόδαξ.  Οι  συντεταγμένες  της  βαλκανικής  σκέψης  τον  18ο  αιώνα,  Αθήνα:  Μορφωτικό  Ίδρυμα  Εθνικής  Τραπέζης.
  3. Κιτρομηλίδης,  Πασχάλης (1996)  Νεοελληνικός  Διαφωτισμός,  Αθήνα:  Μορφωτικό  Ίδρυμα  Εθνικής  Τραπέζης
  4. Μοισιόδακας,  Ιώσηπος (1779)  Πραγματεία  περί  Παίδων  Αγωγής  ή  Παιδαγωγία, Επανέκδοση  του  1998,  Κοζάνη:  Ινστιτούτο  Βιβλίου  &  Ανάγνωσης  Κοζάνης.  

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.