[Η Λάουρα Μπέττι για τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι:

13/10/2019 § Σχολιάστε

Ένας καθαρός άντρας «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη»

κλικ στην εικόνα για την πρωτότυπη φωτογραφία

Από την ©Athens Review of Books 08/10/2019 , Tεύχος 110 – Οκτώβριος

Θυμάμαι και ξέρω πως, μια όχι και τόσο μακρινή μέρα ανάμεσα σε πολύ κόσμο που δεν θυμάμαι και δεν ξέρω, μπήκε στο σπίτι μου ένας άντρας χλωμός, κουρασμένος, κλεισμένος σε μια μυστηριώδη, αρχαία οδύνη· τα λεπτά χείλη σφραγισμένα για να αποδιώχνουν τις λέξεις, το χαμόγελο· τα χέρια υπομονετικά σαν του τεχνίτη. Είχε γεύση ψωμιού και πρίμουλας. Το ψωμί ήταν η οδύνη, η πρίμουλα η αγάπη.

Θυμάμαι λοιπόν πως είχα αποφασίσει ότι εκείνος ο άντρας ήταν ένας άντρας.

Κι έπειτα θυμάμαι πως είχα αποφασίσει να οικειοποιηθώ το ψωμί, να το κόψω στη μέση και να διανείμω ανάμεσά μας δυνατά, ψωμωμένα, υπεροπτικά, καλοκάγαθα γέλια.

Αποφάσισα ακόμη, αδείλιαστα, να ποντιστώ στις πρίμουλες.

Θυμάμαι και ξέρω πως εκείνος ο άντρας που ήταν ένας άντρας, έγινε ο άντρας μου. Και ο άντρας μου έκρυβε πίσω από τα μαύρα γυαλιά του την αγωνία της αποκάλυψης μιας εφικτής, τρεμάμενης αίτησης αγάπης που δεν θα απορριπτόταν, δεν θα αποκτηνωνόταν, δεν θα υφαρπαζόταν. Έμαθα λοιπόν να περπατάω στις μύτες των ποδιών για να μην θρυμματίσω τη σιωπή που συνοδεύει τη χειρονομία της αγάπης, για να μην τον κάνω να διαφύγει στο σκοτάδι. Αργά αργά άρχισε να εμπιστεύεται, τόλμησε μάλιστα να οσμιστεί το χέρι μου και λίγο λίγο να τρώει καρότο, ζάχαρη. Έτσι συνέβη λοιπόν που γίναμε «μαζί» μόνοι.

Θυμάμαι και ξέρω πως, ως συνέπεια, άρχισα να ζω μια ζωή επιτέλους δύσκολη. Μια ζωή με την ποίηση που διείσδυε σε κάθε απόκρυφη γωνιά του σπιτιού μου, της ηλικίωσής μου, της διαμόρφωσής μου. Έπειτα θυμάμαι και ξέρω τους βρυχηθμούς μου, τις κλοτσιές, την προστασία, τις απειλές, την κύκλωση του άντρα μου ‒ που κανείς δεν αποδεχόταν ανάμεσα στους «άντρες» ‒ με ένα πολύχρωμο προστατευτικό δίχτυ, στολισμένο με καλά πράγματα για να ανακαλυφθούν και να βιωθούν, και με ήλιο. Ένα δίχτυ με μεγάλες τρύπες που πίσω του παραμόνευαν μαύρα θεριά, φλογισμένα μάτια Καλαβρέζων ή Σικελών ανήλικων μεταμφιεσμένων σε αριστοκράτες πρωτευουσιάνους, ναοί χωρίς πίστη που έσφυζαν στο λαθρεμπόριο, μαύρες κούρσες, μαύρες ακρογιαλιές, μαύρες εφημερίδες. Αυτοί οι νεκροζώντανοι ήταν γραπωμένοι από το πολύχρωμο ηλιόλουστο δίχτυ και η αποστολή μου ήταν να μπαλώνω τις τρύπες όταν φάρδαιναν υπερβολικά.

Συνέχεια μπάλωνα, όλες τις μέρες σχεδόν.

Θυμάμαι και ξέρω ποια μέρα ακριβώς έχασα τη βελόνα και την κλωστή. Μου τα ’χαν κλέψει κι εγώ δεν είχα πια δύναμη να αγοράσω άλλη βελόνα κι άλλη κλωστή. Τριγύρω ήταν όλα μαύρα. Και όσο πιο μαύρα ήταν τριγύρω τόσο το μικρό παράφορο νησί μας βυθιζόταν στον ήλιο, στη δημιουργία, στη γενεσιουργία, στην παρασκευή, στην επηρμένη βασιμότητα πως μια ζωή προγραμματισμένη σύμφωνα με τις τάδε και τις δείνα γόνιμες ασχολίες δεν μπορούσε παρά να είναι απαραβίαστη, ιερή.

Μια μέρα, όμως, ο ήλιος λεκιάστηκε με αίμα κι όλες οι μέρες, από τότε, ονομάστηκαν 2.11.75.

Τη μέρα εκείνη εγώ τριπλασίασα το κορμί μου για να προστατεύσω και να συνοδεύσω το ραγισμένο, λειψό ουρλιαχτό μιας ρημαγμένης πρίμουλας, μιας κοπελίτσας πετσοκομμένης σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια· μιας κοπελίτσας που έφερε μέσα στην κοιλιά της, ζεστά, έναν ποιητή πετσοκομμένο σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια που κρατιούνταν ενωμένα από έναν ατσαλένιο ομφάλιο λώρο, τρομαχτικά ακατάλυτο.

Για μένα δεν θυμάμαι, δεν ξέρω. Ύστερα, μια από τις μέρες που ονομάζονταν 2.11.75 μου έφεραν το κορμί του άντρα μου και το ξάπλωσαν πάνω στο τραπέζι μου, εκεί που άλλοτε υπήρχαν πάντοτε φαγητά για την ιλαρή αδηφαγία του. Αυτό το κορμί ήταν, όντως, διαμελισμένο, κατασπαραγμένο. Μου ’βαλαν στο χέρι βελόνα και κλωστή για να μου μάθουν να το ξαναμπαλώσω.
Έτσι άρχισα να επιβιώνω σε μια ορφανή και τυφλή ζωή, και χωρίς ψωμί και χωρίς πρίμουλα.

Ψηλαφητά άρχισα να γυρεύω τον άντρα μου εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα θηρία.

Και, γυρεύοντάς τον, άρχισα να ανακαλύπτω το «δικό μας» πώς και γιατί, και το πώς και γιατί των «άλλων».

Κατάλαβα τελικά πως για να σκοτώσω «αυτούς» θα ’πρεπε, αφού θα είχα ξαναμπαλώσει τον άντρα μου, να χωθώ μέσα του έτσι ώστε να μου μιλήσει μυστικά και να μου εξηγήσει.

Να γιατί αποφάσισα ‒μαζί του, όπως πάντα‒ να μην αποδεχθώ τίποτε, να δείξω ανυπακοή, να προκαλέσω σκάνδαλο· να καταγγείλω τι μπορεί να συμβεί σε έναν καθαρό άντρα «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη».

Και άρχισα να συλλέγω όλες τις θανατικές καταδίκες που του είχαν επιβληθεί σε αγαστή συμφωνία των μαύρων δεξιών και των μαύρων αριστερών που παραμόνευαν πίσω απ’ το δίχτυ, ανάμεσα στους νεκροζώντανους.

Είδα και κατάλαβα όπως μπορούσε να δει και να καταλάβει η Εμίλια, η υπηρέτρια του Θεωρήματος.

Όλα αυτά βρίσκονται σε τετρακόσιες σελίδες.

© 1978, 2019  Garzanti Libri
Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου

Σημ. ARB: Το κείμενο αποτελεί πρόλογο του συλλογικού τόμου: Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte, Garzanti, Μιλάνο 1977, σσ. v-vii. [Ελληνική έκδοση: Παζολίνι (εξαντλημένο): χρονικό της βίας, της δίωξης και του θανάτου, Εξάντας, Αθήνα 1983, σε μετάφραση Κούλας Κυριακίδου].

Κτίριο κόσμημα του Τσίλλερ υπό κατάληψη από το 2016

19/09/2019 § Σχολιάστε

Τοσίτσειο οδού Αχαρνών
Η κτισμένη σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ οικίας τού Γ. Αργυρόπουλου στη γωνία των οδών Αχαρνών και Σουρμελή

Το κτήριο τού Τοσιτσείου στην Αχαρνών το 1938. Τα σχέδια τού κτηρίου είχε εκπονήσει ο Τσίλλερ

Τι ακριβώς έκανε τόσα χρόνια, η Πολιτεία για τη συντήρηση και ανάδειξη του υπέροχου αυτού κτιρίου;

Ένα κτήριο «κόσμημα» σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ, που φιλοξενούσε επί δεκαετίες το Τοσίτσειο Σχολείο, βρισκόταν υπό κατάληψη από το 2016, μέχρι πριν από λίγη ώρα. Το εμβληματικό νεοκλασικό κτήριο της Αχαρνών, τοπόσημο για την ευρύτερη περιοχή, μετέπειτα νοικιάσθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο από το Δημόσιο από το 1972 έως και το 2014.

Μετά την εγκατάσταση των Σχολείων στο Αρσάκειο Ψυχικού το 1933, μεγάλος αριθμός μαθητριών παρέμεινε στο κεντρικό κτήριο των Αθηνών στην Πανεπιστημίου όπου σήμερα βρίσκεται το ΣτΕ. Επιθυμία τού Δ.Σ. της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ήταν να μεταστεγασθούν τα Σχολεία από το κέντρο της πόλεως, ώστε ολόκληρο το κτήριο να ενοικιασθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, επιτροπή επισκέφθηκε και εξέτασε πολλά κτήρια, και κατέληξε να προτείνει στο Δ.Σ. την αγορά της κτισμένης σε σχέδια του Τσίλλερ οικίας τού Γ. Αργυρόπουλου στη γωνία των οδών Αχαρνών και Σουρμελή, την οποία δεν έκρινε ως απολύτως κατάλληλη, ήταν όμως καταλληλότερη από τις υπόλοιπες που προτάθηκαν.

Έτσι το Δ.Σ., με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1935, ήρθε σε συνεννόηση με τους κληρονόμους τού Γ. Αργυρόπουλου για την αγορά της οικίας καθώς και οικοπέδου 2.591 τ.π. έναντι τού ποσού των 7. 500.000 δρχ. Το συμβόλαιο υπ’ αριθμ. 13330, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Κ. Δ. Γιαννίτσης, υπέγραψε εκ μέρους τής Φ.Ε. ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Κυριακός και οι κληρονόμοι τού Γ. Αργυρόπουλου Σοφία και Αλέξανδρος. Το Σχολείο που θα στεγαζόταν εκεί θα ονομαζόταν «Τοσίτσειο» προς τιμήν τής ευεργέτιδος Ελένης Τοσίτσα, που είχε κτίσει το πρώτο Τοσίτσειο Σχολείο για να στεγαστεί εκεί το Εξωτερικό Σχολείο της Εταιρείας.

Στις 6 Οκτωβρίου 1937 πραγματοποιήθηκαν τα επίσημα εγκαίνια στο προαύλιο με αγιασμό ενώπιον τού διδακτικού προσωπικού, των μαθητριών, γονέων και κηδεμόνων. Εκ μέρους τού Δ.Σ. ο Αχ. Κύρου, αφού μίλησε για τον στόχο της ΦΕ και των Σχολείων της, το παρέδωσε στους διευθυντές των Σχολείων που θα στεγάζονταν εκεί. Ο γυμνασιάρχης Π. Λαλεχός ευχαρίστησε το Δ.Σ. και υποσχέθηκε εκ μέρους τού διδακτικού προσωπικού ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους.

Ο πόλεμος που ξέσπασε το 1940 έγινε αιτία το κτήριο να επιταχθεί για να στεγασθεί εκεί η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Τότε τα Σχολεία στεγάστηκαν σε ενοικιασμένα κτήρια, όπως αυτό της οδού Ρεθύμνης και της οδού Μαυρομιχάλη και Ακαδημίας. Όπως ακριβώς συνέβη και με το Αρσάκειο Ψυχικού έτσι και το Τοσίτσειο παρεδόθη στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία λίγα χρόνια μετά τη λήξη τού πολέμου.

Μετά τον πόλεμο το Σχολείο λειτούργησε κανονικά μέχρι το 1972. Πλήθος μαθητριών από όλα τα σημεία τής Αθήνας αποφοίτησαν από το Τοσίτσειο της οδού Αχαρνών. Το επίπεδο της εκπαίδευσης ήταν υψηλότατο, όπως σε όλα τα Σχολεία της ΦΕ. Τη δεκαετία τού 1960 κατά μήκος της οδού Σουρμελή κτίστηκε νέο κτήριο για να στεγάσει τις τάξεις τού Γυμνασίου. Το 1968 μάλιστα προστέθηκε και 3ος όροφος (4 διδακτικές αίθουσες) σε σχέδια τού Χ. Πολυχρονόπουλου. Όσο ο αριθμός των μαθητριών ήταν μικρός το κτήριο ήταν λειτουργικό. Παρά τις προσπάθειες όμως ανακαίνισής του, πολύ γρήγορα ο θόρυβος, οι κακές συνθήκες στο κέντρο της Αθήνας αλλά και η αδυναμία επέκτασης τού Σχολείου δυσχέραναν πολύ τη σωστή λειτουργία του, με αποτέλεσμα το κτήριο να γίνεται όλο και πιο ακατάλληλο.

Έτσι το Δ.Σ. της Φ.Ε. αποφάσισε την οικοδόμηση νέου Σχολείου σε οικόπεδο 200 στρεμμάτων που είχε αγοράσει η Εταιρεία με απόφαση τού Δ.Σ. στις 26 Νοεμβρίου 1926 σε περιοχή μεταξύ Εκάλης, Δροσιάς και Άνοιξης, το οποίο αποτελούσε τμήμα τού αγροκτήματος «Μπογιάτι», που ανήκε στους αδελφούς Λεωνίδα και Μαρή Εμπειρίκο. Εκεί το 1969 άρχισε να κτίζεται το νέο κτήριο που στέγασε τα Αρσάκεια-Τοσίτσεια Σχολεία από τον Σεπτέμβριο τού 1972.

Πηγή: history.arsakeio.gr – Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ φιλόλογος ιστορικός via skai.gr 

ΥΓ1: Σήμερα έμαθα για την επιχείρηση της ΕΛΑΣ σε δύο κτίρια (το ένα είναι το Τοσίτσειο) υπό κατάληψη – 230 μετανάστες συνολικά
Τουλάχιστον πέντε πούλμαν θα μεταφέρουν τους παράτυπους μετανάστες στη διεύθυνση αλλοδαπών Αττικής για να εξεταστούν τα όποια έγγραφα έχουν μετά σε ξενοδοχείο και μετά σε δομές φιλοξενίας. [ athina984.gr]

ΥΓ2: Άλλο ζήτημα οι παράτυποι ή παράνομοι μετανάστες και άλλο ζήτημα είναι οι πρόσφυγες-θύματα του πολέμου. Επίσης: όσο ηλίθιο είναι το σύνθημα «Ανοιχτά Σύνορα», άλλο τόσο ηλίθιο είναι το αίτημα των ακροδεξιών, τα «Κλειστά Σύνορα…

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Βασίλι Γκρόσμαν, «Τα Πάντα Ρεί»

17/09/2019 § 1 σχόλιο

38.

Σοβιετική Ένωση, 1953. Ο Στάλιν πεθαίνει. Ο Ιβάν Γκριγκόριεβιτς απελευθερώνεται μετά από τριάντα χρόνια στα στρατόπεδα της Γκούλαγκ. Επιχειρώντας να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωή, θα διαπιστώσει πως τα χρόνια του τρόμου έχουν βυθίσει τη σοβιετική κοινωνία σ’ ένα τέλμα υποτέλειας και παραίτησης, και πως πρέπει να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει σ’ έναν ουσιαστικά άγνωστό του κόσμο.

Πιάνοντας το νήμα του αγώνα που δίνει ο Ιβάν, ο Βασίλι Γκρόσμαν μας δίνει ένα ακόμα βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα, οδηγώντας μας για άλλη μια φορά στον λαβύρινθο της σοβιετικής κοινωνίας. Η απλή και συναρπαστική πένα του αφήνει τους ανθρώπους που περιστοιχίζουν τον κεντρικό του ήρωα να μιλήσουν για τις εμμονές και τις ενοχές τους. Ο επιστήμονας Νικολάι, που θυσίασε τη συνείδησή του στο βωμό της καριέρας, ο Πινέγκιν, που κατέδωσε τον Ιβάν, μια στρατιά πρώην πληροφοριοδοτών που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους, λέγοντας πως δούλευαν για το καλό της Σοβιετικής Ένωσης, η ερωμένη του Ιβάν, Άννα Σεργκέγεβνα, που θυμάται τον τρομερό λιμό του 1932, και τα εκατομμύρια των νεκρών Ουκρανών αγροτών, συνθέτουν έναν αλλόκοτο πίνακα των τραγικών συνεπειών του ολοκληρωτισμού.

Στο μυθιστόρημα Τα Πάντα Ρεί ο Βασίλι Γκρόσμαν βάζει ακόμα πιο βαθιά το νυστέρι της αμείλικτης κριτικής του, από την ίδια πάντα σκοπιά: το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την αδιαπραγμάτευτη πίστη στην ελευθερία.

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

«Τώρα οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα θα επιστρέψουν και οι δύο Ρωσίες –των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων– θα συναντηθούν και θα αντιμετωπίσουν η μια την άλλη κατά πρόσωπο». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, με την ευκαιρία της τρίτης επετείου του θανάτου του Στάλιν.
Αυτή η οδυνηρή συνάντηση είναι το θέμα του μυθιστορήματος Τα Πάντα Ρει.

Ο Βασίλι Γκρόσμαν ξεκίνησε να το γράφει στα μέσα του 1955 –έναν χρόνο πριν την δήλωση της Αχμάτοβα– και εξακολούθησε να το επεξεργάζεται μέχρι τον θάνατό του, το 1964.

Στο μεταξύ, το αριστούργημά του Ζωή και Πεπρωμένο κατασχέθηκε από την Κα-Γκε-Μπε με την δικαιολογία πως «θέτει σε δημόσιο διάλογο την αναγκαιότητα ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης».

Αυτό το γεγονός, μαζί με την ψυχολογική και σωματική κατάρρευση του συγγραφέα, καθόρισαν τη μοίρα του Τα Πάντα Ρει. Πρώτα-πρώτα έμεινε ατέλειωτο. Ύστερα, ξεκινά ξανά ένα «τυπικό» μυθιστόρημα και συνεχίζει σαν χρονικό, που παίρνει σύντομα δοκιμιακή μορφή. Φυσικά, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της πέννας και της ανθρωπιστικής σκέψης του συγγραφέα. Και εδώ οι περιγραφές ανθρώπων και καταστάσεων διαθέτουν τον ρεαλισμό του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Και εδώ ο συγγραφέας κατανοεί τους πάντες και τα πάντα. Μοιάζει να έχει τα καλύτερα συναισθήματα ακόμα και για ανθρώπους που εμφανώς έρχονται σε σύγκρουση. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν «λαϊκό» λόγο, που τοποθετείται με σαφήνεια απέναντι στην Ιστορία και την Ψυχή. Και εδώ ο συγγραφέας εμφορείται από βαθιά ανθρωπιστικές ιδέες. Ο άνθρωπος από τη φύση του τείνει προς το καλό, αλλά η σκληρότητα της ζωής περιορίζει αυτή την καλή φύση σ’ έναν πυρήνα, που ωστόσο δεν είναι καθόλου αδύνατον να διευρυνθεί, σε συνθήκες ελευθερίας και συνεργασίας. Αυτή την ελευθερία αφαίρεσε ο Σταλινισμός από τη σοβιετική κοινωνία, αντικαθιστώντας το ήθος και τις αξίες μιας ένδοξης επανάστασης με μια διεστραμμένη θρησκεία. Για τον Γκρόσμαν ο Στάλιν δεν ήταν δικτάτορας, αλλά ιερέας και αυτό ακριβώς ήταν που έκανε τα έργα και τις ημέρες του αποτρόπαια. Δεν υποδούλωσε μόνο μια κοινωνία, αλλά προσπάθησε να την κάνει να πιστέψει πως την απελευθέρωσε. Οι άνθρωποι μπορεί να υποφέρουν, αλλά είναι πάντα έτοιμοι να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, αφού ακόμα και στις πιο φρικτές συνθήκες δεν σταματούν να σκέφτονται τα απλά πράγματα της ζωής. Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι θέλουν απλά να ευτυχήσουν. Το παράλογο με την Ιστορία είναι πως αυτό το τόσο απλό πράγμα το καταντά αφύσικα δύσκολο. Όμως εδώ, σ’ αυτό το έργο, το βάρος πέφτει στον φυλακισμένο ήρωά του, που απελευθερώνεται και επιστρέφει μετά από χρόνια σε έναν κόσμο εντελώς αλλαγμένο. Ίσως αυτό το «βάρος» να οφείλεται στο γεγονός πως ουσιαστικά ο ίδιος ο συγγραφέας ανήκε στην Ρωσία, που σιωπούσε, βλέποντας ζωές να καταστρέφονται από την εξουσία. Ίσως μια κρυφή ενοχή –όσο άδικη κι αν είναι στην περίπτωση του Γκρόσμαν– να τον βασάνιζε. Υπήρξε συγγραφέας που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταπιάστηκε με την κριτική του συστήματος. Αλλά πριν από τον πόλεμο υπήρξε επίσης ένας «πιστός» Σοβιετικός πολίτης. Κι όμως ο συγγραφέας ταυτίζεται με τον ήρωά του. Ταυτίζεται τόσο, που θα έλεγε κανείς πως υπήρξε και ο ίδιος φυλακισμένος σε στρατόπεδο. Σαν να ήταν η «ελευθερία» που απολάμβανε μια άλλου είδους σκλαβιά.

Το Τα Πάντα Ρει ως έργο φορτώθηκε πολλά πράγματα. Έπρεπε να γίνει ένα μυθιστόρημα, έπρεπε να ασκήσει κοινωνική κριτική, έπρεπε να καταγράψει όσα τραγικά συνέβησαν, μετά την επανάσταση και έπρεπε να κάνει αυτοκριτική. Τόσοι στόχοι, από τους οποίους άλλοι ανήκουν στην λογοτεχνία και άλλοι όχι – χρειάζονταν αντοχές που ο Γκρόσμαν δεν διέθετε εκείνη την εποχή.

Παρ’ όλα αυτά το έργο παραμένει σημαντικό. Θα έλεγε κανείς πως μπορεί να διαβαστεί σαν ένα πεζό ποίημα, σαν ένα αφηγηματικό δοκίμιο ή σαν «λαϊκό» χρονικό.
Οπωσδήποτε γοητευτικό, καταιγιστικό, βαθιά ανθρώπινο και φιλοσοφημένο.

Μετάφραση ©Γιώργος Μπλάνας

*

Σημείωμα του Εκδότη

Έτσι έγινε προφανής, με τραγική σαφήνεια,
ένας ιερός νόμος της ζωής:
Η ανθρώπινη ελευθερία στέκει πάνω απ’ όλα.
Δεν υπάρχει σκοπός στον κόσμο,
για χάρη του οποίου είναι επιτρεπτό
να θυσιάζεται η ανθρώπινη ελευθερία.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ, λοιπόν, το κύκνειο άσμα που ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Πρόλαβε, ωστόσο, να περιγράψει μια εποχή όπου όλα ήταν ρευστά, μια εποχή κοσμοϊστορικών αλλαγών και ραγδαίων κοινωνικών εξελίξεων – την εποχή της μετασταλινικής Ρωσίας. Τα πάντα ρει είναι ένα μυθιστόρημα που, κατά τα ειωθότα του Γκρόσμαν, είναι γεμάτο Ιστορία. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν το έργο του πλαισιώνεται από την εποχή των στρατοπέδων της Γκούλαγκ, του σταλινικού ελέγχου στους Σοβιετικούς επιστήμονες, της αντιεβραϊκής εκστρατείας των αρχών του ’50 και των πέντε εκατομμυρίων θυμάτων που άφησε πίσω του ο Μεγάλος Λιμός των ετών 1932-1933. Θα έλεγε κανείς, μάλιστα, πως η λογοτεχνική δύναμη της περιγραφής του Γκρόσμαν μπορεί να συγκριθεί με αυτή του Δάντη στη Θεία Κωμωδία.

Είναι εντυπωσιακό ότι ένας συγγραφέας είχε το σθένος να γράψει για τις πιο ζοφερές σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα – το Στάλινγκραντ, το Ολοκαύτωμα και το Μεγάλο Λιμό. Η κινητήριος δύναμη του συγγραφέα παραμένει μυστήριο, αλλά ο ίδιος ο Γκρόσμαν παραπέμπει στη μνήμη της μητέρας του, την οποία δεν κατάφερε να πείσει να τον ακολουθήσει στη Μόσχα το 1941. Έτσι, για τους δύο ήρωές του Γκρόσμαν -Βίκτορ Στρουμ (Ζωή και Πεπρωμένο) και Ιβάν Γκριγκόριεβιτς (Τα πάντα ρει)-, η μητρική φιγούρα κατέχει εξέχουσα θέση, έστω και ως ανάμνηση, και επανέρχεται σε στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης.

Ο Γκρόσμαν γράφει μυθιστορήματα με την ευαισθησία ενός ποιητή. Γι’ αυτό και το Τα πάντα ρει, αν και είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο, φτάνει πολύ μακρύτερα από μια ιστορική καταγραφή. Γίνεται έργο πανανθρώπινο αλλά και πολύ προσωπικό, που διηγείται, με την ιδιαίτερη ποιητικότητά του, την ιστορία κάποιου και κάποιας και κάποιου άλλου και, τελικά, την Ιστορία μας. Ίσως γι’ αυτό δικαιούμαστε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό είναι η τελευταία πολύτιμη προσφορά του Γκρόσμαν.

Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης

Μετάφραση-Εισήγηση: Γιώργος Μπλάνας.

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

 

[φασισμός·

15/09/2019 § Σχολιάστε

Where Am I?

You are currently browsing the κοινωνίας category at αγριμολογος.