[έτοιμοι όλοι από καιρό, περίμεναν ·

19/05/2021 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 18.05.2021

«Σχετικά με τη φωτογραφία της ΠτΔ δίπλα φράχτη στον Έβρο. Προσπαθώ να καταλάβω. Υποθέτω όσοι αντιδρούν δεν θα ήθελαν καθόλου φράχτη. Τους ενοχλεί όμως ο φράχτης ως φυσικό και συμβολικό αντικείμενο ή τα σύνορα εν γένει; Αν δηλαδή τα σύνορα προστατεύονταν από κάποιο αόρατο ηλεκτρονικό σύστημα δεν θα είχαν πρόβλημα (το λέω γι΄αυτούς που λένε ότι τους ενοχλεί ο συμβολισμός του φράχτη); Νομίζω θα είχαν, οπότε είναι προφανές ότι μάλλον, εν ονόματι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ενός ιδιάζοντος κοσμοπολιτισμού, δεν θα ήθελαν καθόλου σύνορα. Να θυμόμαστε όμως, αυτό που έχει πει η Arendt, ότι τα δικαιώματα ως πρότερα κάθε πολιτικής συγκρότησης και εκτός πολιτικών συγκρούσεων, αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα και δεν προστατεύουν ουσιαστικά. Οι δημοκρατικές λειτουργίες εντός των εθνικών κρατών προστατεύουν τα δικαιώματα και τους πολίτες. Αν δεν υπάρχουν δημοκρατικά κράτη, δηλαδή σύνορα, δεν υπάρχει αποτελεσματικός δημοκρατικός έλεγχος για την προστασία των δικαιωμάτων.

Είναι άλλο να διεκδικείς και να έχεις ως κράτος διαδικασίες που υποδέχονται με ελεγχόμενο τρόπο (εκτός εάν υπάρχουν έκτακτες συνθήκες όπως πόλεμος) πρόσφυγες και μετανάστες (να μην είσαι περίκλειστη χώρα), και άλλο στην ουσία να μην έχεις σύνορα. Στον Έβρο εκτιμήθηκε από διαδοχικές κυβερνήσεις (και του Συριζα) ότι επιχειρησιακά ο φράχτης είναι αποτελεσματικός απέναντι σε έναν προβληματικό γείτονα. Δεν χαρακτηρίζουν οι φράχτες τη χώρα -δεν υπάρχουν φράχτες π.χ., στα βόρεια σύνορα, παρότι υπάρχουν σύνορα. Είναι ένα επιχειρησιακό μέτρο που δηλώνει τη θέση της χώρας απέναντι σε οργανωμένες προσπάθειες παραβίασης των συνόρων της. Αυτό υποθέτω υπερασπίστηκε και η ΠτΔ.»

[Βάσω Κιντή, Καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης και Αναλυτικής Φιλοσοφίας στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ.

*

«Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου πήγε στον φράχτη στον Έβρο, ανάμεσα σε άλλους σταθμούς του ταξιδιού της. Η φωτογραφία την έδειξε δίπλα στη συγκεκριμένη κατασκευή. Και πάνω σε αυτό το στιγμιότυπο, βγήκε στον αέρα μια ολόκληρη σημειολογία περί τραμπισμού, ακροδεξιάς, υποταγής στην ‘εθνική κρατική’ ιδεολογία. Λες και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι μόνο μια φωτό δίχως λόγο, δίχως αλληλουχία παρεμβάσεών της σε διάφορα ζητήματα Λογική φτηνής σοσιαλμηντιακής εκστρατείας λοιπόν. Και στο βάθος η ενόχληση γιατί κάποιος/ α μπορεί να είναι προοδευτικός και συγχρόνως να μη θεωρεί τα σύνορα ντροπή. Οι φράχτες είναι λύπη πάντα, το ίδιο όμως και οι περιπέτειες των κρατών και των ανταγωνισμών και τα ανθρώπινα δράματα. Και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, απ όσο είδα, δεν χαίρεται δίπλα στον φράχτη, ούτε το απολαμβάνει. Μόνο στη φαντασία όσων ήταν έτοιμοι από καιρό και περίμεναν.

[Νίκος Σεβαστάκης, Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

[♫ θάμπωσ’ η τσιμινιέρα ♫

07/05/2021 § Σχολιάστε

Υπάρχει ο πλανήτης ονόματι Γη με μία Πρωτομαγιά και υπάρχει ο πλανήτης ονόματι Ελλάς, με τρεις (3) Πρωτομαγιές, διότι ο πλανήτης Γη είναι προφανώς καθυστερημένος ―δεν ξέρει καν τι σημαίνει σουρεαλισμός. Έλεος.

στο fcbk

Η Β΄ Πολιτιστική Επανάσταση ή Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μιλάμε;

28/04/2021 § Σχολιάστε

Λίντα Σόφι Γιάνσον, Κραυγή, 250η Θερινή Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας, 2018.

«[…]η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού.»

Helen Pluckrose, James Lindsay, Cynical Theories: How Activist Scholarship Made Everything aboutRace, Gender, and IdentityAnd Why This Harms Everybody [Κυνικές Θεωρίες: Πώς η ακτιβιστική διανόηση κάνει τα πάντα να αφορούν τη φυλή, το φύλο και την ταυτότητα – και γιατί αυτό μας βλάπτει όλους], Pitchstone Publishing 2020, 352 pp.

Γράφει ο ©Αντώνης Εφραιμίδης στο τ. 127 Απριλίου στην Athens Review of Books

Αξίζει να παρατηρήσουμε εξ αρχής ότι οι συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου στον τίτλο CynicalTheories (Κυνικές Θεωρίες) θέτουν διαγραμμένη τη λέξη Critical την οποία αντικαθιστούν με την λέξη Cynical. Διότι, όπως θα δούμε, στην Καινογλώσσα των μεταμοντερνιστών οι Κριτικές Θεωρίεςείναι κατ’ ευφημισμόν κριτικές, και στην πραγματικότητα εφιαλτικές Κυνικές Θεωρίες.

Στην ταραχώδη σύγχρονη εποχή μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Στην παγκόσμια σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι σύγχυση και ανησυχία. Στην Οικονομία, στην Πολιτική, στην Κοινωνία, στην Φιλοσοφία, στην Τέχνη, ακόμα και στην Επιστήμη κυριαρχεί αβεβαιότητα. Η μετακίνηση των πληθυσμών, η απειλή συρράξεων, η ιδεολογική πόλωση και η τεχνολογία της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό χάους και αποπροσανατολισμού. Αν αυτή η τοποθέτηση γίνει δεκτή σαν μια υπόθεση εργασίας, το ερώτημα είναι: Γιατί;

Το πόνημα των Πλάκροουζ και Λίντσι δίνει μία εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση. Η αρχική παρατήρηση είναι ότι μετά τον Διαφωτισμό αναδύθηκε και επικράτησε αυτό που έχει ονομαστεί Κλασικός Φιλελευθερισμός. Μετά τις επαναστάσεις στην Γαλλία και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα ακολούθησε η βιομηχανική επανάσταση και η διαμόρφωση του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας. Το κοινωνικοπολιτικό φάσμα από τον συνετό συντηρητισμό μέχρι και τον «πρακτικό» σοσιαλισμό είχε αποδεχθεί (με μικρές παραλλαγές) τις βασικές αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ελευθερίας του λόγου, των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του σεβασμού των διαφορών ανάμεσα σε παραδόσεις και θρησκείες διαχωρίζοντάς τες από την εξουσία. Αυτές οι αξίες, περιληπτικά, χαρακτηρίζουν τον Κλασικό Φιλελευθερισμό. Δεν πρέπει να συγχέεται αυτός ο όρος με την σημερινή έννοια του Φιλελευθερισμού που είναι ένας καθαρά πολιτικός (σχεδόν «κομματικός») προσανατολισμός, με διαφορετική μάλιστα σημασία στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Η έλευση του Μαρξισμού και η εγκατάσταση κομμουνιστικών καθεστώτων σε μεγάλο μέρος της υφηλίου διατάραξε την σταθερότητα του Κλασικού Φιλελευθερισμού, υιοθετώντας εν τούτοις αρκετές από τις αρχές της Νεωτερικότητας (ιδίως στην Επιστήμη και στην Τεχνολογία). Η λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων συγκλόνισε την όποια ισορροπία είχε επικρατήσει. Η απογοήτευση για την αποτυχία της Μαρξιστικής υπόσχεσης και η αμφιβολία για την κατεύθυνση του Μοντερνισμού ευνόησαν κατά την δεκαετία του 1960 την ανάπτυξη του φιλοσοφικού ρεύματος του Μεταμοντερνισμού των Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, και άλλων φιλοσόφων, κυρίως εκ Γαλλίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αρχή της σημερινής αποδόμησης.

Τι ακριβώς ήταν ο Μεταμοντερνισμός; Πολύ περιληπτικά, οι βασικές αρχές του ήσαν η απόρριψη της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης, του ορθολογισμού, και της ατομικότητας. Επομένως η γνώση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργείται ανάλογα με το επικρατούν πολιτισμικό αφήγημα. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινωνία απαρτίζεται από πλέγματα ισχύος και ιεραρχιών που υπαγορεύουν τι γνώση μπορεί να αποκτηθεί και με ποιο τρόπο επιτρέπεται ή είναι δυνατή η απόκτησή της. Η δε γλώσσα δεν αναγνωρίζεται σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν εργαλείο των «ισχυρών».

Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται περίπλοκη και στριφνή, η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού. Εναλλακτικά, αν όχι εξίσου στριφνά, το Δόγμα της Μετανεωτερικότητας διατυπώνεται και υπό την μορφή των εξής τεσσάρων ακρογωνιαίων λίθων: (1) κατάργηση των πάσης μορφής συνόρων (γεωγραφικών, λογικών, ιστορικών και γλωσσικών), (2) θεώρηση της γλώσσας όχι σαν μέσο επικοινωνίας, αλλά ως εργαλείο υπερίσχυσης, (3) αντικατάσταση του «ατομισμού» και της «οικουμενικότητας» με «ομάδες» και «πολιτιστικές» τάξεις, και (4) απόλυτη πολιτισμική σχετικότητα.

Αρχικά η δυσκολία του Μεταμοντερνισμού να «αγγίξει» τον μέσο άνθρωπο περιόρισε σημαντικά την εξάπλωσή του. Αν και γεννήθηκε στη Γαλλία, βρήκε κάποιο γόνιμο έδαφος στην Ιταλία σαν έκφραση ρεύματος στην Τέχνη, και στις Αγγλοσαξονικές χώρες και την Αμερική σαν «γραφική» μορφή φιλοσοφίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μετά από δύο-τρεις δεκαετίες «παρουσίας» θεωρήθηκε ότι το πέρασμά του εξαντλήθηκε. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασάφεια και η περίτεχνη μορφή του, αλλά, κυρίως, το ότι δεν προσδιόρισε κάποια συνταγή εφαρμογής στην πράξη. Παρέμεινε σαν διανοητική άσκηση στην σφαίρα της Θεωρίας και δεν είχε σχέδιο «εφαρμογής». Ευδοκίμησε κάπως στον τομέα της Τέχνης με την φιλοπαίγμονα ιδιότητα της ασάφειας και αμφισημίας.

Αυτή η αδυναμία της υλοποίησης των ιδεών του Μεταμοντερνισμού γεφυρώθηκε από τους θιασώτες του μέσω της Ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η ερμηνεία από τους Μεταμοντερνιστές της έννοιας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (με κεφαλαία αρχικά) διαφέρει από την συνήθη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή ήταν και είναι ευρέως κατανοητή. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Θεωρίας του Μεταμοντερνισμού με τον Εφαρμοσμένο Μεταμοντερνισμό που γεννήθηκε κατά την δεκαετία του 1990 και γιγαντώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγος της γιγάντωσης ήταν ότι μετέτρεψε την Θεωρία σε πρακτικό πρόγραμμα υλοποίησης.

Πριν «θεριέψει», το πρόγραμμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης προσεταιρίστηκε μία επιλογή από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα (όπως ο ρατσισμός, η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, κ.ά.) και άρχισε να οικοδομεί τις λεγόμενες Κριτικές Θεωρίες. Η πρώτη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την Κοινωνική Δικαιοσύνη αναπτύχθηκε με την διάδοση της Πολιτικής Ορθότητας. Αρχικά αυτή έμεινε περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους και αντιμετωπίστηκε άλλοτε με σκεπτικισμό ή ειρωνεία, αλλά συχνά και με συμπάθεια.

Διάφορες συγκυρίες στο παγκόσμιο σκηνικό (κατάρρευση του Σιδηρού Παραπετάσματος, άνοδος της Κίνας, εκρηκτική ανάπτυξη του Ισλαμισμού, μαζική μετανάστευση, λαϊκιστικά και ακροδεξιά καθεστώτα, η τεχνολογία του Διαδικτύου, κ.λπ.) βοήθησαν στο να εξαπλωθεί η πρόταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και να αποκρυσταλλωθεί μια σειρά προγραμμάτων παραλογισμού που έφεραν πραγματική αναστάτωση (μέχρι στιγμής κυρίως) στις Δυτικές κοινωνίες. Ο λόγος ήταν η εκμετάλλευση από τους θιασώτες της νέας Θεωρίας των ευκαιριών που προσέφεραν και του αποπροσανατολισμού που εισήγαγαν αυτές οι συγκυρίες. Συγκεκριμένα (και χονδρικά), όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζει το βιβλίο, τα προγράμματα αυτά διακρίνονται σε

(1) Θεωρία Μετααποικιακής Πρακτικής (ή αντίστροφης καταπίεσης),

(2) Queer Θεωρία, που περιλαμβάνει τα θέματα γένους, φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, κ.λπ. (ή απελευθέρωσης από την κανονικότητα),

(3) Κριτική Θεωρία Φυλής και Διαθεματικότητας (Intersectionality) (ή τελειώνοντας με τον ρατσισμό βλέποντάς τον παντού),

(4) Θεωρία Φεμινισμών και Σπουδές Φύλου (ή απλοποίησης και κατάργησης της γενετικής ταυτότητας),

(5) Σπουδές Αναπηρίας και Πάχους (ή Πολιτικής της Ταυτότητας), και

(6) Διανόηση και Σκέψη για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (ή δημιουργία «Υπουργείου της Αλήθειας» στην Εκπαίδευση και στην Πολιτική).

Όλη αυτή η άχαρη λίστα προγραμμάτων μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι αποτελείται από φύρδην μίγδην εννοιολογικά κατασκευάσματα. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για εκτενές και πλήρως συγκροτημένο πρόγραμμα υλοποίησης με κύριο στόχο την ενοχοποίηση των Λευκών Ετεροφυλόφιλων Ανδρών που «ευθύνονται» αποκλειστικά για την έλλειψη ή απουσία Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Να δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι ακριβώς πρεσβεύουν αυτές οι Κριτικές Θεωρίες και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για Κυνικές Θεωρίες, όπως ευρηματικά τις χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς.

Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB »» Ε Δ Ω »»

[The Armenian genocide 1915-1917 ·

24/04/2021 § Σχολιάστε

A picture released by the Armenian Genocide Museum-Institute purportedly shows Armenians hung by Ottoman forces in Constantinople in June 1915. Armenians say up to 1.5 million of their forebears were killed in a 1915-16 genocide by Turkey’s former Ottoman Empire. Turkey says 500,000 died and ascribes the toll to fighting and starvation during World War I. AFP PHOTO / ARMENIAN GENOCIDE MUSEUM INSTITUTE (Photo by STR / AGMI / AFP)

The genocide

The CUP brought the Ottoman Empire into the First World War on the side of Germany and the axis powers against France, Britain and Russia.

Russia had long coveted territory in Anatolia – with the Ottomans doing likewise in the Caucasus – and reached out to Armenians in eastern Anatolia, arguing that as fellow Christians they would fare better under Russian rule. Some Armenians reciprocated and defected to join the Russian ranks.

Increasingly, the CUP and local governors began to view Armenians as a fifth column who posed an existential threat to their rule.

Though massacres of Armenians in Anatolia had already taken place for months before, historians generally recognise 23–24 April 1915 as the beginning of the genocide.

Talaat Pasha, one of the «three Pashas» that made up the leadership of the CUP, ordered the mass arrest of hundreds of Armenian intellectuals, community leaders, religious figures and politicians, most of whom would be tortured and killed. He then ordered the closure of all Armenian organisations in the country.

On 26 May 1915, Talaat’s «Deportation Law» was approved by the government, allowing for the deportation of the Armenians of eastern Anatolia to an undisclosed location away from the frontlines with Russia.

Following this, Armenians across Anatolia were either slaughtered or deported en masse to the Syrian desert in long marches by foot where the chances of survival were minimal. Tens of thousands were left to die on the roadsides after being denied food and water or contracting disease.

Numerous witnesses have over the years testified to the violence that was meted out against the Armenians across Anatolia by paramilitary groups, the army, police and armed gangs.

«From the first days of our journey, we met many groups of Armenians. The Turkish armed guards and gendarmes drove them (on foot) towards death and perdition. First, it made us very surprised, but little by little we got used to it and we even did not look at them, and indeed it was hard to look at them,» wrote Mohammad-Ali Jamalzadeh, an Iranian writer, in 1915.

«By the hit of lashes and weapons, they drove forward hundreds of weeping weak and on foot Armenian women and men with their children. Young men weren’t seen among the people, because all the young men were sent to the battlefields or were killed for precaution.»

Eitan Belkind, a British spy and member of the Ottoman army, recounted a particularly gruesome incident at the hands of Ottoman soldiers.

«After a three-day ride I reached the heart of Mesopotamia where I was a witness to a terrible tragedy… the Circassian soldiers ordered the Armenians to gather thorns and thistles and to pile them into a tall pyramid… afterwards they tied all of the Armenians who were there, almost five thousand souls, hand to hand, encircled them like a ring around the pile of thistles and thorns and set it afire in a blaze which rose up to heaven together with the screams of the wretched people who were burned to death by the fire… Two days later I returned to this place and saw the charred bodies of thousands of human beings,» he wrote.

Though it is hard to confirm an exact figure, the Encyclopedia Britannica estimated there were around 1,750,000 Armenians in the Ottoman Empire prior to 1915.

Today, the population of Armenians in Turkey is thought to be around 70,000.

*

[excerpt from: The Armenian genocide explained, from middleeasteye.net  (Read the rest of the story)

 

Where Am I?

You are currently browsing the κοινωνίας category at αγριμολογος.