[το χρώμα Του ήταν π ά ν τ α Μαύρο ·

05/07/2019 § Σχολιάστε

Φασισμός

Το μ ί σ ο ς του Φασισμού για την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, δεν κρύβονται. Η φωτογραφία δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη δίκαιη κοινωνία την οποία οραματίζονται. (πολλοί διαφωνήσαμε, με τη ανάρτηση της Athens Voice, αλλά διαφωνήσαμε προβάλλοντας τα επιχειρήματά μας…)

*

Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]

Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός’»)

2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)

[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]

Advertisements

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός· ή, Όταν μιλά ο 95χρονος Δημήτρης Ραυτόπουλος

02/07/2019 § Σχολιάστε

36.

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήτες του λαού»;

Ήταν γνωστός ως λογοτεχνικός κριτικός της μαρξιστικής σχολής, μακριά όμως από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και, βέβαια, από κάθε κομματικό δογματισμό. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, γεννημένος το 1924 στον Πειραιά, έχει γράψει τη δική του ιστορία στα γράμματα και στην πολιτική ζωή της χώρας, παραμένοντας μάχιμος ως δημοκρατικός πολίτης, ως σχολιαστής, ως πολιτικό ον, στα ενενήντα πέντε του αισίως. Το 1952 άρχισε να εργάζεται στην «Αυγή», μαζί με τους Τάσο Λειβαδίτη, Τίτο Πατρίκιο και Κώστα Κουλουφάκο.

Υπήρξε συνιδρυτής της ιστορικής «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1954 (την έκλεισε η δικτατορία), ενώ κατέγραψε και ανέλυσε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το 1996 απέσπασε το Κρατικό βραβείο για το βιβλίο «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», το 2008 ονομάστηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ και το 2013 απέσπασε το Μέγα βραβείο Γραμμάτων.

Μολονότι στρατευμένος στην Αριστερά από πολύ νωρίς (στην ΕΠΟΝ το 1943· βαριά τραυματίας στα Δεκεμβριανά το 1944· εξόριστος σε Ικαρία, Μακρόνησο και Αγιο Ευστράτιο από το 1947 έως το 1952· αυτοεξόριστος στο Παρίσι κατά τη χούντα), δεν τα πήγε ποτέ καλά με την «πρώτη φορά Αριστερά». Επανειλημμένα έχει ασκήσει δριμύτατη κριτική στην τωρινή κυβέρνηση, από την αρχή που εξελέγη.

Ο πολιτικός πολιτισμός

Σήμερα, μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και στη σκιά μιας συζήτησης που προέκυψε μετά τις ευρωεκλογές περί πολιτικού πολιτισμού, σκεφτήκαμε να του θέσουμε ορισμένα ερωτήματα γύρω ακριβώς από αυτό το ζήτημα.

– Με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, τέθηκε ζήτημα, από στελέχη του μάλιστα, έλλειψης ήθους και αλαζονικής συμπεριφοράς, ότι αυτό πλήρωσε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει ρίξει τους τόνους. Ελάχιστη σχέση έχει ο ΣΥΡΙΖΑ προ ευρωεκλογών με τον μετά. Συμφωνείτε εσείς με αυτή την άποψη και αν ναι, πώς θα ορίζατε αυτή την έλλειψη ήθους στην πολιτική; Είναι, π.χ., η επιθετική στάση των κυβερνώντων απέναντι στα θύματα του Ματιού, η γενική συμπεριφορά Πολάκη, η ανοχή απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο ή και κάτι άλλο, κάτι γενικότερο και βαθύτερο;

– Η πρωτοφανής αλαζονεία, το αρειμάνιο ήθος, ο διχαστικός λόγος και η δολιοφθορά των θεσμών συνδέονται, βέβαια, με τη γενική αποτυχία της πρώτης φοράς Αριστερά, της χειρότερης κυβέρνησης της δημοκρατικής Ελλάδας.

Η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ ήλθε να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει εξαίρεση –παγκοσμίως– στην καταστροφική πολιτεία της ριζοσπαστικής (κομμουνιστικής) Αριστεράς.

Παντού όπου επικράτησαν επιδείνωσαν τις συνθήκες ζωής των πολλών και κατάργησαν ή υπονόμευσαν τη δημοκρατία. Είναι «μέσα στη φύση τους», θα λέγαμε πάντως, είναι συνέπεια της ιδεολογίας τους, του μαρξισμού, κατά τον οποίο σοβεί στον καπιταλιστικό κόσμο «διαρκής εμφύλιος πόλεμος», η πάλη των τάξεων. Στον εμφύλιο δεν φοράς γάντια, ο αντίπαλος είναι εχθρός προς εξόντωσιν. «Ή αυτοί ή εμείς». Ο διχασμός, το μίσος, ο πολακισμός είναι αναγκαίο παρακολούθημα της διπλής αποτυχίας: της ιδεολογίας και της διαχείρισης, με το ζόρι, μιας ελεύθερης οικονομίας. Τα βρήκαν λοιπόν μια χαρά με το κεφάλαιο, με το ΝΑΤΟ, με την Εκκλησία, με τον «καταπιεστικό μηχανισμό». Τους έμεινε το κέλυφος, η εξίσωση του σωτήρα, του εντολοδόχου της Ιστορίας. Αυτοί είναι, εξ ορισμού, το Καλό, το προοδευτικό, το αγνό, είναι «ιδιοκτήτες του λαού», όπως είπε ο μεγάλος Κολακόφσκι. Απέναντι σε αυτό, όποια κριτική, κάθε αντιπολίτευση είναι συνωμοσία των εχθρών του λαού, της προόδου, της αλήθειας.

Νομίζω ότι ο Πολάκης είναι πολλάκις.

Αν είχαν πετύχει στην οικονομική διαχείριση έστω, απέναντί τους οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ, εκτός εξαιρέσεων, θα ήταν μαζί τους, δεν θα χρειάζονταν γιουρούσια, θεσμικά και επιχειρηματικά, για να τα αλώσουν ή να τα πνίξουν. Τα «βοθροκάναλα» θα μοσχομύριζαν.
Αλλά τι δημοκρατική συνείδηση εκπέμπει ένας πρωθυπουργός που παροτρύνει τους πολίτες να μη διαβάζουν εφημερίδες «για να ’χουν την υγειά τους»; Σκεφθείτε την απόσταση μιας τέτοιας ορμήνειας από τον Διαφωτισμό και από τον φιλοσοφικό πρόδρομο του μαρξισμού, τον αριστερό εγελιανισμό. Ο Χέγκελ είχε απονείμει τον ωραιότερο τίτλο τιμής στον Τύπο: «Το διάβασμα της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή του πολίτη». Οταν όμως θεωρείς τον πολίτη ιδιοκτησία του κράτους (και όχι το αντίθετο, το σωστό), τότε είναι φυσικό να μην ανέχεσαι την ελευθερία της γνώμης. Ο κ. Τσίπρας επανέφερε στην πολιτική γλώσσα την «υπακοή», κάτι που αρμόζει σε υπήκοο του μονάρχη.

Καλά το έχει πει ο Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των νόμων»: «Η υπακοή προϋποθέτει την άγνοια των υπηκόων, αλλά και εκείνου που διοικεί δεν επιτρέπεται να συζητήσει, να αμφιβάλλει, να σκέπτεται λογικά». Εξασφαλίζοντας την υπακοή «μπορείς να τους τα πάρεις όλα για να τους δώσεις κατιτί έτσι κάνεις έναν κακό πολίτη, έναν καλό δούλο». Να γιατί στη δημοκρατία ένιωσε χαστούκι στην αξιοπρέπειά του ο ψηφοφόρος με το πενηντάρικο μέσα στον εκλογικό φάκελο.

– Eλλειψη πολιτικού πολιτισμού έχουμε δει και από παλαιότερες κυβερνήσεις. Υπάρχει άραγε κάτι ειδικό που να διαχωρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και ΑΝΕΛ αρχικά) συγκριτικά με τις προηγούμενες; Μήπως το ότι δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα; Εχουν ουσία τα προσχήματα στην πολιτική είναι κάτι υποκριτικό, κάτι δήθεν;
– Η φραστική οξύτητα, η οργή, η ύβρις δεν έλειπαν ποτέ στον κοινοβουλευτικό μας πολιτισμό. Θυμάμαι, λ.χ., το «φτου σας!»» του Κουλουμβάκη κατά των βουλευτών της Αριστεράς. Θυμάμαι τον Κουτσόγιωργα και το αείμνηστο «εσείς δεν δικαιούσθε διά να ομιλείτε» ή την επιθετικότητα του Βαγγέλη Γιαννόπουλου… Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ τέτοια παραταξιακή οίηση, ιταμότητα, αρχηγικό αυτοθαυμασμό και υποτίμηση του αντιπάλου.

Εχει κάνει και ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπατήματα αντιδημοκρατικά. Μας είχε προτείνει «το αλβανικό μοντέλο» σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού». Δεν ξεχνιόνται ο Αυριανισμός, ο Τόμπρας, ο Κοσκωτάς, το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». Είχε ψιθυρίσει ακόμη ότι θα έκανε Σύνταγμα τέτοιο που θα απέκλειε την επανεκλογή της Δεξιάς! Και είχε πρασινίσει τη δημόσια διοίκηση, μέσα σε μια νύχτα, λ.χ., παραμονή των εκλογών του 1985 – ο πληθυσμός του ΙΚΑ διπλασιάστηκε. (Ηλθε ο Καραμανλής μετά και επανίδρυσε την Αγροφυλακή…)

Δεν ξεχνιόνται και αυτά. Καταδικάστηκαν, έμεινε ό,τι θετικό, η σοσιαλδημοκρατική τάση και το ευρωπαϊκό άνοιγμα Σημίτη, η σύμπραξη με τη φιλελεύθερη παράταξη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν ξεχνιόνται… Ελα όμως που έρχεται η νυν ηγεσία της, να μας θυμίσει το στερεότυπο το αθάνατο της συνεργασίας «με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» – τις οποίες έχει καταγγείλει για αντιδημοκρατία.

Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης

 Παραδοσιακά, η Αριστερά ήταν πάντοτε συνυφασμένη με την κουλτούρα, με τα γράμματα και τη διανόηση. Πολλοί περίμεναν από μια αριστερή κυβέρνηση αυτό ακριβώς: την ανάδειξη ενός άλλου ήθους αλλά και μιας άλλης αισθητικής. Βάσιμα τα περίμεναν αυτά; Αν ναι, τι πιστεύετε ότι πήγε στραβά;
– Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης. Πολλά οφείλει στην (επιλεκτική) ανάγνωση Γκράμσι, μετά την κατάρρευση του Τείχους. Στη Δύση, ο μαρξισμός μετακόμισε από το προλεταριάτο (ανύπαρκτο πλέον, αντίθετα από την πρόβλεψη του Μαρξ) στο πανεπιστήμιο. Στα περισσεύματα του επικατάρατου καπιταλισμού τρέφεται μια ιντελιγκέντσια με εκατομμύρια υποτροφίες, διδακτορικά, πρότζεκτ, συμβούλια, έδρες. Η μοιραία μετριότητα των περισσοτέρων ευνοεί τη «ριζοσπαστικοποίηση». Αλλά εκφράζονται και ο σκεπτικισμός, η δυσφορία του πνεύματος για τις θηριώδεις ανισότητες, τα προνόμια, τα προκλητικά εισοδήματα και τη διαφυγή φορολογίας με τον οφσορισμό, τους φορολογικούς παραδείσους, ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σε εμάς η πολεμική και πολιτική αποτυχία της Αριστεράς αντισταθμίστηκε με την έμφαση στον πολιτισμό, με τάσεις όμως αναθεωρητικές, πλουραλιστικές, δημοκρατικές. Αυτές ήλθε να διαψεύσει και να παραμερίσει ο τσιπρισμός, εκφράζοντας τον παραβολισμό του καταληψία, τις «συλλογικότητες» των επαναστατών εκ του ασφαλούς.

Τη συριζαϊκή κουλτούρα αντιπροσωπεύουν ο λόγος του πρωθυπουργού, το Αλ Τσαντίρι, η αμάθεια, αυτοί που διαβάζουν και Πασκάλ και Μπρικνέρ – κάτι όπως και Λέσβο και Μυτιλήνη.

– Σε μια χώρα που μαστίζεται δέκα χρόνια τώρα από κρίση και σε μια Ευρώπη που κλονίζεται διαρκώς, μήπως είναι πολυτέλεια να αξιώνουμε υψηλό πολιτικό πολιτισμό και φροντισμένη αισθητική από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση;
– Μόνον η γνώση, η παιδεία, η αξιολόγηση, η αριστεία –αυτά που έπληξε συστηματικά ο τσιπρισμός– μπορούν να βγάλουν την Ελλάδα (και την Ευρώπη) από την παρακμή και τη στασιμότητα. Ο πολιτικός πολιτισμός δεν είναι βέβαια πολυτέλεια. Είναι συνιστώσα στο αξιακό σύστημα του ελληνικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

– Εάν αλλάξει τελικώς η κυβέρνηση στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, τι θα περιμένατε, τι θα αξιώνατε από τους επόμενους, ειδικά σε ό,τι αφορά το ζήτημα του πολιτικού πολιτισμού;
– Περιμένω λίγα/πολλά από την πολιτική αλλαγή που υπόσχεται ο Ιούλιος. Από τα πρώτα: κατάργηση του αθλιέστατου πανεπιστημιακού ασύλου. Και να επανέλθει με ένα νόμο και με ένα άρθρο (έτσι για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση) ο νόμος Διαμαντοπούλου. Περιμένω νομιμότητα, κανονικότητα μιας πολιτισμένης χώρας, κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των θεσμών, της διάκρισης των εξουσιών, της ελευθερίας του Τύπου. Περιμένω μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και ανόρθωσης της μεσαίας τάξης – δεν είναι αντίθετα αυτά, είναι αλληλένδετα. Ελπίζω να προωθηθεί πληρέστερη συνταγματική μεταρρύθμιση, να ξεπεραστούν τα εμπόδια που έσπευσε να ταμπουρώσει η αντιδραστική αριστερά.

Ευελπιστώ ότι θα διδαχθούμε όλοι από την ήττα του πολακισμού/τσιπρισμού, ότι θα επικρατήσει ήθος, ευπρέπεια, ευγένεια στην πολιτική αντιπαράθεση. Οτι θα ορθώσουμε τον πολιτισμό –και τον πολιτικό πολιτισμό– απέναντι στη βαρβαρότητα, στην απειλή του αντιδιαφωτισμού-λαϊκισμού.

*

[©Ηλίας Μαγκλίνης – Καθημερινή

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[Αλλοτινά: Πλατεία Συντάγματος, 1926

13/06/2019 § Σχολιάστε

Κάντε ΚΛΙΚ στην εικόνα για πανοραμική άποψη. Αξίζει!

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1926 στην πλατεία Συντάγματος. Φωτογραφία: Χρήστος Καπλάνης (επιχρωματισμένη)

[κομματικός οπαδισμός αντί πολιτικής ·

16/05/2019 § Σχολιάστε

Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί»

Παραγωγή συναισθήματος αντί πολιτικής

Ζούμε σε λούπα. Σε μια διαρκή επανάληψη, ίδιων εικόνων και ήχων. Η ίδια σκηνή, το ίδιο πλάνο, έρχεται και επανέρχεται μαζί και λέξεις, φράσεις ολόκληρες, που επαναφέρουν διαρκώς τον «διχασμό», την «πόλωση», τη «δολοφονία χαρακτήρων», τη «λάσπη», τον «κατήφορο». Η συζήτηση στη Βουλή κορυφώνεται πάντα στο «προσωπικό». Βολές κατά των οικογενειών των δύο πολιτικών αρχηγών, του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο πρωθυπουργός χρειάστηκε (από τον λογαριασμό του στο Facebook) 865 λέξεις για να απαντήσει στον πρόεδρο της Ν.Δ. που αναφέρθηκε στην οικογενειακή του περιουσία: πώς την απέκτησε ο πατέρας του «πότε την απέκτησε, με ποιους έκανε δουλειές στη χούντα».

Προηγουμένως, ο κ. Αλέξης Τσίπρας είχε σχολιάσει: «Δεν μπήκα στην πολιτική πλούσιος, δεν έγινα πλούσιος και δεν ανήκα σε μια οικογένεια που δεν κάνει τίποτε άλλο από πολιτική και είναι ζάπλουτη».

Η συζήτηση που τελείωσε προχθές το βράδυ (με την ψηφοφορία επί της προτάσεως του πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση) είχε και άλλα: μαντινάδες, ηλιοβασιλέματα, στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη και, βέβαια, την εμμονική αντιπαράθεση για τις «ελίτ» και τους «πλούσιους». Υπερχείλισε το συναίσθημα, εν γένει, σε διάφορες εκφάνσεις. Πρόσφατα ο καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης σημείωσε, με άλλη αφορμή και για άλλο θέμα, σε κείμενό του στη Lifo: «Στο όνομα της “συγκίνησης” χαράζονται, ας πούμε, ψεύτικα σύνορα ανάμεσα στην ελίτ και στον λαό, λες και η ελίτ συνιστά κάποιο ενιαίο μπλοκ και ο λαός ένα συμπαγές σώμα. Η πάση θυσία αναζήτηση συναισθηματικών δονήσεων στην πολιτική ξεχνάει, επίσης, πως υπάρχουν και πράγματα δυσάρεστα, διαδικασίες που δεν έχουν λούστρο, πολιτική που δεν είναι έκσταση ούτε γιορτή, αλλά δουλειά, μεσολάβηση, σύνθεση. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτικής και διοίκησης που δεν χειραφετεί ούτε υποδουλώνει γιατί αφορά τα πεζά πράγματα του βίου».

Γι’ αυτά τα «πεζά», κουβέντα. Γιατί οι προεκλογικές παροχές, υπό τη μορφή δήθεν ελαφρύνσεων, δεν συνιστούν ούτε μεταρρυθμίσεις ούτε πρόοδο. Η δουλειά αναστέλλεται μπροστά σε σχηματικές αντιπαραθέσεις περί αλήθειας και ψέματος, ό,τι δεν περιλαμβάνει διαμαρτυρία ή σύνθημα προσπερνιέται ως πληκτικό ή θαμπό και, εν τέλει, αδιάφορο. Θεωρούμε κι εμείς, ως θεατές – ακροατές, δεδομένη την υποχώρηση του πολιτικού και την κατάληψη του κενού από το συναίσθημα.

Η κοινωνική ευαισθησία ταυτίστηκε στρεβλά με έναν αντισυστημικό λόγο, που επιτίθεται μόνο στον νεοφιλελευθερισμό και στη λιτότητα. Η ευαισθησία δεν πρέπει να συγχέεται με τη συγκίνηση. Δεν έχουν καμία σχέση. Με τον ίδιο τρόπο «που η ευγένεια δεν είναι έκφραση αδυναμίας», όπως επισήμανε στη Βουλή ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ευαισθησία και η ευγένεια εξέλιπαν γιατί δεν ταιριάζουν με το προφίλ ενός πολιτικού που θέλει να έχει πρόσβαση και απήχηση στα «ευρύτερα κοινωνικά στρώματα».

Κάπως έτσι υπονομεύτηκε ο πολιτικός διάλογος και κέρδισαν έδαφος τα πολιτικά πάθη. Την τελευταία τετραετία, ειδικότερα, χάθηκαν εντελώς οι αποχρώσεις που οξύνουν την ευαισθησία και ασκούν ακοή και όραση στη διαφορετικότητα. Υπάρχουν μόνο ένοχοι, δίπολα, μονοκόμματες ταυτίσεις με τη μία ή με την άλλη πλευρά. Τα αδιέξοδα μεγεθύνονται αντί να περιορίζονται, η ανομία εκβάλλει στους δρόμους της πόλης όλο το 24ωρο, απουσιάζει το πλαίσιο των κανόνων που θα συγκρατήσει το ανεξέλεγκτο και θα ανακουφίσει από την έξαρση του φόβου, του θυμού, της επιθετικότητας.

Με αφορισμούς και με συνθήματα η ζωή στενεύει, εξαντλούνται τα αποθέματα. Οσο υποχωρεί η πολιτική και κυριαρχεί το συναίσθημα, τόσο ο κόσμος θα αποπολιτικοποιείται, θα αδιαφορεί για τις εκλογές, θα ψηφίζει χωρίς κριτήριο, τυφλά και ασυνάρτητα.

Οταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί». Ετσι, για να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που είχε τη γενναιότητα της ευαισθησίας και την υπερασπίστηκε ώς το τέλος.

*
©Μαρία Κατσουνάκη –Καθημερινή

Where Am I?

You are currently browsing the πολιτισμού category at αγριμολογος.