[Η αμφιβολία ως πυξίδα του λόγου·

07/07/2019 § Σχολιάστε

Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια

Ο Σκεπτόμενος του Ροντέν

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε τον περασμένο Ιούνιο ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων Milanesiana, που οργανώνει κάθε χρόνο ο δήμος του Μιλάνου.

Αν αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τη σύζυγό σου, λέει σε ένα διήγημά του ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, καταλήγεις να αμφιβάλλεις για τις Ιερές Γραφές. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ευφυολόγημα. Το έργο του μεγάλου συγγραφέα, που γνώρισα καλά -μία από τις μεγάλες συναντήσεις της ζωής μου-, είναι μια αναζήτηση της αλήθειας που διαπερνιέται από τη βαθιά αίσθηση της ίσως ανέφικτης γνώσης της, αλλά και του μυστηριώδους χαρακτήρα της. Πολλά από τα πρόσωπα των αφηγημάτων του Σίνγκερ είναι ερευνητές της αλήθειας – συχνά αποτυχημένοι, αλλά στην έσχατη στιγμή αυτής της αποτυχίας είναι, χωρίς να το γνωρίζουν, μπροστά στην αλήθεια.

Αυτήν την ειρωνική προτροπή να μην αμφιβάλλουμε, που διαψεύδεται από τόσους πρωταγωνιστές των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του, πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει αμφιβολία και αμφιβολία. Προφανώς ο Σίνγκερ δεν έχει καμία σχέση με την αλαζονική αξίωση να γνωρίζουμε και να κατέχουμε την αλήθεια, αξίωση που είναι η μητέρα τόσων δογματισμών, αλλά και μισαλλοδοξιών και διώξεων εκείνων που δεν συμμερίζονται ή αμφισβητούν αυτήν την αλήθεια. Ο Σίνγκερ όμως δεν έχει τίποτα κοινό και με τη ρητορική της αμφιβολίας, που στους καιρούς μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά κυριαρχεί με τις πιο κοινότοπες, πομπώδεις και στερεότυπες μορφές της.

Η δημιουργική αμφιβολία δεν είναι στενόμυαλη και υπεροπτική αδιαφορία για την αλήθεια, αδιαφορία που στις μέρες μας φαίνεται υποχρεωτική για να θεωρούμαστε πολιτισμένοι, ανοιχτόμυαλοι, εναρμονισμένοι με το πνεύμα των καιρών.

Υπάρχει μια κοινότοπη εξύμνηση της αμφιβολίας ως σχετικισμού, που γίνεται αντιληπτός όχι ως αναγκαίο συστατικό στην αναζήτηση της αλήθειας και ως διόρθωση της αλαζονείας ότι την έχουμε βρει και την κατέχουμε, αλλά ως αδιαφορία: Εγώ είμαι αντισημίτης, εσύ δεν είσαι, καθένας από τους δυο μας έχει τη δική του γνώμη, που πρέπει να είναι εξίσου σεβαστή. Τρομερή και ανόητη διαστρέβλωση της ανεκτικότητας.

Στην παραβολή των τριών δαχτυλιδιών, που επαναλαμβάνει ο Λέσινγκ στο έργο του «Νάθαν ο σοφός» -ένα αριστούργημα του Διαφωτισμού, της ελευθερίας της συνείδησης και της αυθεντικής ανεκτικότητας-, γίνεται λόγος για τρία δαχτυλίδια που συμβολίζουν τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό.

Ενα από τα δαχτυλίδια είναι το αυθεντικό, το πρωτότυπο. Τα άλλα δύο -λέει η παραβολή- είναι τέλειες απομιμήσεις, που δεν μπορούν να διακριθούν από το αληθινό. Δεν είναι επομένως δυνατό να γνωρίζουμε ποια είναι η αλήθεια, την οποία μπορούμε να διαβλέψουμε μόνον έμμεσα, στην ανθρωπιά εκείνου που έχει στο δάχτυλό του το δαχτυλίδι. Εκείνος από τους τρεις που φαίνεται πιο ανθρώπινος, περισσότερο ικανός για αγάπη και κατανόηση προς τους άλλους, πιο ανοιχτός, αυτός είναι που έχει στο δάχτυλό του το αληθινό δαχτυλίδι. Η αδυναμία όμως να γνωρίσουμε την αλήθεια δεν σημαίνει ότι αυτή δεν υπάρχει.

Αυτή, λέει ο Λέσινγκ, ανήκει μόνο στον Θεό, ενώ το καθήκον του ανθρώπου είναι να την αναζητάει, να την προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Την αλήθεια δεν μπορούμε να την κοιτάξουμε απευθείας, επειδή είναι αβάσταχτη, εκτυφλωτική, όπως στο ευαγγελικό επεισόδιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ο Κάφκα, που τον βασάνιζε η ιδέα της αλήθειας και της αδυναμίας να τη συλλάβουμε, έλεγε ότι μόνον ο μορφασμός στο κατάπληκτο πρόσωπο που αποτραβιέται από τη θέα του είναι αληθινός.

Μόνο στην πολύχρωμη αντανάκλασή της, λέει ο Γκέτε στον «Φάουστ», κατέχουμε τη ζωή. Σε αυτή τη διαδρομή του νου και της καρδιάς, η αμφιβολία έχει έναν αναγκαίο και θεμελιώδη ρόλο.

Οχι η στείρα και αλαζονική αυτοϊκανοποιημένη αμφιβολία ή εκείνη που χάνεται μέσα σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, αλλά η αμφιβολία ως αυτοκριτική συνειδητοποίηση των ορίων μας και των αβεβαιοτήτων μας. Με αυτήν την έννοια, η αμφιβολία είναι το άλας, η ουσία, η κινητήρια δύναμη κάθε έρευνας της σκέψης. Αν αμφιβάλλω, υποστηρίζει ο Καρτέσιος, σκέφτομαι, και αν σκέφτομαι υπάρχω.

Μέσα από τη συστηματική χρήση της αμφιβολίας φτάνουμε σε μια βέβαιη και αναμφισβήτητη πρόδηλη αλήθεια: Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια.

Η μεθοδική αμφιβολία -σύμφωνα με τον Καρτέσιο, αλλά ήδη και σύμφωνα με τον Αυγουστίνο- είναι μια πυξίδα του λόγου στο ταξίδι του προς την αλήθεια. Είναι επομένως το αντίθετο της απόλυτης αμφιβολίας, του ακραίου σκεπτικισμού που πρέσβευαν αρχαίοι και νεότεροι, ήδη από τον Πύρρωνα, που ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και από τους μαθητές του, για τους οποίους τα πράγματα είναι ανεξιχνίαστα και δεν μπορεί να διατυπωθεί κανένας ισχυρισμός γι’ αυτά, αλλά μόνον η αφασία, η σιωπή. Οδηγούνται έτσι στην αναστολή κάθε κρίσης και στην αταραξία, στην απαθή αδιαφορία που είναι η μοναδική ευτυχία· στο να είναι «χωρίς γνώμες», χωρίς κλίσεις, χωρίς ανησυχίες.

Η απόλυτη αμφιβολία των ακραίων σκεπτικιστών, ο πυρρωνισμός και άλλες ανάλογες σχολές αποκρούστηκαν ακριβώς από τους φιλοσόφους που υποστήριξαν και ακολούθησαν τη «μεθοδική αμφιβολία», θεωρώντας την αναγκαία για την αναζήτηση της αλήθειας, που με τη σειρά της είναι σταθμός περαιτέρω έρευνας μιας πληρέστερης αλήθειας. Κατά τον Καρτέσιο, η σκέψη κατέχει μια αφετηριακή βεβαιότητα απέναντι στον εαυτό της.

Η μεγάλη μπαρόκ λογοτεχνία μάς βοήθησε να κατανοήσουμε για πάντα ότι η ζωή είναι όνειρο και ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, αλλά το εγώ που αμφιβάλλει, που ονειρεύεται, που σκέφτεται, γνωρίζει με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει. Η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει ίσως την εγκατάλειψη κάθε αυθόρμητης βεβαιότητας και κάθε γνώσης που μας έχει μεταβιβαστεί, ιδίως κάθε προκατάληψης, αλλά στο τέλος της αυστηρής γνωστικής διαδικασίας η αλήθεια επιβάλλεται στη νόηση του ανθρώπου.

Η ανακάλυψη που κάνει ο άνθρωπος της ίδιας της ύπαρξής του, του εαυτού του ως όντος που αμφιβάλλει και σκέφτεται, κατορθώνει να φτάσει -σύμφωνα με τον Καρτέσιο- στην ιδέα του Θεού και στην απόδειξη της ύπαρξής του. Με αυτήν συνδέονται οι αποδείξεις των θεμελιωδών αληθειών των μαθηματικών γνώσεων. Οπως γνωρίζουμε, ο απόλυτος δυϊσμός του Καρτέσιου ανάμεσα σε res cogitans και res extensa και οι συνακόλουθες θεωρίες του για την ψυχή και το σώμα, τη βιολογία και τη φυσική, την ύλη και τη σκέψη, υποβλήθηκαν σε κριτική, για παράδειγμα από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς.

Ο Καρτέσιος όμως επιβεβαιώνει με έμφαση ότι καμία ανθρώπινη έννοια δεν μπορεί να ξεφύγει από την αμφιβολία, που είναι το αφετηριακό σημείο για να φτάσουμε σε κάθε περαιτέρω αλήθεια. Αιώνες αργότερα, ο Χούσερλ υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να αναστείλουμε την εγκυρότητα κάθε θεωρίας και κάθε κρίσης και προκατάληψης.

Ο Χούσερλ υποστηρίζει την αναστολή κάθε συμβατικότητας μέχρι το αισθητά προφανές, που μπορεί να συλληφθεί και να επιβεβαιωθεί μόνο με την καθαρή φαινομενολογική περιγραφή. Σύμφωνα με τον Χούσερλ, η νεότερη επιστήμη είχε καταπνίξει αυτή την αισθητή διαύγεια των πραγμάτων και της ζωής, που ήταν τόσο προσφιλής στον Γκέτε. […]

*

[©Θανάσης Γιαλκέτσης στην Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός·

26/06/2019 § Σχολιάστε

35.

Ο Μεσσίας Λένιν

H εξουσία δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Είναι επίκτητη όπως και η ιδιοκτησία. Οταν οι άνθρωποι από τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί, εγκαταλείπουν τη νομαδική τους ζωή και εγκαθίστανται σε μόνιμο έδαφος, τότε εμφανίζεται και η ιδιοκτησία χέρι χέρι με την εξουσία.

Μιλάμε για τη Νεολιθική Εποχή, όπου ο άνθρωπος έμαθε να καλλιεργεί τη γη, να εξημερώνει τα ζώα και παράλληλα ανακαλύπτει τους θεούς, επινοεί τον πόλεμο και χτίζει τους πρώτους οικισμούς. Αυτά περίπου 10-12 χιλιάδες χρόνια π.Χ. Στην πορεία των αιώνων διαμορφώνεται αυτό που λέμε αρχαίος πολιτισμός

Μεσοποταμία, Αίγυπτος, Περσία και λίγο πιο ανατολικά, Ινδία και Κίνα. Εμφανίστηκαν βέβαια και άλλοι πολιτισμοί αλλά είναι αρκετά μεταγενέστεροι. Αυτοί οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η απόλυτη εξουσία βρισκόταν στα χέρια κάποιου πανίσχυρου άρχοντα που συχνά ταυτιζόταν με τον θεό.

Ο σχετικά πρόσφατα εμφανισθείς στην Ιστορία, Μεγάλος Αλέξανδρος -σε σύγκριση με το βάθος των αρχαίων χρόνων βέβαια- εγοητεύθηκε τόσο πολύ από τα τελετουργικά του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας, που θέλησε να τα μεταφέρει στη δικιά του αυλή. Αλλά δεν τα κατάφερε. Εντούτοις αποζημιώθηκε όταν έγινε Φαραώ στην Αίγυπτο και διατηρεί έκτοτε τον ναό του. Είναι και σήμερα επισκέψιμος και αποτελεί τουριστική ατραξιόν.

Η Βίβλος, όπως είναι γνωστό, γράφτηκε στη Βαβυλωνία από εξόριστους Εβραίους σοφούς. Στην αρχή ήταν προφορική παράδοση ή παλιότερες περγαμηνές. Εκεί εμφανίζονται προφήτες, που έχουν έναν άλλο θεό, σε αντίθεση με τον θεό ή τους θεούς των Φαραώ και των μεγάλων βασιλιάδων. Αυτός ο θεός είναι δίκαιος, είναι ο θεός της Αγάπης και της Ειρήνης

Ασχετα αν διαβάσει κάποιος κυριολεκτικά τη Βίβλο και τη συγκρίνει με το Κοράνι, θα την βρει ασυγκρίτως πιο βίαιη (π.χ. Ιησούς του Ναυή, Δευτερονόμιον). Υπάρχει λοιπόν ένας και μοναδικός θεός, μία απόλυτη και αναμφισβήτητη αλήθεια. Ακολουθεί ένας προφήτης που ακούει και ερμηνεύει τον άρρητο λόγο του Θεού και γράφει θεόπνευστα κείμενα. Και τρίτον.

Αυτός ο λόγος του Θεού πρέπει να γίνει πράξη από τους ανθρώπους. Αν πάρουμε τώρα πως η εγκυρότερη ερμηνεία του άρρητου λόγου του Θεού, είναι ο Χριστός, τότε βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως έχουμε μία θρησκεία για τους φτωχούς, τους περιθωριακούς, τους εξωπεταγμένους και τους απέλπιδες. Η «Χρυσή Αυγή» χαρακτήρισε τον Χριστό σαν «μπολσεβίκο» της αρχαιότητας.

Το μέγεθος μιας εξουσίας μετριέται με τον αριθμό των ανθρώπων που αποκλείει και περιθωριοποιεί. Παράλληλα τους εδραιώνει την πεποίθηση πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Η φτώχεια και η απελπισία είναι η μοίρα τους. Και όσο η απελπισία εδραιώνεται σε έναν λαό που γίνεται όλο και πιο αδρανής και αυτό το θεωρεί πεπρωμένο του, τόσο καλύτερα για την εξουσία.

Ολες οι προηγούμενες αράδες ήταν μια αναγκαία εισαγωγή για ένα ερώτημα που με βασανίζει εδώ και κάποιες δεκαετίες: Μπορούμε να πούμε πως οι μπολσεβίκοι ήταν μια άθρησκη χριστιανική σέχτα; Και αυτό το ερώτημα το έθεσα στον τότε δάσκαλό μου Πιερ Βιντάλ-Νακέ.

Η απάντησή του με άφησε ενεό. «Απολύτως», μου είπε, «και θα σε συμβούλευα να αλλάξεις το θέμα του ντοκτορά σου και να κάνεις αυτό. Δεν έχουν γραφτεί ακόμα πολλά πράγματα για αυτό το θέμα». Αυτά στο Παρίσι το 1980. Τώρα όσο μας παίρνει ο χώρος να προσπαθήσω να στηρίξω αυτό μου το ερώτημα.

Οταν ο Λένιν ανακάλυψε τον Μαρξ (αμφιβάλλω αν τον κατάλαβε σωστά, σε αυτό θα επανέλθουμε), βρήκε μία απόλυτη αλήθεια που ίσχυε διεθνώς. Πίστευε ακράδαντα πως αμέσως μετά την επικράτηση του μπολσεβικισμού στη Ρωσία, θα ακολουθούσε η επανάσταση στην Ευρώπη.

Αρα ο Μαρξ ήταν οι θεϊκές γραφές, που έπρεπε να βρεθεί ένας προφήτης που να τις υλοποιήσει διά πυρός και σιδήρου, όπως ο Ιησούς του Ναυή που έκανε μία γενοκτονία και δεν άφησε κανέναν ζωντανό. Τον ρόλο του προφήτη τον βρήκε ο Λένιν στον εαυτό του. Μετά χρειαζόταν μαθητές και πιστούς.

Και διασπάει το κόμμα. Η φράξια των μπολσεβίκων κόβει κάθε δεσμό με τη Σοσιαλδημοκρατία και συγκροτεί τη δικιά της εκκλησία με στρατιωτική ιεραρχία, που αυτή έχει το κοπιράιτ της επαναστατικής αλήθειας.

Ολοι οι υπόλοιποι είναι εχθροί. Οι νόμοι της Ιστορίας είναι αδήριτοι και η επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Αυτό δεν θυμίζει χιλιασμό και Δεύτερη Παρουσία; Και όταν ο Λένιν βρέθηκε στην εξουσία, όλες οι υπόλοιπες δυνάμεις που πολέμησαν για την ανατροπή του τσάρου, απόντος του Λένιν, έγιναν αιρέσεις (σολιαλεπαναστάτες, μενσεβίκοι, αναρχικοί, αριστερή αντιπολίτευση από το ίδιο του το κόμμα) και εξοντώθηκαν.

Και το κόμμα-κράτος- εξουσία χτίζει τον κρατικό καπιταλισμό και δημιουργεί έναν ολοκληρωτισμό κατ’ εξοχήν αντεπαναστατικό και αντιανθρώπινο. Τα γκούλαγκ πια είναι τα επαναστατικά επιχειρήματα και ο τρόμος η πειθώ.

ΥΓ. Πιστεύω ακράδαντα πως αν δεν κάνουμε φύλλο φτερό την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ούτε την κρίση της Αριστεράς σήμερα, ούτε την άνοδο της φασιστικής Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. (δική μου η υπογράμμιση)

*
[©Περικλής Κοροβέσης – Εφημ. τ. Συντακτών
*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[το θέρος ·

24/06/2019 § Σχολιάστε

Με χίλιους δυο τρόπους φροντίζουν έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ιδιαιτέρως η τηλεόραση, να μας κρατάνε ενήμερους με μουσικούς βομβαρδισμούς, χώρια το μουσικό φεστιβαλικό ολοκαύτωμα που θα υποστεί, μάλλον ευχαρίστως, το πανελλήνιο – καλοκαίρι γαρ. Οι κλασικές λεγόμενες θερινές «αρπαχτές» έντεχνων ή μη αοιδών προσπαθώντας να βγάλουν τα σπασμένα του χειμώνα από τις άδειες πίστες. Οι «αρπαχτές» εντάσσονται επαξίως σε… πολιτιστικά προγράμματα των δήμων. Παρουσιάζονται με υπερηφάνεια από δημοτικούς άρχοντες. Δώστε πολιτισμό στο λαό. Δώστε πόνο,  «Πήρε φωτιά το Κορδελιό, καίγονται τα μορτάκια»… και με την ευκαιρία· ατρόμητοι ρεπόρτερ τρυπώνουν ανάμεσα σε φλογισμένα βάτα, κουκουνάρες, δέντρα και ηρωικά καναντέρ να διασχίζουν, ραντίζοντας νερό, τους αιθέρες, ώστε να καεί καταλλήλως το τηλε-πελεκούδι με τον τηλεθεατή να μονολογεί στον καυτερό καναπέ «δεν άφησαν τίποτα όρθιο –που πάμε!»· κι αφού πυρπολούνται, όλα live, βουνά και ραχούλες και γίνει η ύπαιθρος στάχτη και μπούλμπερη, κι ενώ τα μπάνια του λαού συνεχίζουν ακατάπαυστα, οι κλασικές θερινές μετακινήσεις πληθυσμού ζωντανεύουν χωριά, χωράφια, ακτές και βουνοπλαγιές, κι οι έντεχνοι αοιδοί με τις «αρπαχτές» τους, να ζωντανεύουν αλάνες, νταμάρια, θέατρα κι αρχαίες αγορές.

Καλό καλοκαίρι.

[πομπώδης, τουρτώδης και πομφολυγώδης·

11/06/2019 § Σχολιάστε

©agrimologos.com / από το αεροπλάνο, Αθήνα-Βρυξέλλες…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τις ξεθωριασμένες από την απόσταση· ανθρώπινες φιγούρες που περπατούσαν στα πεζοδρόμια και τις άλλες τις βιαστικές, τις κάπως χορευτικές που ελίσσονταν ανάμεσα σε αυτοκίνητα και τραμ για να περάσουν στην απέναντι πλευρά του δρόμου· και προσπαθώντας να αδρανοποιήσει το βλέμμα του δίχως να εστιάζει σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, πράγμα δύσκολο έως ακατόρθωτο, υπολόγιζε στο περίπου ταχύτητες, γωνίες, την κίνηση άψυχων και έμψυχων μαζών, αγνοώντας ηθελημένα την πρόσοψη ενός πανέμορφου, πρόσφατα ανακαινισμένου κτιρίου του δέκατου όγδοου αιώνα, με την αρχοντική σιωπή, ένα τετραώροφο από αυτά που αφθονούν στη πόλη, που ζει εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια…

Εδώ σταματά η στιγμιαία· μάλλον θολή φωτογραφική αφήγησή μου. Μου φαντάζει, ενώ δεν είναι, ως περιγραφή ουτοπίας. Σταματώ λόγω θορύβων. Ο χρόνος κινείται. Καίει κάτω από τα πόδια. Ο χρόνος πάντα έτρεχε με ταχύτητα. Και τρέχει. Λεπτομέρεια: Δεν γνωρίζουμε Πού.

Δυσανασχετώ με οτιδήποτε θορυβοποιό. Πρόκειται για νοερό ψυχικό κανόνα, που όμως, ως ανήκοντας στο ατελές ανθρώπινο είδος, δεν τον τηρώ πάντα. Ας είναι.

Πριν δυο-τρεις μέρες είχα εκφράσει τη δυσαρέσκειά μου για τον στόμφο

Δυσανασχετώ με ορισμένα γραπτά πολλών διακεκριμένων λογίων, καθώς περιέχουν στόμφο. Παραείναι πομπώδη για τα γούστα μου. Ο αείμνηστος Μαρωνίτης είναι ένα παράδειγμα, και να που (ίσως) συμφωνεί μαζί μου ένα γραπτό του Τάκη Σινόπουλου, αν και αυτός, ως ατελές ανθρώπινο ον, πολλές φορές, έχει υψώσει λίγο παραπάνω τη φωνή.

Ας διαβάσουμε το β’ Νυχτολόγιο του Τάκη Σινόπουλου:
Ακούγοντας τον Μαρωνίτη σε κάτι συσχετισμούς ενός ποιήματος του Σικελιανού κι ενός ποιήματος του Σεφέρη, ακούγοντας το «ωραίο» ποίημα του Σικελιανού, τι τούρτα, θεέ μου, κι αυτός μεγάλος ποιητής, ημίθεος, θεός, τουρτώδης, πομφολυγώδης, σπουδαιώδης, φουσκωμενώδης, πομπώδης, Ρωμαιώδης, Ρωμαίος αυτοκράτωρ με τα μπικικίνια του να κρέμονται, ώ θεέ μου, τι είναι τούτη η γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει; Τάχα μετά σαράντα-πενήντα χρόνια, έτσι θα βλέπουνε τον Ελύτη, τον Σεφέρη κι εμένα (με συγχωρείτε) οι νεότεροι; έτσι πομπώδη, τουρτώδη και πομφολυγώδη;

Σύμπτωση: Ο αγριμολόγος ουδέποτε κατάφερε να διαβάσει ολόκληρο κριτικό κείμενο του Μαρωνίτη, χωρίς με αυτό να θέλει να αμφισβητήσει τη προσφορά του στα γράμματα – ζητεί επομένως συγγνώμη από το πλήθος των διακεκριμένων λογίων που τον εξυμνούν -και πολύ καλά κάνουν.

Προτιμώ τη διακριτική βραχνάδα στα τραγούδια του Λάκη Παππά από τους στρατευμένους αοιδούς που κραυγάζουν υψώνοντας με μένος τη γροθιά πολεμώντας την… ανισότητα και την αδικία. Άλλωστε με αυτή τη γροθιά πλούτισαν.

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.