[Η τέχνη του Παναγιώτη τρώγεται ωμή ·

02/11/2019 § Σχολιάστε

1987: Ένα από τα φοβερά αιδοία του Π. Μαυρόπουλου. Έργο από έκθεση στη πλατεία Δεξαμενής στη γκαλερί «Επίπεδα» – τραβηγμένη στο εργαστήριο της Πανόρμου στο Βύρωνα. Αριστερά ο Παναγιώτης και δεξιά ο Αγριμολόγος (τότε που διέθετε μία σχετική ποσότητα τριχωτού της κεφαλής…)

Για το εικαστικό έργο του Ps Mavro/Stavriotis (κατά κόσμο Παναγιώτης Μαυρόπουλος)

Αγαπώ τον Παναγιώτη και το έργο του γιατί είναι ωμό, ειλικρινές και κυρίως… φοβίζει. Το έργο του δεν διεκδικεί, κυρίως δεν παρακαλά να λάβει κάποιο γελοίο τρόπαιο υψηλής κριτικής γραμμένο από αστείους επιφανείς κριτικούς που να υπογραμμίζουν ότι η τέχνη του και η τεχνική του δεξιοτεχνία είναι υποταγμένη και… εμφιαλωμένη σε ένα «υπερρεαλιστικό και σουρεαλιστικό μίγμα» που έρχεται από μακριά, από κάποιες  δήθεν… φωνές σπουδαίων ζωγράφων του παρελθόντος ή από το λούστρο και τα σημεία των… «αναγεννησιακών τρόπων της προοπτικής και της γραφής» (sic). Όχι. Ο Παναγιώτης δεν είναι «δήθεν», δεν πασπαλίζει θεωρητικά τα έργα του, ποτέ δεν τα στήριξε με δακρύβρεχτα λόγια αριστερο-δεξιού λαϊκίστικου ψυχισμού και ψευτορομαντισμού για να συγκινήσει θαμώνες των γκαλερί, προβάλλοντας τη δήθεν τραγικότητα της ζωής του, προκειμένου να στηρίξει, να καλύψει και να ενισχύσει την τέχνη του, ή την πώληση βιβλίων που κάποτε έγραψε. Όχι. Η τέχνη του Παναγιώτη είναι ωμή. Παίρνει παραπεταμένα ταπεινά χαρτόνια, τσίγκους, πλαστικά, δέρματα κι ενίοτε κλασικά τελάρα, ό,τι βρει τέλος πάντων, κι επάνω σε αυτές τις επιφάνειες ζωγραφίζει δίχως δισταγμούς κι αναστολές, παραποιημένες ανθρώπινες μορφές, ανθρώπινα μέλη και τεράστια γυναικεία αιδοία. Όλα με εμφανή τα σημάδια των χρωματικών του κινήσεων κι επικαλύψεων, χωρίς να κρύβει από τον θεατή απολύτως τίποτα, διότι το πινέλο στα χέρια του, κινείται συνεχώς, πότε ανάλαφρα και πότε ξεσπά βίαια πάνω στις επιφάνειες, δεν τον βαραίνει το πινέλο τον Παναγιώτη, όπως βαραίνει τους μέτριους που διεκδικούν δάφνες. Όχι.

Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε, και η αμαρτωλή ματαιοδοξία του Παναγιώτη είναι ότι θέλει να ζήσει. Αυτός, η οικογένειά του και, εάν είναι δυνατόν, και το έργο του. Και λοιπόν;

Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό σε κάτι ή κάποιον που παράγει η φυσική ωμότητα της ζωής.

*
Στράτος Φουντούλης
Εικαστικός και γραφιάς κ.ο.κ.
02.11.2019

ΥΓ: ΕΔΩ μπορείτε να δείτε τον «καλλιτέχνη – Προμηθέα Δεσμώτη» έργο του 2019

‘στορίες

06/10/2019 § Σχολιάστε

18.

«Διάψαλμα»

«Ἱδού ο Νυμφίος έρχεται, εν τω μέσω της νυκτός…»

Διάψαλμα. Εξελληνισμένος τύπος (υπό των Εβδομήκοντα μεταφραστών της Παλαιάς Διαθήκης) του εβραϊκού όρου «σελλά», απαντωμένου εις τον Αββακούμ και εις τους Ψαλμούς. Π.χ.: «Εταράχθησαν τα όρη εν τη κραταιότητι αυτού», διάψαλμα. «Του ποταμού τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού».

Η σημασία του όρου αμφισβητείται. Κατ’ άλλους σημαίνει: αμήν· κατ’ άλλους: αεί· ενώ οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι αποτελεί οδηγία σχετική με τους Ψαλμούς.

Ὁ μέγας Αθανάσιος λέει ότι το διάψαλμα είναι νοήματος εναλλαγή, δηλαδή αλλάζει το νόημα. Στον Ψαλμό 2 του Δαυίδ, που αναφέρεται, ἔχουμε ἐναλλαγή σκηνῆς, (θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, αρκεί, αλλά όοοχι) και συνεχίζει: γιατί σταματάει ἡ σκηνή στή γῆ καί ἀνοίγεται στόν Οὐρανό -έλεος δηλαδή!

…Και ο Άγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης προτιμά μια πνευματικότερη έννοια, μια κλασική αρλούμπα. Τό διάψαλμα, λέει, είναι «ἀνάπαυλα πρὸς μηρυκασμὸν τῶν νοημάτων», ανάπαυλα για να ξανασκεφτούμε τα… νοήματα!

Οι παραπάνω πλάστες των σοφιστειών (μετριούνται σε μυριάδες), που θεωρητικολογούν αφηρημένα, μιλούν για τη β α θ ύ τ ε ρ η έννοια, διότι απλούστατα  δε γνωρίζουν την α λ η θ ι ν ή έννοια. Το αυτό συμβαίνει με την ιστορία όλων των δογμάτων, θρησκευτικών και φιλοσοφικών. Έτσι αντιστρέφεται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο άνθρωπος, είχε ήδη πει το 18ο αι. ο Λ. Φόϋερμπαχ, είναι ο πρώτος και όχι ο Θεός που είναι η ουσία του ανθρώπου που ε ξ α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ί ζ ε τ α ι: ο Θεός είναι δεύτερος.

Στο προκείμενο τώρα:
Ὁ Θεοδώρητος λέει πολύ απλά, λογικά, και μακριά από θρησκευτικές δογματο-σοφιστείες ότι: Διάψαλμα σημαίνει «μέλους εναλλαγήν»· αλλάζει το μέλος, αλλάζει ἡ μουσική, αλλάζει το μέτρο, και είναι κάτι που το συναντάμε πολλές φορές μέσα στα μουσικά κείμενα.

Νά τί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά;
παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ. (διάψαλμα).
(νοήματος εναλλαγή)
Διαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν καὶ ἀπορρίψωμεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν.
ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς, καὶ ὁ Κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς.[…]

βλ. ολόκληρο Ψαλμό 2 του Δαυίδ

Αμήν, αεί και τα τοιαύτα.

[διαβάστε τις ‘στορίες]

[το θέρος ·

24/06/2019 § Σχολιάστε

Με χίλιους δυο τρόπους φροντίζουν έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ιδιαιτέρως η τηλεόραση, να μας κρατάνε ενήμερους με μουσικούς βομβαρδισμούς, χώρια το μουσικό φεστιβαλικό ολοκαύτωμα που θα υποστεί, μάλλον ευχαρίστως, το πανελλήνιο – καλοκαίρι γαρ. Οι κλασικές λεγόμενες θερινές «αρπαχτές» έντεχνων ή μη αοιδών προσπαθώντας να βγάλουν τα σπασμένα του χειμώνα από τις άδειες πίστες. Οι «αρπαχτές» εντάσσονται επαξίως σε… πολιτιστικά προγράμματα των δήμων. Παρουσιάζονται με υπερηφάνεια από δημοτικούς άρχοντες. Δώστε πολιτισμό στο λαό. Δώστε πόνο,  «Πήρε φωτιά το Κορδελιό, καίγονται τα μορτάκια»… και με την ευκαιρία· ατρόμητοι ρεπόρτερ τρυπώνουν ανάμεσα σε φλογισμένα βάτα, κουκουνάρες, δέντρα και ηρωικά καναντέρ να διασχίζουν, ραντίζοντας νερό, τους αιθέρες, ώστε να καεί καταλλήλως το τηλε-πελεκούδι με τον τηλεθεατή να μονολογεί στον καυτερό καναπέ «δεν άφησαν τίποτα όρθιο –που πάμε!»· κι αφού πυρπολούνται, όλα live, βουνά και ραχούλες και γίνει η ύπαιθρος στάχτη και μπούλμπερη, κι ενώ τα μπάνια του λαού συνεχίζουν ακατάπαυστα, οι κλασικές θερινές μετακινήσεις πληθυσμού ζωντανεύουν χωριά, χωράφια, ακτές και βουνοπλαγιές, κι οι έντεχνοι αοιδοί με τις «αρπαχτές» τους, να ζωντανεύουν αλάνες, νταμάρια, θέατρα κι αρχαίες αγορές.

Καλό καλοκαίρι.

[πομπώδης, τουρτώδης και πομφολυγώδης·

11/06/2019 § Σχολιάστε

©agrimologos.com / από το αεροπλάνο, Αθήνα-Βρυξέλλες…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τις ξεθωριασμένες από την απόσταση· ανθρώπινες φιγούρες που περπατούσαν στα πεζοδρόμια και τις άλλες τις βιαστικές, τις κάπως χορευτικές που ελίσσονταν ανάμεσα σε αυτοκίνητα και τραμ για να περάσουν στην απέναντι πλευρά του δρόμου· και προσπαθώντας να αδρανοποιήσει το βλέμμα του δίχως να εστιάζει σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, πράγμα δύσκολο έως ακατόρθωτο, υπολόγιζε στο περίπου ταχύτητες, γωνίες, την κίνηση άψυχων και έμψυχων μαζών, αγνοώντας ηθελημένα την πρόσοψη ενός πανέμορφου, πρόσφατα ανακαινισμένου κτιρίου του δέκατου όγδοου αιώνα, με την αρχοντική σιωπή, ένα τετραώροφο από αυτά που αφθονούν στη πόλη, που ζει εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια…

Εδώ σταματά η στιγμιαία· μάλλον θολή φωτογραφική αφήγησή μου. Μου φαντάζει, ενώ δεν είναι, ως περιγραφή ουτοπίας. Σταματώ λόγω θορύβων. Ο χρόνος κινείται. Καίει κάτω από τα πόδια. Ο χρόνος πάντα έτρεχε με ταχύτητα. Και τρέχει. Λεπτομέρεια: Δεν γνωρίζουμε Πού.

Δυσανασχετώ με οτιδήποτε θορυβοποιό. Πρόκειται για νοερό ψυχικό κανόνα, που όμως, ως ανήκοντας στο ατελές ανθρώπινο είδος, δεν τον τηρώ πάντα. Ας είναι.

Πριν δυο-τρεις μέρες είχα εκφράσει τη δυσαρέσκειά μου για τον στόμφο

Δυσανασχετώ με ορισμένα γραπτά πολλών διακεκριμένων λογίων, καθώς περιέχουν στόμφο. Παραείναι πομπώδη για τα γούστα μου. Ο αείμνηστος Μαρωνίτης είναι ένα παράδειγμα, και να που (ίσως) συμφωνεί μαζί μου ένα γραπτό του Τάκη Σινόπουλου, αν και αυτός, ως ατελές ανθρώπινο ον, πολλές φορές, έχει υψώσει λίγο παραπάνω τη φωνή.

Ας διαβάσουμε το β’ Νυχτολόγιο του Τάκη Σινόπουλου:
Ακούγοντας τον Μαρωνίτη σε κάτι συσχετισμούς ενός ποιήματος του Σικελιανού κι ενός ποιήματος του Σεφέρη, ακούγοντας το «ωραίο» ποίημα του Σικελιανού, τι τούρτα, θεέ μου, κι αυτός μεγάλος ποιητής, ημίθεος, θεός, τουρτώδης, πομφολυγώδης, σπουδαιώδης, φουσκωμενώδης, πομπώδης, Ρωμαιώδης, Ρωμαίος αυτοκράτωρ με τα μπικικίνια του να κρέμονται, ώ θεέ μου, τι είναι τούτη η γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει; Τάχα μετά σαράντα-πενήντα χρόνια, έτσι θα βλέπουνε τον Ελύτη, τον Σεφέρη κι εμένα (με συγχωρείτε) οι νεότεροι; έτσι πομπώδη, τουρτώδη και πομφολυγώδη;

Σύμπτωση: Ο αγριμολόγος ουδέποτε κατάφερε να διαβάσει ολόκληρο κριτικό κείμενο του Μαρωνίτη, χωρίς με αυτό να θέλει να αμφισβητήσει τη προσφορά του στα γράμματα – ζητεί επομένως συγγνώμη από το πλήθος των διακεκριμένων λογίων που τον εξυμνούν -και πολύ καλά κάνουν.

Προτιμώ τη διακριτική βραχνάδα στα τραγούδια του Λάκη Παππά από τους στρατευμένους αοιδούς που κραυγάζουν υψώνοντας με μένος τη γροθιά πολεμώντας την… ανισότητα και την αδικία. Άλλωστε με αυτή τη γροθιά πλούτισαν.

Where Am I?

You are currently browsing the stoxasmoi18-19 category at αγριμολογος.