Ευρωπαίοι στοχαστές στην υπηρεσία του ολοκληρωτισμού

22/01/2017 § Σχολιάστε

lilla-bk

Μark Lilla – Η σαγήνη των Συρακουσών -Διανοούμενοι στην πολιτική
Μάρτιν Χάιντεγκερ, Χάνα Άρεντ, Καρλ Γιάσπερς, Καρλ Σμιτ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αλεξάντρ Κοζέβ, Μισέλ Φουκώ, Ζακ Ντεριντά. Μετάφραση Χρυσούλα Μεντζαλίρα, Επιμέλεια Μανώλης Βασιλάκης. Έκδοση της Athens Review of Books

art-separator

Θα προτιμούσα τη μελέτη ατομικών βίων για να αρχίσουμε τη σπουδή της ανθρώπινης καρδιάς.
Ζαν-Ζακ Ρουσώ

Κάθε ζωή συγκλίνει προς ένα κέντρο.
Έμιλυ Ντίκινσον

Πρόλογος του συγγραφέα
Στο βιβλίο του Η αιχμάλωτη σκέψη (Zniewolony umysł), έργο που κυκλοφόρησε στα 1953, ο τότε άγνωστος στη Δύση πολωνός ποιητής Τσέσλαβ Μίλος πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο οι διανοούμενοι στη μεταπολεμική Πολωνία συμμορφώθηκαν με τη σταλινική ορθοδοξία του διαλεκτικού υλισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε όταν ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο απόγειό του, προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον και μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες. Ωστόσο, η Αιχμάλωτη σκέψη δεν αποτελεί απλώς και μόνον μια μπροσούρα εμπνευσμένη από τον Ψυχρό Πόλεμο. Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξακολουθεί να συγκινεί και να προκαλεί θόρυβο ως τις μέρες μας. Τούτο δε οφείλεται, εκτός των άλλων, και στην επιλογή του συγγραφέα να ασχοληθεί εκτενώς με συνηθισμένες μάλλον παρά με ακραίες περιπτώσεις.

Στις σελίδες του βιβλίου δεν συναντούμε ονόματα συγγραφέων που υπέστησαν φυσικούς καταναγκασμούς ή φυλακίστηκαν, αλλά ούτε και των κομισάριων ή των τυράννων που τους κατέτρεχαν. Ο Μίλος, τουναντίον, φιλοτέχνησε τα πορτρέτα τεσσάρων αρκετά επιτυχημένων συγγραφέων, περιγράφοντας ενδελεχώς τη διανοητική και πολιτική περιπλάνησή τους στην προπολεμική Πολωνία (συνήθως στο πλευρό της εθνικιστικής και αντισημιτικής δεξιάς), την πολεμική εμπειρία τους (ηρωική πολλές φορές) και την ευθυγράμμισή τους με το κομμουνιστικό καθεστώς που επιβλήθηκε από τη Σοβιετική Ένωση. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο Μίλος αποτυπώνει μια πλευρά του χαρακτήρα του συγγραφέα που εκδηλώθηκε νωρίς στη ζωή του, και δείχνει με ποιο τρόπο αυτή διαμόρφωσε το μεταγενέστερο συγγραφικό του έργο και τις μεταβαλλόμενες πολιτικές του εξαρτήσεις.

Συναντούμε τον Άλφα, τον «ηθικολόγο»· τον Βήτα, τον μηδενιστή «που ο μηδενισμός του εδράζεται στο ηθικό πάθος του, στη διαψευσμένη αγάπη του για τον κόσμο»· τον Γάμμα, «τον σκλάβο της ιστορίας»· και, τέλος, τον ποιητή Δέλτα, τον επονομαζόμενο «τροβαδούρο». Αν και τα πορτρέτα αυτά μπορούν να ερμηνευθούν ως τεκμήρια μιας σκοτεινής ιστορικής περιόδου, αυτό που τα καθιστά αξιομνημόνευτα είναι ότι συνιστούν οξυδερκείς διεισδύσεις στα μύχια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ο Μίλος ούτε ηθικολογεί ούτε παριστάνει ότι μπορεί να ερμηνεύσει τα πάντα στην πορεία της ιστορίας. (Μετά τον πόλεμο, θεωρώντας και ο ίδιος ότι ο κομμουνισμός αποτελούσε ελπίδα για τη χώρα του, υπηρέτησε την πολωνική κυβέρνηση –από τη θέση του πολιτιστικού επιτετραμμένου στην Ουάσινγκτον και το Παρίσι– έως και το 1951 οπότε και ζήτησε άσυλο στη Δύση). Σκοπός του ήταν να δείξει, αναφερόμενος σε συγκεκριμένα παραδείγματα, τι συμβαίνει όταν άνθρωποι συγκεκριμένης ιδιοσυγκρασίας ή διάνοιας παρασύρονται από τη δίνη της πολιτικής.

Παρότι ταπεινωτικά, τα πορτρέτα αυτά του Μίλος δεν παύουν να είναι συνάμα και αινιγματικά. Η ιστορία στάθηκε αμείλικτη απέναντι στους στοχαστές και τους συγγραφείς που ζούσαν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα· ορισμένοι έπαιξαν καλά το άσχημο χαρτί που τους έλαχε, αντιστεκόμενοι όσο περισσότερο μπορούσαν στις δωροδοκίες και τις απειλές των τυράννων, άλλοι συμμετείχαν στον χορό των υμνητών του καθεστώτος. Όσοι από εμάς δεν έχουμε βρεθεί ποτέ μπροστά σε τέτοιες επιλογές δεν είναι καθόλου εύκολο να κρίνουμε τις πράξεις των ανθρώπων αυτών. Πώς μπορούμε όμως να εξηγήσουμε το γεγονός ότι θιασώτες της τυραννίας υπήρχαν ακόμη και σε χώρες όπου οι διανοούμενοι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο και ήταν ελεύθεροι να γράψουν ό,τι ήθελαν; Τι ήταν αυτό που τους έκανε να δικαιολογήσουν τις πράξεις σύγχρονων τυράννων ή, συνηθέστερα, να υποστηρίξουν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην τυραννία και τις ελεύθερες κοινωνίες της Δύσης; Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα έγιναν δεκτά με ανοιχτές αγκάλες από πολλούς δυτικοευρωπαίους διανοούμενους, ενώ αμέτρητα ήταν τα «εθνικοαπελευθερωτικά» κινήματα που δεν άργησαν διόλου να εξελιχθούν σε παραδοσιακές τυραννίες, σπέρνοντας τη δυστυχία σε διάφορους δύσμοιρους λαούς ανά την υφήλιο. Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία δεν έπαψε να δαιμονοποιείται και να παρουσιάζεται ως η πραγματική εστία της τυραννίας – της τυραννίας του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού, του αστικού κομφορμισμού, της «μεταφυσικής», της «ισχύος», ακόμη και της «γλώσσας». Κι αυτό μολονότι τα γεγονότα σπανίως επιδέχονταν αμφισβήτηση. Το τι συνέβαινε ήταν προφανές σε οποιονδήποτε διάβαζε εφημερίδες και διέθετε τη στοιχειώδη αίσθηση του ηθικού μέτρου. Όχι, δεν ήταν αυτή η αιτία· κάτι βαθύτερο συνέβαινε στο μυαλό αυτών των ευρωπαίων διανοουμένων, κάτι το αλόγιστο. Πώς λειτουργεί άραγε το μυαλό των ανθρώπων αυτών; Και τι είναι εκείνο που αναζητούν στην πολιτική;

Το παρόν βιβλίο, επιχειρώντας να θέσει τα παραπάνω ερωτήματα, μπορεί να διαβαστεί ως σύγχρονο συμπλήρωμα της Αιχμάλωτης σκέψης. Δεν πρόκειται για συστηματική πραγματεία, καθώς αυτά που επιδιώκει να πει μπορεί να τα μάθει κανείς καλύτερα μελετώντας την διανοητική και πολιτική ζωή σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Πολλά γράφτηκαν τον περασμένο αιώνα για την «ευθύνη του διανοούμενου», έναν όρο που στερείται νοήματος, όπως και για το αν μπορεί η σκέψη ενός στοχαστή να διαχωριστεί από τις πολιτικές χρήσεις της. Πάντοτε θεωρούσα το ερώτημα αυτό une question mal posée (μια ερώτηση που δεν έχει τεθεί σωστά). Υπό μία έννοια, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική: η αλήθεια των ευκλείδειων αποδείξεων δεν επηρεάζεται από το πώς μπορεί να συμπεριφερόταν ο Ευκλείδης στους δούλους του. Ωστόσο, κάθε ώριμος άνθρωπος γνωρίζει πως όταν σοβαροί διανοητές γράφουν για σοβαρά ζητήματα δεν συμμετέχουν σε γεωμετρικά παιχνίδια εσωτερικού χώρου. Γράφουν διεισδύοντας στα κατάβαθα της εμπειρίας τους για να μπορέσουν να προσανατολιστούν μέσα στον κόσμο. Τα έργα και οι δραστηριότητές τους, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών τους δραστηριοτήτων, αποτελούν ίχνη αυτής της αναζήτησης. Αν ακολουθούμε παρόμοιες διαδρομές, το οφείλουμε στον εαυτό μας να αναλογιζόμαστε τι έκαναν και γιατί.

Πολλοί είναι οι ευρωπαίοι στοχαστές του 20ού αιώνα που θα ταίριαζαν στο φιλοσοφικό-πολιτικό πορτρέτο που επιχειρεί το παρόν βιβλίο. Επέλεξα να επικεντρωθώ σε μερικούς εξ αυτών που η σκέψη τους εξακολουθεί να είναι ζωντανή στον αιώνα μας, ελπίζοντας ότι αυτό που θα αποκομίσουν οι αναγνώστες του βιβλίου μου είναι η πεποίθηση ότι τα προβλήματα που τίθενται εδώ δεν εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας το 1989. Το γεγονός ότι τόσο πολλοί θαυμαστές των στοχαστών αυτών εξακολουθούν να αγνοούν ή να δικαιολογούν την πολιτική τους απερισκεψία αποτελεί ένα άλλο ιδιαίτερο ζήτημα. Επέλεξα να ασχοληθώ με στοχαστές που προέρχονται ένθεν και ένθεν του Ρήνου, όπως και με στοχαστές τόσο αριστερής όσο και δεξιάς ιδεολογίας, προκειμένου να δείξω ότι το φαινόμενο που εκπροσωπούν δεν περιορίζεται σε ένα έθνος ή σε μια πολιτική τάση. Όσο για τα διδάγματα που μπορεί να αντλήσει κανείς από τα συγκεκριμένα πορτρέτα, αυτά εξετάζονται στο επίμετρο του βιβλίου, το οποίο καλούνται οι αναγνώστες να διαβάσουν αφού ολοκληρώσουν την περιήγησή τους στην παρούσα «πινακοθήκη».

Και μια τελευταία λέξη για τους στοχαστές που πραγματεύεται το παρόν βιβλίο. Πρόθεσή μου στα κριτικά αυτά πορτρέτα δεν είναι να παράσχω στους αναγνώστες αιτιολόγηση για την απόρριψή τους με την μομφή της αναξιοπρέπειας. Τουναντίον, κι εγώ ο ίδιος έχω νιώσει έλξη για αυτούς, και με τα χρόνια διδάχθηκα από το έργο τους. Καθώς όμως μάθαινα από αυτούς, η απογοήτευσή μου μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο – απογοήτευση η οποία βρήκε την κορυφαία έκφρασή της σε ένα σύντομο απόσπασμα από το σημειωματάριο του Καρλ Γιάσπερς που αναφέρεται στον Μάρτιν Χάιντεγκερ και σε άλλους γερμανούς στοχαστές οι οποίοι χαιρέτησαν την έλευση της τυραννίας το 1933. Συμμερίζομαι απολύτως τα αισθήματα που εξέφρασε:

«Παρά την απόσταση που μας χωρίζει νιώθω τρυφερότητα για τους ανθρώπους αυτούς – τρυφερότητα διαφορετικού είδους για τον καθέναν από αυτούς, μιας και είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Η τρυφερότητα τούτη όμως δεν μετατρέπεται ποτέ σε αγάπη. Είναι σαν να τους εκλιπαρώ να θέσουν την επιβλητικότητα του πνεύματός τους στην υπηρεσία καλύτερων δυνάμεων. Η μεγαλοσύνη του πνεύματος γίνεται αντικείμενο αγάπης μονάχα όταν η δύναμη την οποία υπηρετεί έχει ευγενή χαρακτήρα.»

Μαρκ Λίλα

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

περί του οπαδού της λογικής

06/01/2017 § Σχολιάστε

Norberto Bobbio (1909-2004)

bobbio6-1-17

[…] Ο άνθρωπος δεν μπορεί να μη χρησιμοποιεί τη λογική, όμως η λογική από μόνη της δεν αρκεί. Ο οπαδός της λογικής γνωρίζει τα όριά του και δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα. Προσπαθεί απλώς να διακρίνει έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος, που έχει ωριμάσει τόσο ώστε να κρίνει το καλό και το κακό μόνο με τις δικές του δυνάμεις (ώριμος με την έννοια του δοκιμίου του Καντ περί Διαφωτισμού), δε χρειάζεται -για να ξέρει αυτό που πρέπει να κάνει αποτελεσματικά- άλλο μάθημα πέρα από εκείνο που μπορεί να αντλήσει από τη λογική και την εμπειρία.

Δε θα ήταν όμως άνθρωπος της λογικής, αν δεν αμφισβητούσε τη δημιουργία του κόσμου αυτού που, εκτός των άλλων, στη δική μας εποχή του σιδήρου και της φωτιάς τού φαντάζει πιο μακρινή από ποτέ. Δε θα ήταν άνθρωπος της λογικής, αν ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, τόσο αλαζόνας και αναίσχυντος ώστε να προαναγγέλλει μεγαλόφωνα έναν κόσμο όπου, για να επαναλάβουμε τα λόγια του πιο απελπισμένου ποιητή της ιστορίας μας, «και δικαιοσύνη κι ευσπλαχνία άλλες ρίζες / θα ‘χουν λοιπόν κι όχι θαυμάσια παραμύθια» (*)…

art-separator

(*)του Τζάκομο Λεοπάρντι, «La ginestra – Το σπαρτό»

[Νομπέρτο Μπόμπιο, από το Εγκώμιο της Πραότητας, μτφρ Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, εκδόσεις Πατάκη 2007]

 

art-separator

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

 

[μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί·

20/12/2016 § Σχολιάστε

ioannou20-12-16

art-separator

Αφότου κατόρθωσα να διαλέξω μόνος μου το σπίτι που θα κατοικώ, μονάχα οι μοτοσικλέτες και τ’ αυτοκίνητα τη νύχτα με ξυπνούν — τα φορτηγά ιδιαίτερα. Αυτό άλλωστε είναι, λίγο πολύ, και το πρόβλημα των κατοίκων όλης της πόλης μας, κι αυτών ακόμα που έχουν την ψυχική αντοχή να κατοικούν στα ψηλά διαμερίσματα και τα ρετιρέ. Και δε φαίνεται πως θα θεραπευτεί ποτέ, εκτός αν γκρεμίσουμε και ξαναχτίσουμε απ’ την αρχή τα πάντα. Μα, για την ώρα τουλάχιστο, μια τέτοια λύση δεν μπορεί ούτε να την ονειρευτεί κανένας.
Παλιότερα μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί. Αυτούς καταφέραμε επί των ήμερων μας να τους εξολοθρέψουμε ολότελα, χάνοντας, απλώς και μόνο, μια σπάνια αισθητική απόλαυση. Και το αστείο είναι πως στα σχολεία και τις πνευματικές συναναστροφές ακόμα κατηγορούμε για μαλθακότητα τους ανθρώπους της αρχαίας Σύβαρης, που τίποτα περισσότερο από μας δεν είχαν κάνει.
Οι πετεινοί επέστρεψαν σ’ όλη τους τη δόξα ένα διάστημα στην Κατοχή, όμως η απελευθέρωση μας απ’ τους Γερμανούς σήμανε πια την οριστική εξαφάνιση τους από τις πόλεις. Ο τουρισμός και οι τουρίστες, η νέα και αβάσταχτη αυτή κατοχή που μας βρήκε, στάθηκε μοιραία τόσο για τους πετεινούς όσο και για τα παλικάρια μας.
Καθώς η κυκλοφορία κοβόταν τότε πολύ νωρίς, μέσα στο γενικό καταλάγιασμα, όλες οι δυνατές φωνές, και οι πιο μακρινές ακόμα, ακούγονταν απίστευτα ξεκάθαρα. Αφήνω πια τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες. Γεγονός πάντως είναι πως και η ακοή μας είχε στο έπακρο οξυνθεί, μια και δεν μπορούσε τίποτε άλλο να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τί συμβαίνει στα σκοτεινά γύρω μας. Γνωρίζαμε το περπάτημα των εχθρών μέσα στη νύχτα, το επίμονο πνιχτό βήξιμο των χαφιέδων έξω απ’ την πόρτα, τις διαφορές των αντρογύνων, το ροχαλητό των γειτόνων μας, αλλά και τον ανεπαίσθητο γλυκό θόρυβο που κάμναν τα τενεκεδάκια με την μπογιά, όταν τα παιδιά γράφαν στους τοίχους. Ξέραμε πως η γειτονιά μας την άλλη μέρα θα λάμπει από λεβεντιά και αισιοδοξία. Εκείνο όμως που σίγουρα μπορούσες να παρακολουθήσεις και χαρείς κάθε νύχτα ήταν το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν κατόπι από συνοικία σε συνοικία. Τώρα λαλούν οι πετεινοί της Βάρνας, υστέρα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, των Σαράντα Εκκλησιών, της Τούμπας, της Τριανδρίας… Ήταν κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία, που δεν μπορούσε μάλιστα να την εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής. Είχαμε αρχίσει και πάλι να μιλάμε για τον καιρό και να κάνουμε προβλέψεις για τις αλλαγές του. Μονάχα απ’ τις καθωσπρέπει συνοικίες, Τσιμισκή, Παραλία και Μητρόπολη, δεν ακούγονταν ούτε και τότε λαλήματα πετεινών. Λυπόμουν τους ανθρώπους που καθόντουσαν εκεί. Μια μάγισσα που είχαμε στο σπίτι μας, όταν ξόρκιζε κανένα κακό, του φώναζε αγρία τρεις φορές: «Να πάς εκεί που δε λαλεί πετεινός».
Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα στα λαλήματα ακούγαμε και κανένα βραχνό χωνί να ξανοίγεται μες στη βαθιά νύχτα. Δεν ξεχωρίζαμε συνήθως τί αγωνίζονταν να μας αναγγείλει το ηρωικό αγόρι, ξέραμε όμως πολύ καλά πώς θα καταλήξει και ψιθυρίζαμε όλοι μαζί του το συναρπαστικό σύνθημα: «Θάνατος στο φασισμό — Λευτεριά στο λαό!».

*

[Γιώργος Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, Εκδόσεις Κέδρος via Politeianet.gr]

art-separator

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

[ανάσες που αποτυπώθηκαν για πάντα στους τοίχους·

17/12/2016 § 1 σχόλιο

post17-12-16

Τώρα χαϊδεύω με το βλέμμα μου τους σκεβρωμένους τοίχους των σπιτιών τους, που εξακολουθούν να κρύβουν πάντα το μυστήριο της φθοράς καθώς το πέρασμα του χρόνου καταγράφεται αθόρυβα επάνω τους με όλα τα σημάδια και τα ίχνη του, όπως η σάρκα των ανθρώπων.

Και τότε, νιώθεις ν’ αναδεύονται στους τοίχους οι σκιές, να αναδύονται οι μορφές, να ζωντανεύουν τα χιλιάδες σώματα που επέζησαν σ’ αυτή την πόλη προτού να γεννηθείς· οι αγωνίες, οι φιλοδοξίες και οι έρωτες ανθρώπων δίχως όνομα που ποτέ σου δε θα συναντήσεις. Τα άπειρα βλέμματα που πέσαν κάποτε τυχαία πάνω στους στους τοίχους των σπιτιών κι όλοι οι ήχοι κι οι φωνές εκείνων που περάσανε, οι οσμές του σώματός τους κι οι ανάσες που αποτυπώθηκαν για πάντα στους τοίχους των παλιών σπιτιών.

*

Κώστας Λογαράς, Σάββατα δίχως μύθο. Ρόπτρον, 1990]

η φωτογραφία είναι του αγριμολόγου από την Ερμούπολη της Σύρου 2009.

art-separator

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

Where Am I?

You are currently browsing the των βιβλίων category at αγριμολογος.