[Περικλής Κοροβέσης, 50 χρόνια «Ανθρωποφύλακες»·

21/01/2020 § Σχολιάστε


Περικλής Κοροβέσης, Ανθρωποφύλακες, Επετειακή ένατη έκδοση (1969-2009), με Εισαγωγές των Πιέρ Βιντάλ Νακέ και Δημήτρη Ραυτόπουλου και νέα Επίμετρα των Γιάνη Γιανουλόπουλου, Δημήτρη Ψαρρά και Περικλή Κοροβέση. Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2019, σελ. 141 (συν φωτογραφικό παράρτημα)

Από το τεύχος 113, Ιανουάριος 2020 της Athens Review of Books

Το αριστούργημα (και από λογοτεχνικής απόψεως) του Περικλή Κοροβέση Ανθρωποφύλακες δεν είναι απλώς μια πολύ καλογραμμένη μαρτυρία από έναν ταλαντούχο συγγραφέα, ούτε αφορά μόνο τους έλληνες που υπέστησαν βασανιστήρια επί χούντας· είναι τόσο πυκνό, βαθύ και ανθρώπινο, που μένει χαραγμένο στο μυαλό του αναγνώστη, όπως το Αν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι ή το Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Σολζενίτσιν. Επειδή η ύλη του τεύχους της ARB είχε ουσιαστικά κλείσει, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το επίμετρο του Δημήτρη Ψαρρά. Θα μας δοθεί όμως η ευκαιρία να μιλήσουμε αναλυτικότερα γι’ αυτό το οδυνηρά απολαυστικό έργο σε επόμενο τεύχος.

Δύο βιβλία σφράγισαν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Το πρώτο ήταν το πολύτομο Πιστεύω μαςτου Γεωργίου Παπαδόπουλου, ένα «Μάιν Καμπφ» αλά ελληνικά, με τη συμπυκνωμένη σοφία του δικτάτορα. Το δεύτερο ήταν οι Ανθρωποφύλακες, η προσωπική μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση για το απάνθρωπο εκείνο καθεστώς, βασισμένη σε όσα κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τα βασανιστήρια που υπέστη. Το πρώτο εκδόθηκε με χρήματα του δημοσίου και διανεμήθηκε με το ζόρι σε σχολεία και κρατικές υπηρεσίες. Το δεύτερο εκδόθηκε σε 25 πολυγραφημένα αντίτυπα, από τον ίδιο τον συγγραφέα, που το χτύπησε στο στένσιλ και το τύπωσε στον πολύγραφο (παρανόμως) στο φουαγιέ του «Τζον Νοξ» στη Γενεύη με δικά του έξοδα ελλείψει χορηγού. Το βιβλίο ακολούθησε την αυτόνομη πορεία του και κυκλοφόρησε παράνομα ‒τυπωμένο πια‒ στην Ελλάδα.

Ο Περικλής κατανίκησε τον Παπαδόπουλο ως συγγραφέας. Ενώ κανείς δεν ασχολείται πια με το Πιστεύω μας, οι Ανθρωποφύλακες διατηρούν ατόφια τη λογοτεχνική και πολιτική τους αξία. Και ξαναγυρίζουμε σ’ αυτούς, προκειμένου να αποκρούσουμε τις ανιστόρητες συγκρίσεις της χούντας με τις σημερινές ελλειμματικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, αλλά και για να κατανοήσουμε τον ρόλο της βίας στα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, καθώς και την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος μετατρέπεται σε βασανιστή. Και κυρίως: να ξαναδώσουμε το πραγματικό της νόημα στη λέξη «αντίσταση».

Ειρωνεία της τύχης. Ο Παπαδόπουλος έχει περιλάβει στους τόμους του Πιστεύω μας σχεδόν όλες τις δηλώσεις και τις συνεντεύξεις του, φυσικά κατάλληλα φτιασιδωμένες, προκειμένου να απαλειφθεί κάπως η αφόρητη ρητορική του. Στις ελάχιστες συνεντεύξεις που έχουν παραλειφθεί από αυτό το κόρπους της σκέψης του δικτάτορα ξεχωρίζουν οι δυο που έχουν άμεση σχέση με τους Ανθρωποφύλακες. Βέβαια είχαν δημοσιευτεί ‒και μάλιστα πανομοιότυπες‒ στον Τύπο της εποχής.

Η πρώτη αναφερόταν στην παρουσίαση της μαρτυρίας του Κοροβέση στο αμερικανικό περιοδικό Look (Μάιος 1969). Ήταν παραμονές της κατάθεσής του στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο Παπαδόπουλος εμφανίστηκε εξαιρετικά εκνευρισμένος από τις αποκαλύψεις: «Διερωτώμαι [σ.σ. σε σχέση με το δημοσίευμα], μήπως είχε δίκαιον πριν από χρόνια κάποιος Άγγλος πρωθυπουργός, όταν εχαρακτήριζε τον Τύπον ως πόρνην, όταν σήμερον ημείς, οι οποίοι επιθυμούμεν να χαρακτηριζόμεθα ως πολιτισμένη ανθρωπότης αποδεχόμεθα τας πλέον ευφαντάστους και κακοήθεις συκοφαντίας τας οποίας θα ημπορούσε να κατασκευάσει εις τον εγκέφαλόν του ένας ψυχοπαθής με πιστοποιητικόν νοσοκομείου ως ψυχοπαθούς και με τας οποίας ημείς ερχόμεθα να «διαφωτίζωμεν» δέκα εκατομμύρια αναγνωστών εις τον κόσμον; […] Και διά να τελειώνω την επί του δημοσιεύματος του «Look» θέσιν μου, εξ υποχρεώσεως προς την ιστορίαν του ελληνικού λαού, διά τον σεβασμόν προς την αλήθειαν, εξ υποχρεώσεως προς την ανάγκην να πληροφορηθούν κάποτε οι άνθρωποι ότι μόνον με τον σεβασμόν προς την αλήθειαν δυνάμεθα να επιβιώσωμεν εν ειρήνη και ελευθερία και θεωρών ότι οι υπεύθυνοι και ιδιοκτήται και αρχισυντάκται του περιοδικού δεν έχουν ευθύνην επί του δημοσιεύματος, το οποίον παρεισέφρησεν εις τας σελίδας των, τους καλώ, με εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπόν των, φέροντα εν συνοδεία και τον καταμηνυτήν, διά τον οποίον αναλαμβάνω και την κάλυψιν της ελευθερίας του και της ασφαλείας του και τα έξοδά του, να επισκεφθούν την χώραν, να ερευνήσουν την αλήθειαν αυτών τα οποία εδημοσίευσαν, και τους υπόσχομαι ότι τους υπευθύνους των τυχόν αληθειών τας οποίας θα διαπιστώσουν, θα τους εκτελέσω εις την Πλατείαν Συντάγματος, αναλαμβάνων απολύτως την ευθύνην».[1](…)

Ένα μήνα αργότερα από την αρχική του δήλωση, ο Παπαδόπουλος σε άλλη συνέντευξη ανακαλούσε την αρχική του πρόσκληση: «Το περιοδικόν Look παρεξήγησε την πρόσκλησίν μου, η οποία ευθέως ανεφέρετο εις δημοσιογραφικήν έρευναν. Ενόμισε το περιοδικόν ότι του εζήτησα να στείλει εξεταστικήν των πραγμάτων επιτροπήν και μάλιστα επιτροπήν συγκροτουμένην από πρόσωπα τα οποία εκ της μέχρι τούδε, επί διετίαν, ιστορίας των, έχουν αποδείξει την προκατάληψίν των εναντίον μας και έχουν πάρει την θέσιν των συκοφαντών μας. Δι’ επιστολής διηυκρινίσθη εις το «Look» ότι εμμένω εις την θέσιν, ότι είμαι έτοιμος να δεχθώ τον οιονδήποτε δημοσιογράφον διά δημοσιογραφικήν έρευναν και μόνον».[2]

Τι μεσολάβησε μεταξύ των δύο δηλώσεων του Παπαδόπουλου; Μα η κατάθεση του Κοροβέση στις 16.6.1969 ενώπιον της υποεπιτροπής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία εξέταζε τη λεγόμενη «Ελληνική Υπόθεση», μετά από προσφυγές τεσσάρων ευρωπαϊκών κρατών εναντίον της Ελλάδας (Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ολλανδία), με την κατηγορία της παραβίασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από το καθεστώς της χούντας. Η κατάθεση του Κοροβέση που καταλαμβάνει στην περιληπτική της μορφή 17 σελίδες στον επίσημο τόμο που εκδόθηκε για την υπόθεση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αποκάλυψη του πραγματικού προσώπου και των μηχανισμών επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος και μαζί με άλλες μαρτυρίες και ντοκουμέντα που δημοσιοποιήθηκαν τότε, υποχρέωσε τη χούντα να αποσυρθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, προκειμένου να αποφύγει την ατιμωτική αποπομπή.[3]

Οι αποκαλύψεις του περιοδικού Look απασχόλησαν και το αμερικανικό Κογκρέσο, όπου καταγράφηκε η αρχική πρόσκληση του Παπαδόπουλου, και μάλιστα με έγγραφο της ελληνικής πρεσβείας της Ουάσιγκτον, καθώς και η απάντηση του περιοδικού, το οποίο ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτούν την Ελλάδα ο συντάκτης του άρθρου Christopher S. Wren, ο φωτογράφος Thomas R. Koenig, ο δικηγόρος James Becket, και το μέλος του Κογκρέσου Donald Edwards.[4] Λίγες μέρες αργότερα, ο Παπαδόπουλος υπαναχώρησε άτακτα, ομολογώντας εμμέσως την αλήθεια των καταγγελλομένων.

_______________
[1] Νέα Πολιτεία, 8.6.1969.

[2] Νέα Πολιτεία, 13.7.1969.

[3] Yearbook of the European Convention on Human Rights, 1969, The Greek Case, Martinus Nijhoff, Χάγη 1972, σ. 274-291.

[4] Congressional Record Senate, 26.7.1969, σ. 7284.

Η Ανατομία των Ολοκληρωτισμών

22/12/2019 § Σχολιάστε

Στέφαν Τσβάιχ, Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Καστελιόν κατά Καλβίνου, μτφρ. Δημήτρης Δημοκίδης, επιμ. Χ.Ε. Μαραβέλιας, Πρόλογος Μανώλης Βασιλάκης, Athens Review of Books, Αθήνα 2019, σελ. 336

Του ©Μανώλη Βασιλάκη στην Athens Review of Books

Το παρακάτω κείμενο είναι ο πρόλογος του βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε.

Το όνειρό μου εδώ και είκοσι χρόνια ήταν να εκδώσω ‒και αν ήταν δυνατόν να μοιράσω δωρεάν‒ το αριστούργημα Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Καστελιόν κατά Καλβίνου (Castellio gegen Calvin oder Ein Gewissen gegen die Gewalt, 1936)[1]. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Στέφαν Τσβάιχ, το οποίο αφού δημοσιεύσαμε σε συνέχειες στην Athens Review of Books τώρα κυκλοφορεί και σε μορφή ενός καλαίσθητου βιβλίου, σε μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη και επιμέλεια Χ.Ε. Μαραβέλια.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα πιο αδικημένα αριστουργήματα, καθώς δεν γνώρισε πουθενά την εκδοτική επιτυχία, τις αλλεπάλληλες εκδόσεις και ανατυπώσεις που είχαν άλλα έργα του Τσβάιχ. Η κυριότερη αιτία είναι νομίζω ο τίτλος: Καστελιόν κατά Καλβίνου, που δημιουργεί την παρεξήγηση ότι το θέμα του είναι μια «παλαιά θεολογική διαμάχη» και ως εκ τούτου δεν μας αφορά. Για τον ίδιο λόγο συνεχίζει να αδικείται και στις μέρες μας, καθώς επανακυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στα αγγλικά με τον τίτλο The Right to Heresy: Castellio Against Calvin. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέξαμε να αντιστρέψουμε τον τίτλο και τον υπότιτλο του γερμανικού πρωτοτύπου. Άλλωστε, όπως έγραφε ο Καστελιόν, «χαρακτηρίζουμε αιρετικούς όλους εκείνους που δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας». Κι αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις θεολογικές απόψεις και διαμάχες, αλλά εκτείνεται και σε πολλά άλλα πεδία.

Το έργο Καστελιόν κατά Καλβίνου του Τσβάιχ εκδόθηκε το 1936, δηλαδή την εποχή των Μουσολίνι, Χίτλερ και Στάλιν, της ανόδου και κυριαρχίας των ολοκληρωτισμών. Ο Τσβάιχ επέλεξε ως ήρωά του τον Σεβαστιανό Καστελιόν για να μιλήσει για τα πιο διαχρονικά ζητήματα. Όπως σημειώνει, η θεολογική εκείνη διαμάχη δεν ήταν παρά μια μάσκα της αέναης αντιπαράθεσης της ανεκτικότητας έναντι της μισαλλοδοξίας, της ελευθερίας έναντι της χειραγώγησης, του ουμανισμού έναντι του φανατισμού, της ατομικότητας έναντι της μηχανοποίησης και της ισοπεδωτικής ομοιομορφίας, της συνείδησης έναντι της βίας και της αυθαιρεσίας. Σ’ αυτό το βιβλίο θα βρει κανείς και την εναργέστερη εξήγηση του πώς επιβάλλεται ένα αυταρχικό καθεστώς, μια δικτατορία, μια τυραννία, ένας ολοκληρωτισμός, παρότι οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους θέλουν να ζουν ελεύθεροι. (Δεν είναι αρκετή, δεν αρκεί η αγάπη μας για την ελευθερία, παρατηρεί πικρά ο Σολζενίτσιν). Ο Τσβάιχ ήθελε με αυτό τον τρόπο να μιλήσει για τους ολοκληρωτισμούς την εποχή που μεσουρανούσαν, την εποχή που κομμουνισμός, φασισμός, ναζισμός δεν ήταν κακόφημοι, αλλ’ αντιθέτως ήταν τα πιο δημοφιλή πολιτεύματα, με τη δημοκρατία να βρίσκεται σε υποχώρηση και μαρασμό.

Ο Καστελιόν έδωσε έναν άνισο αγώνα, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η τελική έκβαση θα ήταν η συντριβή του, με αντίπαλο έναν πανίσχυρο τύραννο και μοχθηρό κάτοχο της απόλυτης αλήθειας, ο οποίος επεδίωκε να τον εξοντώσει. Με το ψευδώνυμο Μάρτιν Μπέλλιους συνέγραψε το μανιφέστο του Περί αιρετικών[2], ενάντια στη βία, για ανεξιθρησκία και ανοχή, το 1554, πολύ πριν από τον Μίλτον (Αρεοπαγιτικά, 1644)[3], τον Σπινόζα (Θεολογικοπολιτική πραγματεία, 1670)[4], τον Λοκ (Επιστολή για την ανεξιθρησκία, 1689)[5], τον Μπέυλ (Ιστορικό και κριτικό λεξικό, 1697)[6], τον Χιουμ (Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, 1739-40)[7], τον Βολταίρο (Πραγματεία περί ανεκτικότητας, 1763),[8] ή τον Τζον Στιούαρτ Μιλ (Περί Ελευθερίας, 1859)[9]. Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, για την οποία αγωνίστηκε ο Καστελιόν, το πιο θεμελιώδες δηλαδή ανθρώπινο δικαίωμα που πρώτο καταλύει κάθε τυραννία και επιβουλεύεται κάθε εξουσιαστής, ήταν το μέγα θέμα που επέλεξε ως καταλληλότερο ο Τσβάιχ για να μιλήσει σ’ εκείνη την εποχή των τεράτων του ολοκληρωτισμού. Όπως δέκα χρόνια αργότερα ο Καμύ επέλεξε την αλληγορία της πανούκλας.

Η μελέτη, ακόμη και η απλή ανάγνωση, του αριστουργήματος του Τσβάιχ, δείχνει πόσο νοσηρές ή και ύποπτες είναι οι προσπάθειες που καταβάλλονται, επί δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από διάφορους φιλοσόφους και λοιπούς θεωρητικούς ή θεωρητικολογούντες να εντοπίσουν τις απαρχές του ολοκληρωτισμού στον Διαφωτισμό, αντί να τις αναζητήσουν εκεί που πραγματικά βρίσκονταν πάντα.

Το βιβλίο αυτό του Τσβάιχ, στη δική μου πρόσληψη, θα έπρεπε να έχει τίτλο Η Ανατομία των Ολοκληρωτισμών. Ακόμη κι ένα κεφάλαιό του αξίζει παραπάνω από ολόκληρα πολύκροτα έργα που οι πάντες επικαλούνται (η κοινοτοπία της επιπολαιότητας!), αλλά λίγοι διάβασαν, λιγότεροι κατανόησαν και ελάχιστοι αμφισβήτησαν. Στη βάση των αυταρχικών ή τυραννικών καθεστώτων, στη βάση των ολοκληρωτισμών ήταν και είναι πάντα οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις στην ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία του λόγου, της έκφρασης· και της αντίστοιχης πράξης.

Το 1554 ο Καστελιόν διατύπωνε καθολικής ισχύος αρχές, για κάθε διανοητική-ψυχική καταπίεση και τρομοκρατία και για κάθε εποχή, κι όχι μόνο για τις τότε θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αρχές διατυπωμένες σαν άρθρα ενός Συντάγματος της Ανθρωπότητας, όπως λόγου χάρη: «Το να αναζητήσει κανείς την αλήθεια και να την πει όπως τη σκέφτεται δεν μπορεί ποτέ να είναι εγκληματικό. Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να επιβληθεί οποιαδήποτε πεποίθηση. Οι πεποιθήσεις είναι ελεύθερες». «Γιατί η αλήθεια συνίσταται στο να λέει κανείς αυτό που σκέφτεται, ακόμη κι αν σφάλλει». Λόγια που θα ξαναβρούμε, με τόσο σαφείς διατυπώσεις, στην First Amendment (1791), την Πρώτη Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, και πολύ αργότερα στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, από την πολύκροτη υπόθεση New York Times Co. κατά Sullivan του 1964 και μετά.[10] Λόγια που θα επαναλαμβάνει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε κάθε απόφαση που ακολούθησε την υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1976).

Όμως ένα Σύνταγμα της Ανθρωπότητας θα έπρεπε να έχει ακροτελεύτιο άρθρο τα λόγια του Τσβάιχ:

«Ποτέ ένα δικαίωμα, ποτέ μια ελευθερία δεν έχει κατακτηθεί τελειωτικά ενάντια στη βία της εξουσίας, που απλώς αλλάζει αδιάκοπα μορφή. Πάντα θα απειλείται κάθε βήμα προόδου, κάθε κατάκτηση της ανθρωπότητας, πάντα το αυτονόητο θα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ακριβώς όταν αρχίζουμε να θεωρούμε την ελευθερία καθημερινή πρακτική και όχι πλέον ιερότατο απόκτημα, αναδύεται από το σκοτάδι του ανθρώπινου υποσυνείδητου, από τον κόσμο των τυφλών ορμών, η παράφορη επιθυμία για βιασμό της».

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσω αυτόν τον πρόλογο είναι το «Ποίημα για τον Ισπανό Μιγκέλ Σερβέτο, έναν αιρετικό που έκαψαν στην πυρά οι καλβινιστές» του Γιόζεφ Μπρόντσκυ (γραμμένο το 1959), το οποίο διάβασα στα αγγλικά ‒ εδώ παρατίθεται σε μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, την οποία και ευχαριστώ θερμά. Ευχαριστίες επίσης οφείλω να εκφράσω από τη θέση αυτή στην Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου για την απόδοση λατινικών και γαλλικών παραθεμάτων.

Τα πραγματικά γεγονότα ενίοτε γίνονται παραβολές
Εσύ όλ’ αυτό, μάλλον θα το θεωρούσες περιττό.
Μάλλον τώρα
Νιώθεις αδιαφορία.
________

Μολαταύτα, αυτός
δεν νιώθει αδιαφορία,
επειδή απ’ αυτόν άλλο τίποτα δεν έχει απομείνει
παρά μια χούφτα στάχτης,
που έχει ανακατευτεί με τον κόσμο, με τη σκόνη του δρόμου,
που έχει ανακατευτεί με τον άνεμο,
με τον μεγάλο ουρανό,
όπου δεν βρήκε τον Θεό.
Επειδή δεν συνήθιζε να στρέφει το βλέμμα στον ουρανό.
Η γη – αυτή του ήταν πιο οικεία.
Μελέτησε στη Σαραγόσα το δίκαιο του Ανθρώπου
και την κυκλοφορία του αίματος του Ανθρώπου
στο Παρίσι.
Ναι. Ποτέ δεν είδε
τον Θεό,
ούτε μέσα του,
ούτε στον ουρανό,
ούτε σε καμιά αγιογραφία,
επειδή δεν ξεκολλούσε το βλέμμα
από τον άνθρωπο και απ’ τον δρόμο.
Επειδή όλη του τη ζωή δραπέτευε
κυνηγημένος.
Γιος του αιώνα, δραπέτευσε
απ’ τον αιώνα του,
τυλιγμένος σε έναν μανδύα
μακριά από τους ωτακουστές,
από την πείνα, και το χιόνι.
Αυτός, που είχε μελετήσει τις ανάγκες
και τις δυνατότητες
του ανθρώπου,
Ένας Άνθρωπος που είχε μελετήσει τον Άνθρωπο
Για τον Άνθρωπο.
Ποτέ δεν έστρεψε το βλέμμα του
στον ουρανό,
επειδή το 1653,
στη Γενεύη,
κάηκε ανάμεσα στους δυο πόλους του αιώνα:
ανάμεσα στο μίσος του ανθρώπου
και την άγνοια του ανθρώπου.

________________
[1] Το βιβλίο είχε εκδοθεί και στα ελληνικά με τίτλο Καστελιόν και Καλβίνος σε μετάφραση Αλέξανδρου Καρρέρ από τις εκδόσεις Γκοβόστη, χ.χ., το πιθανότερο τη δεκαετία του ’50.
[2] Martinus Bellius, De haereticis, an sint persequendi et omnino quomodo sit cum eis agendum, multorum tum veterum, tum recentiorum sententiae.
[3] Θα εκδοθεί στα ελληνικά από την Athens Review of Books.
[4] Baruch Spinoza, Tractatus theologico-politicus.
[5] Joannis Lockii, Epistola de tolerantia και αγγλικά: John Lock, A Letter Concerning Toleration (1689).
[6] Pierre Bayle, Dictionnaire historique et critique, 1697.
[7] David Hume, A Treatise of Human Nature, 1739-40.
[8] Voltaire, Traité sur la tolerance, 1763.
[9] John Stuart Mill, On Liberty, 1859.
[10] Στην πραγματικότητα ακόμα πιο πριν, λόγου χάρη: «Είναι ένα πολύτιμο αμερικανικό προνόμιο να μιλάει κανείς όπως του έρχεται στο μυαλό, έστω και αν αυτό δεν γίνεται πάντα με απόλυτα καλό γούστο, για όλους τους δημόσιους θεσμούς», Bridges v. California, 314 US 252, 270 (1941).

[H ηθική συμπεριφορά του συγγραφέα Πέτερ Χάντκε και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας ·

19/11/2019 § Σχολιάστε

Ο τεθλιμμένος πολιτικός συγγενής Πέτερ Χάντκε μιλώντας σε πολιτική συγκέντρωση στο Ποζάρεβατς, γενέτειρα του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, λίγο πριν την κηδεία του δολοφόνου της Γιουγκοσλαβίας, στις 18 Μαρτίου 2006. [photo ©Petar Pavlovic AP -επεξεργασμένη για τις ανάγκες του αγριμολόγου]

Ο οπαδός της νεκροφιλίας και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας

Από τον ©Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη στην Athens Review of Books

Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, μτφρ. Θεοδώρα Τσόκα, Εξάντας 1998, σελ. 174


Πέτερ Χάντκε, Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια. Σημειώσεις μετά από δύο ταξίδια στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του πολέμου, Μάρτιος και Απρίλιος 1999, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου, Εξάντας, Αθήνα 2000, σελ. 122

1.

Αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι η ηθική συμπεριφορά του συγγραφέα Πέτερ Χάντκε, η πνευματική του εντιμότητα ή ανεντιμότητα και η στοιχειώδης κατανόηση των ιστορικών συμβάντων. Πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια από την έκρηξη του σερβικού λαϊκισμού το 1987, με τον Μιλόσεβιτς, εκτός από τον έλεγχο της μονοκομματικής εξουσίας, να επιχειρεί την υποταγή της Γιουγκοσλαβίας στις δικές του ορέξεις. Η «επιχείρηση Σερβία» ήταν εύκολη με τον έλεγχο των ΜΜΕ, τις διαγραφές στελεχών και τον έλεγχο του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών. Αλλά οι φιλοδοξίες του μεγαλύτερου μαζικού κινήματος στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ακόρεστες και ανιστόρητες. Στο Βελιγράδι η συμπαράταξη με τον λαϊκισμό ήταν ολόθερμη και εκφραζόταν με το σύνθημα «Αφήστε τον τρελό πέντε λεπτά να καθαρίσει!».

Όποιος όμως είχε στοιχειώδη γνώση της εθνοτικής σύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας και της ιστορίας της ήξερε ότι η επιβολή ενός μέλους της Ομοσπονδίας ήταν αδύνατη με τη βία. Το 1987-1991 στη Σερβία όλοι απορούσαν με την «Κροατική σιωπή» έως ότου εμφανιστεί το αντίπαλο δέος, ο Τούτζμαν, με τον δικό του λαϊκισμό και στη συνέχεια η ομογενοποίηση των Μουσουλμάνων στη Βοσνία και η ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων στο Κοσσυφοπέδιο. Στο Βελιγράδι οι διανοούμενοι εκείνοι οι οποίοι έβλεπαν μοναχικά πού οδηγεί η παράνοια ήταν μερικές εκατοντάδες.

Αλλά ο Μιλόσεβιτς προχώρησε εκεί όπου είχε σερβικούς πληθυσμούς, ουσιαστικά στην Κράινα της Κροατίας, όπου υποκίνησε τον σερβικό πληθυσμό δίνοντάς του όπλα και με τη βοήθεια του στρατού κατέλαβε το 1991-1992 το 28% της Κροατίας. Η πιο βάρβαρη επιχείρηση έγινε στη Βοσνία, όπου το 1992-1995 ο Μλάντιτς με τον σερβικό στρατό κατέλαβε το 70% των εδαφών της. Η πολιορκία του Σεράγεβου από τον Απρίλιο του 1992 έως τον Αύγουστο του 1995, με 12.000 νεκρούς, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, ζώντας στην παγωνιά, η γενοκτονία της Σρεμπρένιτσας στις 11 Ιουλίου 1995 με 8.300 δολοφονημένους, ενώ στη Φότσα, στο Βίσεγκραντ, στο Πριέντορ και αλλού έγινε εθνοκάθαρση με χιλιάδες νεκρούς, βιασμούς και ταπείνωση των πληθυσμών. Επιπροσθέτως η βαρβαρότητα αφήνει πίσω της το δηλητήριο του μίσους για τις επόμενες γενιές, ενισχύει τον ρατσισμό και καταργεί τη σκέψη.

Τα εγκλήματα αυτά τα διέπραξαν οι σερβικές παραστρατιωτικές ομάδες του Αρκάν και του στρατηγού Μλάντιτς, ενώ στη Σερβία έως τις 23 Μαρτίου 1999 δεν είχε πέσει ούτε μία βόμβα. Για όσους αρνούνται αυτό που συμβαίνει γύρω τους υπάρχει μια δικαιολογία, ότι όλοι διέπραξαν εγκλήματα. Αλλά μπορείς να βάλεις στην ίδια θέση τον επιτιθέμενο με τον άοπλο αμυνόμενο, ή αυτόν που έχει προετοιμαστεί και εξοπλιστεί με το αθώο θύμα του;

Η διαφορά του σκεπτόμενου διανοούμενου και του οπαδού είναι η υπεράσπιση αξιών, η πνευματική εντιμότητα και η αποφυγή έκπτωσής του σε φανατικό που μετατρέπεται σε χειραγωγούμενη μάζα. Βέβαια, και τα ελληνικά ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, υποστήριξαν την εγκληματική δράση των Κάρατζιτς-Μλάντιτς, οδηγώντας τον πρώτο να εκστομίσει παραληρώντας το αμίμητο: «Μόνο ο Θεός και οι Έλληνες είναι μαζί μας!». Ωστόσο λησμόνησε τον Χάντκε με τις ανοησίες του, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο απόκρυψης των εγκλημάτων, και ενός μακρόσυρτου εγκωμιασμού της σερβικής φύσης, με τους ποταμούς, τα βουνά και τις πεδιάδες, που θα σκέπαζαν τα εγκλήματα ή θα τα εξαφάνιζαν με την αναγωγή τους σε άλλους ιστορικούς χρόνους.

Τελικά όλοι αυτοί οι βαλκάνιοι εκδοροσφαγείς συγκεντρώθηκαν στα κελιά της Χάγης για να συγκροτήσουν τη Μεγάλη Σερβία που ονειρεύτηκαν. Στόχος τους ήταν η κατάληψη και ενίσχυση της εξουσίας και όχι κάποια προσφορά στον σερβικό λαό. Η συμπεριφορά τους ήταν βάρβαρη, αφού, στις αρχικές φάσεις, είχαν εγγυημένη την ατιμωρησία, έως ότου αντιδράσει η διεθνής κοινότητα, επεμβαίνοντας το 1995 στη Βοσνία και το 1999 στη Σερβία. Αλλά η βαρβαρότητα είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Τι καταλαβαίνει, τι καταδικάζει και ποια συνείδηση διαμορφώνει ένας διανοούμενος μέσα σ’ αυτή την κόλαση; Ο Χάντκε διάλεξε τον πιο εύκολο δρόμο: Πήγε κόντρα στους ευρωπαίους διανοούμενους και υποστήριξε τα εγκλήματα του σερβικού εθνικισμού. Ταυτίστηκε όχι με κάποια μυθική Σερβία, αλλά με την παρανοϊκή και εκτός ιστορίας «πολιτική» του Μιλόσεβιτς. Και βέβαια ο Μιλόσεβιτς τα κατάφερε! Η Σερβία συρρικνώθηκε χάνοντας το Κοσσυφοπέδιο, οι Σέρβοι της Κροατίας γύρισαν πρόσφυγες, και εγκλήματα φρικτά θα βαραίνουν τις επόμενες γενιές των Σέρβων. Ταυτόχρονα εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και επιστήμονες εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ ο λαϊκισμός κυριάρχησε στην «πολιτική» σκηνή, καταργώντας οποιοδήποτε ίχνος δημοκρατίας.

Η κοινωνία καταστράφηκε, αλλά ο Χάντκε χάρη στην σουηδική επιτροπή κέρδισε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Η στάση του Χάντκε είναι αυτή του οπαδού που υποστηρίζει τυφλά το είδωλό του, κλείνοντας τα μάτια και τα αυτιά στην φρίκη και στις οιμωγές των θυμάτων, καταργώντας τον εξωτερικό κόσμο και ικανοποιώντας τον άρρωστο ναρκισσισμό του. Τα κείμενά του είναι ένας γελοίος ύμνος στην απόκρυψη του εγκλήματος και ταυτόχρονα εγκωμιασμός των θυτών. Το θράσος του είναι ανεπανάληπτο, εφόσον αποσιώπησε όλα τα εγκλήματα της περιόδου 1991-1999, καταδικάζοντας τους βομβαρδισμούς της Σερβίας που σήμαναν το τέλος του πολέμου.

Ο Χάντκε είναι φανατικός οπαδός και ταυτόχρονα ρατσιστής εφόσον ταυτίζει έναν ολόκληρο λαό με τον δήμιό του, αφού δεν βλέπει ότι τα μεγαλύτερα θύματα χειραγώγησης είναι οι Σέρβοι. Εδώ πια τα εδάφη, τα σύνορα, η ιστορία και οι μύθοι κατάργησαν τους ανθρώπους, τις αξίες, την εντιμότητα, για να τα μετατρέψουν όλα σε άμορφη μάζα. Στην περίπτωσή μας ήταν σπάνιοι οι διανοούμενοι που έπαιξαν τον ρόλο τους, όπως συμβαίνει πάντα σε σκοτεινούς καιρούς, επιβεβαιώνοντας το αξίωμα ότι ο άξιος του ονόματός του διανοούμενος δεν έχει ανάγκη του χειροκροτήματος των πολλών, αλλά είναι ήρεμος με τη συνείδησή του. Ο Χάντκε, όπως ήδη επισημάναμε, πήγε κόντρα στους ευρωπαίους διανοούμενους, έχοντας πίσω του όλο τον μηχανισμό προπαγάνδας του Μιλόσεβιτς και το τεράστιο εθνολαϊκιστικό του κίνημα. Αυτό συγκροτούνταν από μια τυφλή μάζα, όπου η εξουσία έλεγχε τα πάντα, ενώ οι χειραγωγοί διανοούμενοι ικανοποιούσαν την εγκληματική τους ελαφρότητα παρακολουθώντας την αδυναμία των θυμάτων τους.

Ας περάσουμε τώρα στην αφελέστατη προσπάθεια απόκρυψης αυτών που συνέβησαν, με το ταξίδι του Χάντκε στη Σερβία στα τέλη του 1995, αποτυπωμένη στο βιβλίο που εκδόθηκε το 1996 με τον απολογητικό τίτλο, εν συντομία, Δικαιοσύνη για τη Σερβία.

Προετοιμαζόμενος για τον λίβελο-απολογητική του ο Χάντκε ρίχνει βολές κατά των διεθνών ΜΜΕ, ότι αυτά κατασκευάζουν την ψεύτικη εικόνα: «όταν νομίζω ότι βλέπω μαζί με τη γυναίκα που κλαίει γοερά, πίσω από το φράχτη του στρατοπέδου,… και την υπάκουη στάση της προς τις εντολές του φωτογράφου του διεθνούς πρακτορείου Τύπου» (σ. 35). Το πρόβλημά του είναι ότι δεν παρουσιάζουν θύματα Σέρβους. Το βλέμμα του δεν στρέφεται στα πραγματικά θύματα, αλλά αναζητά άλλα, «δικά του», για να παρουσιάσει την ψεύτικη εικόνα του. Ο Χάντκε μέσα από τις δύο εκατομμύρια βόμβες που έριξαν τα καλοθρεμμένα «παλικάρια» του Μλάντιτς στο Σεράγεβο, με απολογισμό 12.000 νεκρούς, προσπαθεί να βρει τις δύο τις οποίες έριξαν κάποιοι άλλοι. Ο βομβαρδισμός του Ντουμπρόβνικ τον απασχολεί επίσης με αγωνία: Μήπως δεν το βομβάρδισαν οι Σέρβοι, αλλά ήταν κάποια βλήματα που ξέφυγαν;

Ο Χάντκε περιγράφει με έναν διεστραμμένο θαυμασμό τη σερβική φύση: «[Τ]α ποτάμια, και τι ποτάμια! Και όποιος θα ήθελε να ζήσει καμιά φορά το ιδιαίτερο μιας τέτοιας χώρας (μόνο ποτάμια και πουθενά στον ορίζοντα η θάλασσα), αυτός πρέπει να επισκεφθεί τη Σερβία» (σ. 90-91). Αυτή η φύση, με τα βουνά και τις πεδιάδες της, καλύπτει το κενό στο βλέμμα του συγγραφέα που προσπαθεί αφελώς, μέσα από αυτήν, να βρει «Δικαιοσύνη για τη Σερβία». Μέσα από τη γεωγραφία θέλει να κρύψει την ανθρώπινη διάσταση, τα εγκλήματα και την αλήθεια. Ο Χάντκε βέβαια, μ’ αυτόν τον τρόπο, απευθύνεται σε χειραγωγημένες μάζες και όχι σε πολίτες.

Ο Χάντκε έχει το «θάρρος», που μετατρέπεται γρήγορα σε θράσος, να επισκεφθεί και τη Σρεμπρένιτσα, μερικούς μήνες μετά τη γενοκτονία του Ιουλίου 1995. Όταν επέστρεψε η Σ. τον ρώτησε: «Δεν θ’ αρνηθείς τώρα και τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα;». «Όχι, βέβαια», της απάντησα, «αλλά θα ήθελα να ξέρω ποια εξήγηση μπορεί να υπάρξει για μια τέτοια σφαγή, που έγινε, όπως λένε, κάτω από τα μάτια της παγκόσμιας δημοσιότητας». «Γιατί λοιπόν σκότωσαν τόσες χιλιάδες; Ποιο ήταν το κίνητρο; Ποιος ο σκοπός;» (σ. 95). Ο Χάντκε δεν έβλεπε τον Μλάντιτς να κάνει άρση βαρών, να φωνάζει ότι έδιωξε τους Τούρκους-Μουσουλμάνους από τη Σρεμπρένιτσα, ούτε κατάλαβε τίποτα από την πολιορκία του Σεράγεβου, τι σκοπό είχαν όλα αυτά, διότι, απασχολημένος καθώς ήταν με τη γεωγραφία, τα ποτάμια και τα βουνά της Σερβίας, αγνοούσε τι σημαίνει εξουσία, δεν αναρωτιόταν για τους στόχους του Μιλόσεβιτς, του Μλάντιτς και του Κάρατζιτς. Ο Χάντκε είχε κλειστεί σε έναν κόσμο όπου μόνο η προπαγάνδα είχε νόημα για να ενισχύσει την ταύτισή του με τη βαρβαρότητα των μαζών. Δεν είναι δυνατόν να καταδικάσει τα εγκλήματα του καθεστώτος Μιλόσεβιτς αφού έτσι θα καταδίκαζε και θα πρόδιδε τη δική του αποστολή. Κατακεραυνώνει πάντως τα διεθνή ΜΜΕ, «ότι αυτοί οι δημοσιογράφοι δεν γράφουν μόνο με έπαρση αλλά γράφουν και ψέματα» (σ. 96).

Ο Χάντκε στο νεκροταφείο του Βίσεγκραντ βλέπει Σέρβους νεκρούς που έπεσαν στον πόλεμο το 1992, γράφοντας με θαυμασμό ότι κάθε νεκρός «ήταν ντυμένος συνήθως με τη στρατιωτική στολή και με όπλα βαριά, και κάτω από το όνομα πρόσθεταν πάντα και το: Σέρβος αγωνιστής» (σ. 131). Τι ωραία περιγράφει τη φύση του ποταμού Δρίνου, αλλά βέβαια δεν γνωρίζει τίποτε για το φράγμα που είχε βουλώσει από τα πτώματα των θυμάτων το 1992, ούτε για τους εκατοντάδες βιασμούς στο ξενοδοχείο της πόλης. Ο Χάντκε θα μπορούσε να μάθει αν ρωτούσε τους λίγους διανοούμενους στο Βελιγράδι που ντρέπονταν για τα εγκλήματα των ομοεθνών τους. Αλλά ο Χάντκε ταυτίζεται μόνο με τις χειραγωγημένες μάζες.

Για τα τζαμιά που καταστράφηκαν στο Βίσεγκραντ ρώτησε και πήρε την απάντηση: «Ήταν ανάγκη. Μέσα στο ένα, έτσι μου είπαν, είχαν αποθηκεύσει τα μεγάλα όπλα και στο άλλο τα πυρομαχικά» (σ. 150). Έτσι εξηγούνται όλα. Η προετοιμασία του πολέμου από τον Μιλόσεβιτς από το 1987, η κατάληψη του 28% της Κροατίας το 1991-92 και του 70% της Βοσνίας από το 1992-95 έδειχνε ποιος είχε προετοιμαστεί για τον πόλεμο. Απλώς ο Χάντκε ψάχνει κάποια περίεργη βόμβα και τις «συνωμοσίες» των διεθνών ΜΜΕ.

Ο Χάντκε δεν προσπαθεί απλώς να αποκρύψει τα εγκλήματα, αλλά επιχειρεί να τα αναγάγει όλα στην ιστορία και την προϊστορία. Εδώ πια υπάρχει τεράστιος χώρος για να αποκρύψεις τα σύγχρονα εγκλήματα και να δικαιώσεις την προπαγανδιστική σου φαντασίωση. Ο Χάντκε επιχειρεί θρασύτατα να συγκρίνει τους Σέρβους της Βοσνίας με τους Ινδιάνους που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους: «Θα ανακαλύψει κάποιος κάποτε, σε λίγο, ποιος; Κάποια ομοιότητα των Σέρβων της Βοσνίας με αυτούς τους Ινδιάνους;» (σ. 174). Δεν χρειάζεται να τον αναζητήσουμε, αυτό το απίθανο ερώτημα το έθεσε ο ίδιος, και πράγματι αυτό και μόνο αξίζει ένα βραβείο Νόμπελ.

 2.

Το δεύτερο βιβλίο που αφιέρωσε ο Χάντκε στην υποστήριξη του καθεστώτος Μιλόσεβιτς είναι το Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια, (Εξάντας 2000), αναφερόμενος στο ταξίδι που έκανε από τις 31 Μαρτίου ως τις 3 Απριλίου 1999, δηλαδή πέντε μέρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών το βράδυ της 24ης Μαρτίου. Τώρα πια ο Χάντκε βρήκε κατεστραμμένες γέφυρες και κτίρια, στο Βελιγράδι, στο Πάντσεβο, στο Νις, στο Αλέξινατς, είδε γκρεμισμένη την τηλεόραση του Βελιγραδίου κ.λπ., κάτι που δεν ήθελε να δει τα προηγούμενα οχτώ χρόνια, από τον Ιούλιο του 1991, με τη δράση του σερβικού στρατού, στη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο, με τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσας, την πολιορκία του Σεράγεβου και τα εγκλήματα κατά των Αλβανών. Ο Χάντκε δεν σεβάστηκε τα 110.000 περίπου θύματα της περιόδου 1991-1999, αλλά πόνεσε για τα 800-900 θύματα των βομβαρδισμών, από τα οποία τα μισά ήταν περίπου Αλβανοί. Κάθε νεκρός δικαιούται τη θλίψη μας, αλλά εδώ μιλάμε για τόσο επιλεκτική ευαισθησία που τελικά σημαίνει αναισθησία.

Ο Χάντκε επιτίθεται με μανία κατά των δυτικών ΜΜΕ, για την παραπληροφόρησή τους, βάζοντας σε εισαγωγικά όλα όσα υποτίθεται δεν έκαναν οι Σέρβοι αλλά τους απέδωσαν οι προπαγανδιστές της Δύσης. Τίποτε από τα παρακάτω δεν έγιναν την προηγούμενη οκταετία κατά τον συγγραφέα: «Σφαγές», «στρατόπεδα συγκέντρωσης», «γενοκτονία», «εθνική κάθαρση», «μαζικοί βιασμοί», «ορδές», «χασάπηδες», «φιλοσέρβος» και σε ανάλογα γκροπλάν «χέρια σε συρματοπλέγματα» (έστω και αν είναι σύρμα για περιφράξεις) (σ. 20). Επαναλαμβάνουμε: όλα τα παραπάνω, σε εισαγωγικά, κατά τον συγγραφέα δεν συνέβησαν ποτέ και είναι αποκυήματα φαντασίας των δυτικών ΜΜΕ.

Ο Χάντκε έχει μια μανία με την περιγραφή της φύσης την οποία καθιστά ιερή. Είναι τα χώματα της Σερβίας, και ό,τι είναι σερβικό είναι ιερό. Η εγκληματική πολιτική του καθεστώτος Μιλόσεβιτς χάνεται μέσα σε αυτή την ωραία φύση. Επίσης δεν βλέπει στη συμπεριφορά της σερβικής μάζας καμία χειραγώγηση, απλώς την περιγράφει ως μέρος της φύσης.
Ο Χάντκε χρησιμοποιεί όλη τη μυθολογία για την ανεκτικότητα των Σέρβων και φυσικά δεν ξεχωρίζει τους καλούς από τους κακούς, τους θύτες από τα θύματα ανάμεσά τους. Όλοι είναι άγγελοι. Αφού δεν είδε τίποτα από το 1987 έως το 1991 και κατόπιν έως το 1999 να έκαναν οι Σέρβοι! (σ. 52) Αυτός είναι άθλος.

Ψάχνει παντού κάτι σατανικό, στις άλλες εθνοτικές ομάδες, ενώ αποκρύπτει οτιδήποτε αρνητικό για τους Σέρβους. Είναι σαν ένα φάντασμα που αναζητά φαντάσματα.
Στη Σρεμπρένιτσα δεν κάνει λόγο για τη γενοκτονία, αλλά για τους Σέρβους που εκδιώχθηκαν από το Σεράγεβο· αυτούς μόνο έβλεπε ως θύματα και όχι όλους τους κατοίκους του που ο Μλάντιτς βομβάρδιζε επί 41 μήνες (σ. 82).

Μιλάει για τις καφετέριες της Σερβίας, τα βουνά, τα ποτάμια, ζει σε άλλο κόσμο, και απλώς αποκρύπτει τη φρίκη των εγκλημάτων. Ψάχνει καταστροφές στη Σερβία αφού αγνόησε όλες τις άλλες.

Στις 23 Απριλίου 1999, στις 2:06 το πρωί, βομβαρδίστηκε η τηλεόραση του Βελιγραδίου με συνέπεια 16 νεκρούς. Όπως έγινε γνωστό, το καθεστώς είχε ειδοποιηθεί για τον βομβαρδισμό αυτόν, αλλά άφησε τους 16 νεαρούς να σκοτωθούν για να κατηγορηθεί ο ιμπεριαλισμός. Η μητέρα του ενός, η Ζάνκα Στογιάνοβιτς, έγραψε βιβλίο για τον γιο της Νεμπόισα που ήταν μεταξύ των θυμάτων. Η Ζάνκα σημείωσε: «Αυτό είναι κρατικό έγκλημα. Τα παιδιά θυσιάστηκαν επίτηδες». Ο διευθυντής της σερβικής τηλεόρασης Μιλάνοβιτς καταδικάστηκε το 2002 σε δέκα χρόνια φυλάκιση επειδή δεν διέταξε την εκκένωση του κτιρίου.

Ο Χάντκε, αναζητώντας μάρτυρες, βρήκε μια γυναίκα γιατρό στη Βοϊβοντίνα, η οποία δεν μπορεί να πιστέψει αυτά που κάνουν στο λαό της οι χώρες που επισκεπτόταν πάντα με μεγάλη χαρά (είχε πάει πολλές φορές στις ΗΠΑ). Αντί όμως να εκραγεί, ρωτά μόνο: «Μα είμαστε λοιπόν όντως τόσο ένοχοι;». «Για να γίνεται τέτοιο κακό θα πρέπει να υπάρχει φταίξιμο. Δεν είναι δυνατόν θα είμαστε ένοχοι, αλλά πώς και γιατί;». Και τα δικά της μάτια τώρα υγρά για τελευταία φορά σε αυτό το ταξίδι. (σ. 110-111).

Δυστυχώς, το καθεστώς στον παρανοϊκό του δρόμο είχε τεράστια επιδοκιμασία, λ.χ. έραναν με λουλούδια τα τεθωρακισμένα που πήγαιναν να καταστρέψουν το Βούκοβαρ. Ελάχιστες ήταν οι συγκεντρώσεις ανθρώπων που διαμαρτύρονταν για την εγκληματική δράση του καθεστώτος. Το ερώτημα της γυναίκας με τα δάκρυα στα μάτια καλύπτει το έγκλημα με αφελέστατο τρόπο.

Η στάση του Χάντκε είναι ρατσιστική, αφού δεν καταλαβαίνει την «πολιτική» εξουσία και ταυτίζει την εγκληματική δράση του με έναν ολόκληρο λαό που είναι το πρώτο θύμα χειραγώγησης. Για τις υπηρεσίες του προς το καθεστώς Μιλόσεβιτς, ο Χάντκε ανακηρύχθηκε το 2015 επίτιμος πολίτης του Βελιγραδίου, ενώ το 2012 είχε γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.

Σε αντίθεση με το αιτιολογικό της επιτροπής για την απονομή του Νόμπελ στον Χάντκε, ότι «με την γλωσσική του επινοητικότητα, εξερεύνησε την περιφέρεια και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης εμπειρίας», ο συγγραφέας μας έκανε το αντίθετο. Ως φανατισμένος οπαδός απέκρυψε και αποσιώπησε την ανθρώπινη εμπειρία ταυτιζόμενος με το καθυστερημένο περιθώριο και την χειραγωγημένη μάζα. Βέβαια, αυτή η στάση δεν έχει καμιά σχέση με την αναζήτηση της αλήθειας, την πνευματική εντιμότητα και την υπεράσπιση αξιών που θα όφειλε να στηρίζει η επιτροπή για το Νόμπελ.

Η έκκληση του Χάντκε για «δικαιοσύνη για τη Σερβία» σημαίνει δικαίωση και υπεράσπιση του Μιλόσεβιτς, επιδοκιμασία της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσας και όλων των εγκλημάτων του καθεστώτος. Ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 σήμαινε το τέλος του πολέμου, ενώ στην Ελλάδα, η οποία αγνόησε τα εγκλήματα της περιόδου 1991-1999, θεωρήθηκε ως ο πραγματικός πόλεμος.

Ο Χάντκε δεν πόνεσε και δεν έκλαψε για τους Σέρβους και τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας που οδηγήθηκαν σε ιστορική υποβάθμιση. Κλεισμένος στην ιδεολογική του απομόνωση και στον ναρκισσισμό του, έχοντας τη στήριξη του λαϊκισμού συνδιαλεγόταν με τους ομοίους του και απολάμβανε το χειροκρότημα. Δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους διανοουμένους της «Άλλης Σερβίας» που προειδοποιούσαν για την επερχόμενη καταστροφή και των οποίων τα κείμενα εκδόθηκαν και στα ελληνικά με τίτλο: Η επιβολή της βαρβαρότητας στη Γιουγκοσλαβία (Παρατηρητής,1998). Αυτοί οι διανοούμενοι που προσπαθούσαν να απαλλαγούν από την εγκληματική πολιτική, όπως οι Φίλιπ Ντάβιντ, Νεμπόισα Πόποβ, Βέσνα Πέσιτς, Ντούσαν Μακαβέγιεφ και δεκάδες άλλοι, ανήκαν σε άλλο κόσμο, ενώ ο Χάντκε πέρασε στην πλευρά της πνευματικής ανεντιμότητας. Η δραστηριότητά του επισφραγίστηκε με την επίσκεψή του στο Δικαστήριο της Χάγης, για να ενθαρρύνει τον Μιλόσεβιτς, αγνοώντας το κατηγορητήριο του ενός εκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων σελίδων που βάραινε το ίνδαλμά του, και την παρουσία του στη κηδεία του το 2006 όπου εκφώνησε ομιλία δικαίωσης των εγκλημάτων του.

Τι έμεινε από όλη αυτή τη δραστηριότητα του Χάντκε; Η καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας και της Σερβίας, εγκλήματα που θα βαραίνουν τις επόμενες γενιές και η ιστορική υποβάθμιση από την οικονομία ως τον πολιτισμό. Η βίαιη είσοδος των σερβικών μαζών στην ιστορία καθοδηγήθηκε από χειραγωγούς όπως ο Μιλόσεβιτς, αλλά βοηθήθηκε και από αδίστακτους δημαγωγούς όπως ο Χάντκε για τους οποίους η ηθική μετατράπηκε σε ανηθικότητα.

Αποδοκιμασία της
PEN America για τη βράβευση του Χάντκε
Η οργάνωση PEN America διά της προέδρου της, συγγραφέως Τζένιφερ Ίγκαν, εξέδωσε στις 10 Οκτωβρίου την παρακάτω ανακοίνωση ως απάντηση στην επιλογή του Πέτερ Χάντκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2019:

Η PEN America γενικά δεν συνηθίζει να σχολιάζει τις βραβεύσεις άλλων οργανισμών. Αναγνωρίζουμε ότι τέτοιες αποφάσεις είναι υποκειμενικές και ότι δεν υπάρχει ομοιομορφία ως προς τα κριτήρια. Η σημερινή ανακοίνωση ωστόσο για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Πέτερ Χάντκε δεν μπορεί παρά να αποτελέσει εξαίρεση. Μας κατέπληξε η επιλογή ενός συγγραφέα ο οποίος χρησιμοποίησε τον δημόσιο λόγο του για να υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια και να προστρέξει δημοσίως τους αυτουργούς μιας γενοκτονίας, όπως τον πρώην πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και τον ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάρατζιτς.

Από το 1948, οπότε εγκρίθηκε το Καταστατικό της ΡΕΝ, η οργάνωσή μας αγωνίζεται με συνέπεια ενάντια στις ψευδείς δημοσιεύσεις, στην επί τούτου ψευδολογία και στην παραποίηση της αλήθειας. Το Καταστατικό μας επίσης μας δεσμεύει να εργαζόμαστε με στόχο «τη διάλυση του μίσους και την υποστήριξη του ιδεώδους της ειρήνης και της ισότητας για την ανθρωπότητα ως ενιαίο σύνολο». Και απορρίπτουμε την απόφαση σύμφωνα με την οποία ένας συγγραφέας που έχει κατ’ επανάληψη αμφισβητήσει εγκλήματα πολέμου τόσο εξονυχιστικά τεκμηριωμένα αξίζει να επαινείται για τη «γλωσσική του επινοητικότητα». Τη στιγμή που παρατηρείται άνοδος των εθνικισμών, των αυταρχικών καθεστώτων και της παραπληροφόρησης σε όλον τον κόσμο, η κοινότητα των γραμμάτων αξίζει κάτι καλύτερο. Μας λυπεί βαθύτατα η επιλογή της Επιτροπής του Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

Richard Wolin, Τα Παιδιά του Χάιντεγκερ

13/09/2019 § Σχολιάστε

Χάνα Άρεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε (Με Προλεγόμενα του συγγραφέα για τη 2η έκδοση)
Μετάφραση: Μάνος Βασιλάκης / Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα, και το έργο του αποτέλεσε το ερέθισμα για πολλά πρωτότυπα και συναρπαστικά επιτεύγματα της νεωτερικής σκέψης. Η παρουσία του στις πανεπιστημιακές αίθουσες ήταν σαγηνευτική, και τη δεκαετία του 1920 προσήλκυε τους ευφυέστερους νεαρούς διανοούμενους της Γερμανίας. Πολλοί από αυτούς ήταν Εβραίοι, οι οποίοι θα έπρεπε εν τέλει να συμβιβάσουν τη φιλοσοφική και συχνά προσωπική αφοσίωσή τους στον Χάιντεγκερ με τις επαίσχυντες πολιτικές του αντιλήψεις.

Το 1933 ο Χάιντεγκερ συνέδεσε την τύχη του με τον εθνικοσοσιαλισμό. Ποδοπάτησε τη σταδιοδρομία Εβραίων φοιτητών και κατήγγειλε συναδέλφους του καθηγητές τους οποίους θεωρούσε ανεπαρκώς ριζοσπαστικούς. Επί σειρά ετών, υπέγραφε επιστολές και ξεκινούσε τις παραδόσεις του με τον χαιρετισμό «Χάιλ Χίτλερ!», ενώ μέχρι τέλους κατέβαλλε τη συνδρομή του στο ναζιστικό κόμμα. Εξίσου προβληματικές για τους πρώην φοιτητές του ήταν οι προσπάθειές του να θέσει την υπαρξιστική σκέψη στην υπηρεσία ναζιστικών επιδιώξεων, αλλά και το ότι ποτέ δεν αποκήρυξε τις ενέργειές του εκείνες.

Το βιβλίο διερευνά τους τρόπους με τους οποίους τέσσερις από τους σημαντικότερους Εβραίους φοιτητές του Χάιντεγκερ προσέγγισαν τη σχέση του δασκάλου τους με τους ναζί, καθώς και το πώς το γεγονός αυτό επηρέασε τη σκέψη τους. Η Χάνα Άρεντ, ερωμένη αλλά και φοιτήτρια του Χάιντεγκερ, έφθασε να συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Ο Καρλ Λέβιτ επέστρεψε στη Γερμανία το 1953 και σύντομα έγινε ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους της. Ο Χανς Γιόνας απέκτησε φήμη ως ο κορυφαίος φιλόσοφος του περιβαλλοντισμού στη Γερμανία. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε έγινε διάσημος ως διανοούμενος της Σχολής της Φραγκφούρτης και μέντορας της Νέας Αριστεράς.

Γιατί δεν κατόρθωσαν οι λαμπρές εκείνες διάνοιες να αντιληφθούν τι έκρυβε η καρδιά του Χάιντεγκερ και τι επιφύλασσε το μέλλον στη Γερμανία; Πώς, μετά τον πόλεμο, θα επανεκτιμούσαν τις γερμανικές διανοητικές παραδόσεις; Θα μπορούσαν άραγε να περισώσουν κάποιες πτυχές της σκέψης του Χάιντεγκερ; Η φιλοσοφία τους θα αντανακλούσε ή θα απέρριπτε εντελώς τις πρώιμες σπουδές τους; Θα μπορούσαν άραγε οι χαϊντεγκεριανοί εκείνοι να συγχωρήσουν, ή ακόμη και να προσπαθήσουν να κατανοήσουν, την προδοσία του ανθρώπου που τόσο θαύμασαν; Τα Παιδιά του Χάιντεγκερ εντάσσουν τις παραδοξότητες αυτές σε μια ευρύτερη σκληρή ειρωνεία της τύχης: οι Ευρωπαίοι Εβραίοι βίωσαν τη μεγαλύτερη συμφορά τους αμέσως μετά την πληρέστερη αφομοίωσή τους. Το βιβλίο βρίσκει στις αντιδράσεις τους απαντήσεις σε ερωτήματα για τη φύση της υπαρξιακής απογοήτευσης και για το σημείο όπου οι ιδέες συναντούν την πολιτική.

*

Διαβάστε ενδεικτικές σελίδες του βιβλίου, εδώ

Where Am I?

You are currently browsing the των βιβλίων category at αγριμολογος.