[Aνδρέας Εμπειρίκος, Οι χαρταετοί ·

19/02/2018 § Σχολιάστε

Σε ωρισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακροκεραύνια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλι, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους χάρτινους κομήτες με τις μακρυές ουρές. Ουράνιοι δράκοι πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέωμα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη· η έκστασις γαλάζια. Η πόλις αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα, από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(από την Οκτάνα, Ίκαρος 1980)

Advertisements

[στο πολιτισμένο ερωτικό διεγερτικό του ρούχου ·

17/02/2018 § Σχολιάστε

Κρυβόταν το μικρό άσπρο ζώο
που άφηνε να το ψάχνουν και που γινόταν έτσι φοβερά ποθητό…

«[…] Εκείνη την εποχή οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια κλειστά από το λαιμό ίσαμε τους αστραγάλους, στους δε άντρες, παρότι αυτοί φορούν ακόμα και σήμερα παρόμοια με τα τοτινά ρούχα, εκείνη την εποχή ήταν πιο ταιριαστά, γιατί προβάλλοντας προς τα έξω την πλήρη αυτοτέλεια και αυστηρή επιφύλαξη, που είναι ένδειξη ανθρώπου του κόσμου, ήταν ακόμα οργανικά συνδεδεμένα με τον τρόπο ζωής τους. Η διάφανη σαν νερό ειλικρίνεια του γυμνού θα φαινόταν ακόμα και σε έναν άνθρωπο με λίγες προκαταλήψεις, που κανενός είδους αιδώς δεν θα τον εμπόδιζε να εκτιμήσει το γυμνό κορμί, σαν επιστροφή στο ζωώδες, όχι εξαιτίας της γύμνιας αλλά εξαιτίας της παραίτησης από το πολιτισμένο ερωτικό διεγερτικό του ρούχου. Μάλιστα θα μπορούσε εκείνη την εποχή να μιλήσει κανείς και για επιστροφή σε μια κατάσταση κατώτερη του ζώου· διότι ένα τρίχρονο άλογο καλής ράτσας και ένα παιχνιδιάρικο λαγωνικό, γυμνά έχουν μεγαλύτερη εκφραστικότητα απ’ αυτήν στην οποία μπορεί να φτάσει το ανθρώπινο κορμί. Αντίθετα, δεν μπορούν να φορέσουν ρούχα· έχουν μόνο δέρμα, ενώ οι άνθρωποι τότε είχαν ακόμη πολλά δέρματα. με το τεράστιο φόρεμα, τα βολάν, τα φουσκώματα, τις σαν καμπάνες φούστες, τους πτυχωτούς καταρράκτες, τις δαντέλες και τους πλισέδες του, είχαν δημιουργήσει μια επιφάνεια πέντε φορές μεγαλύτερη από την αρχική που σχημάτιζε ένα πλούσιο σε πτυχές, δυσπρόσιτο, φορτισμένο με ερωτική ένταση κάλυκα μέσα στον οποίο κρυβόταν το μικρό άσπρο ζώο που άφηνε να το ψάχνουν και που γινόταν έτσι φοβερά ποθητό. Ήταν η συνήθης μέθοδος που χρησιμοποιεί και η ίδια η φύση όταν προστάζει τα πλάσματά της να ορθώνουν την τρίχα ή να εκβάλουν σκοτεινά σύννεφα για να επιτείνουν, μες στον έρωτα και τον τρόμο, τις πεζές διαδικασίες, που είναι και ο σκοπός, ως το σημείο της υπερφυσικής τρέλας.[…]»

[Robert Musil, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μτφρ. Τούλα Σιέτη, εκδόσεις Οδυσσέας 1992

[R a b i n d r a n a t h ·

16/02/2018 § Σχολιάστε

Rabindranath Tagore (1861–1941)

Όπου το μυαλό είναι χωρίς φόβο και το κεφάλι στέκει ψηλά
Όπου η γνώση είναι ελεύθερη
Όπου ο κόσμος δεν έχει θρυμματιστεί
Από στενούς κοινοτικούς τοίχους
Όπου οι λέξεις βγαίνουν από τα βάθη της αλήθειας
Όπου ακάματος μόχθος απλώνει βραχίονες προς την τελειότητα
Όπου η σαφής ροή του λόγου δεν έχει χάσει την αποστολή της
Μέσα στη θλιβερή έρημο της νεκρής συνήθειας
Όπου ο νους οδηγείται από εσένα
Στη συνεχή διευρυνόμενη σκέψη και δράση
Σε αυτόν τον ουρανό της ελευθερίας, Πατέρα μου, κράτα την πατρίδα μου ζωντανή

*

Where the mind is without fear and the head is held high
Where knowledge is free
Where the world has not been broken up into fragments
By narrow domestic walls
Where words come out from the depth of truth
Where tireless striving stretches its arms towards perfection
Where the clear stream of reason has not lost its way
Into the dreary desert sand of dead habit
Where the mind is led forward by thee
Into ever-widening thought and action
Into that heaven of freedom, my Father, let my country awake

Ινδός συνθέτης, συγγραφέας και φιλόσοφος, του οποίου το έργο είχε σημαντική επίδραση στη λογοτεχνία και τη μουσική της Βεγγάλης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και στον οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1913.

[Η απόδοση από τα αγγλικά είναι του αγριμολόγου

[που χάιδευ’ η άσωτη πνοή ·

10/02/2018 § Σχολιάστε

Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ’ ανάερο δρόμο…
K’ εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ’ αλλουνού τον ώμο
ρωτάμε: «T’ είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ’ τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;»
Kι άχνισα – τόσα ήταν τα μύρα –
άχνισα κ’ έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ’ η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K’ έσκυψ’ απάνω από τ’ αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ’ άνθι ακέριο να του πιω·
– βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου –
κι όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά ‘πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά ‘πια· κι ως σ’ άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…

*
[από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968 – via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.