Czeslaw Milosz, Σπουδή μοναξιάς

14/09/2019 § Σχολιάστε

Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς

Φρουρός σ’ έναν ατέρμονα αγωγό στην έρημο;
Απόσπασμα ενός ανδρός σε κάστρο μές στην άμμο;
Όποιος και αν ήταν. Την αυγή είδε βουνά αυλακωμένα στο
Χρώμα της στάχτης, κι απάνω η σκοτεινιά που ξεθωριάζει
Βουτηγμένη στο μενεξελί, σπάζοντας σ’ ένα ρευστό κόκκινο
Ώσπου σταθεροποιείται, τεράστια, σ’ ένα φως πορτοκαλί.
Μέρα τη μέρα, και, πριν το νιώσει, χρόνο με το χρόνο.
Για ποιον, ρωτιέται, αυτό το θάμπος; Για μένα μόνο;
Ωστόσο, θα παραμείνει κι αφού εγώ χθώ.
Τί είναι τάχα για το μάτι της σαύρας; Πώς είναι κοιταγμένο από
—–διαβατάρικο πουλί;
Αν είμαι όλη η ανθρωπότητα, υπάρχει τίποτα χωρίς εμένα;
Κι ήξερε πως δεν είχε νόημα να φωνάζει, κανείς δεν μπορούσε
—–να τον σώσει.

*

Ποιητής που τιμήθηκε με Νόμπελ για τη λογοτεχνία το 1980. Γεννήθηκε στη Λιθουανία και μεγάλωσε στη Βίλνα της Πολωνίας. Έγραφε στην πολωνική. Το ποίημα, μαζί με άλλα, έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά, από τη συλλογή Bells in Winter που κυκλοφόρησε το 1980 στην Αγγλία. Πρέπει να σημειωθεί πως τα ποιήματα αυτής της συλλογής έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον ίδιο Μίλος με τη συνεργασία της Lillian Vallee. – Α’ δημοσίευση, περιοδικό «λέξη» τ. 13. Μάρτιος-Απρίλιος 1982.

Advertisements

[εκπέπτωκος θεός·

22/06/2019 § Σχολιάστε

Ted Hughes (1930-1998)

Απόσπασμα του ποιήματος, το 1ο από 3 μέρη

[…]

I

Ξύπνησα από την κραυγή: «Είμαι το Άλφα και το Ωμέγα».
Βράχια και λιγοστά δέντρα τρεμούλιαζαν
Βαθιά στη χώρα τους.
Έτρεξα και μια απουσία δίπλα μου αναπήδούσε.

Ο θεός του σκύλου είναι το αποφάι που έπεσε απ’ το τραπέζι.
Ο σωτήρας του ποντικού είναι ο σπόρος του ώριμου σταριού.
Ακούγοντας του Μεσσία την κραυγή
Το στόμα μου χάσκει με θαυμασμό.

[…]

[Ted Hughes, Μετάφραση Μιράντα Σταυρινού -A’ δημοσίευση, περιοδικό «η λέξη», Οκτώβριος 1985, τ.48

[ένας κόσμος νεκρός ·

21/06/2019 § Σχολιάστε

Ένας κόσμος νεκρός
πίνει το παγωμένο γάλα του
βάρκες πηγαίνουν έρχονται
φέρνουν κι άλλους νεκρούς
μητέρες χάνουν τα παιδιά τους
παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους
τέρατα χαρτοπαίζουν
— Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος
ξάφνου πάλι μιλάει
η κυρία σκατό και καρπούζι
όσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη
——————το μαχαίρι της
και ν’ αρχίσει να σφάζει

*
[Μίλτος Σαχτούρης

[οι μοιραίοι ·

15/06/2019 § Σχολιάστε

Κώστας Βάρναλης, 1884 – 1974

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω, πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού·
ω της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε σβήνετε μακριά μας
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

Έτσι, στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·
σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.