[τα μικρά καθημερινά ως κοινωνικό άθροισμα ·

18/03/2019 § Σχολιάστε

Το έργο που παράγουν οι μύες ενός πολίτη, ο οποίος ολόκληρη τη μέρα τραβά ήσυχα το δρόμο του, είναι σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο ενός αθλητή που μια φορά την ημέρα σηκώνει ένα τεράστιο βάρος· το έχει αποδείξει και η Φυσιολογία· επομένως και τα μικρά καθημερινά έργα ως κοινωνικό άθροισμα και λόγω της ικανότητάς τους να αθροίζονται φέρνουν στον κόσμο πολύ μεγαλύτερη ενέργεια απ’ ότι οι ηρωικές πράξεις· μάλιστα, το ηρωικό έργο φαίνεται κυριολεκτικά μικροσκοπικό, σαν κόκκος άμμου που εναποτίθεται με τεράστια αυταπάτη πάνω σ’ ένα βουνό.[…]

*

[Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μτφρ. Τούλα Σιέτη, εκδόσεις Οδυσσέας

Advertisements

[Rainer-Maria Rilke: Η επιστροφή του ασώτου ·

12/03/2019 § Σχολιάστε

«Δεν γνωρίζουμε αν παρέμεινε·
ξέρουμε μόνο πως επέστρεψε.»

«Θα είναι δύσκολο για κάποιον να με πείσει πως η ιστορία του Ασώτου δεν είναι ο θρύλος κάποιου που δεν ήθελε να αγαπηθεί. Όταν ήταν παιδί όλοι τον αγαπούσαν στο σπίτι του. Μεγάλωσε μη γνωρίζοντας τίποτ’ άλλο, γιατί είχε συνηθίσει την τρυφερότητα της καρδιάς τους.
Όμως το αγόρι ήθελε να απαλλαγεί από τις συνήθειές του. Δεν μπορούσε να το πει, αλλά, ακόμα και όταν τριγυρνούσε όλη την ημέρα, δεν ήθελε να τον ακολουθούν ούτε τα σκυλιά, επειδή κι αυτά του έδειχναν αγάπη […]
Πολύ αργότερα θα θυμηθεί πόσο αποφασισμένος ήταν εκείνη την εποχή να μην αγαπήσει ποτέ, για να μην φέρει κανέναν στη φοβερή θέση να αγαπηθεί. […]
Η εσωτερική του γαλήνη ήταν τόσο μεγάλη που αποφάσισε να ολοκληρώσει αναδρομικά όλα εκείνα που δεν μπόρεσε παλιότερα να πραγματοποιήσει, γι’ αυτό τα είχε αφήσει να περιμένουν. Αναπόλησε προπάντων τα παιδικά του χρόνια, που όσο πιο πολύ τα έφερνε στο νου του τόσο πιο ημιτελή του φαίνονταν• όλες του οι αναμνήσεις είχαν την ασάφεια των προαισθημάτων και, επειδή ανήκαν στα περασμένα, έμοιαζαν λες και ήταν σχεδόν μελλοντικές. Για να τα επεξεργαστεί όλα αυτά σε μεγάλο βάθος, πήρε την απόφαση να επιστρέψει ως ξένος στο σπίτι του. Δεν γνωρίζουμε αν παρέμεινε· ξέρουμε μόνο πως επέστρεψε.»

*

[Rainer-Maria Rilke, Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, εκδόσεις Κίχλη, via politeianet]

[«Γι’ αυτό α κ ρ ι β ώ ς είμαι ο Διάβολος»·

18/02/2019 § Σχολιάστε

Fernando Pessoa

«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».

Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια.

«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ’ αλήθεια ο Διάβολος, και γι’ αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ΰπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι’ αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα προσέβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο.

»Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν — αφενός γιατί δεν χρησιμεύει σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.

»Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ’ αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ’ ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω.

»Άλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν — όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των σύγχρονων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ’ εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ίσως όμως και να μην είναι ψέματα, γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ.

»Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι;

»Αυτό ακριβώς σημαίνει ο αριθμός 18 της μεγάλης μυστικής κλείδας. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω καλά το Ταρό, γιατί ακόμη δεν κατάφερα να μάθω τα μυστικά του, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους στον κόσμο που το κατέχουν τέλεια».

«Δεκαοκτώ; Ο άντρας μου έχει το βαθμό 18 στη Μασονία».

«Στη Μασονία; Όχι. Σε ένα από τα τελετουργικά της Μασονίας. Αλλά παρ’ όλα όσα λέγονται, δεν έχω καμία σχέση με τη Μασονία και ακόμη λιγότερο με το βαθμό αυτό. Αναφερόμουν στον αριθμό 18 της μεγάλης μυστικής κλείδας του Ταρό, δηλαδή του κλειδιού ολόκληρου του σύμπαντος, που άλλωστε γνωρίζω ελλιπώς, όπως και την Καβάλλα, την οποία οι δάσκαλοι του Μυστικού Δόγματος γνωρίζουν καλύτερα από μένα.

»Αλλά ας αφήσουμε αυτή την καθαρά δημοσιογραφική ενημέρωση. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαι ο Διάβολος. Ας είμαστε λοιπόν διαβολικοί. Πόσες φορές με ονειρευτήκατε;»

«Απ’ όσο ξέρω, ποτέ», απάντησε χαμογελώντας η Μαρία, κοιτάζοντάς τον με τα μάτια ορθάνοιχτα.

«Δεν ονειρευτήκατε ποτέ τον Πρίγκιπα του παραμυθιού, τον Τέλειο Άντρα, τον ακαταπόνητο εραστή; Δεν νιώσατε ποτέ δίπλα σας, σαν σε όνειρο, αυτόν που θα σας χάιδευε όπως δεν χαϊδεύει κανείς, αυτόν που θα ήταν δικός σας σαν να ήσασταν μέσα του, αυτόν που θα ήταν ταυτόχρονα πατέρας, άντρας και γιος σας, σε μια τριπλή και ταυτόχρονα μοναδική αίσθηση;»

«Αν και δεν σας καταλαβαίνω απόλυτα, ναι, νομίζω πως σκέφτηκα και ένιωσα έτσι. Είναι λίγο δύσκολο, ξέρετε, να το ομολογήσει κανείς».

«Ήμουν εγώ, ανέκαθεν εγώ, εγώ ο Όφις —αυτός είναι ο ρόλος που μου δόθηκε — από τη γένεση του κόσμου. Πρέπει διαρκώς να βάζω τους άλλους σε πειρασμό, αλλά, βέβαια, με τη μεταφορική και την απλοϊκή έννοια της λέξης, γιατί ο πραγματικός πειρασμός είναι άσκοπος».

«Οι Έλληνες είναι αυτοί που με την παρεμβολή του Ζυγού έκαναν τα δέκα αρχικά ζώδια του ζωδιακού κύκλου έντεκα.

»Και ο Όφις, με την εισαγωγή της κριτικής, μετέτρεψε ουσιαστικά την αρχική δεκάδα σε δωδεκάδα. […]»

«Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα».

«Ας μην καταλαβαίνετε. Ακούστε απλώς. Κάποιοι άλλοι θα καταλάβουν».

«(…) Οι καλύτερες δημιουργίες μου — το σεληνόφως και η ειρωνεία».

«Δεν μοιάζουν και πολύ μεταξύ τους…»

«Όχι, γιατί ούτε κι εγώ μοιάζω με τον εαυτό μου. Αυτό μου το ελάττωμα είναι και η αρετή μου. Γι’ αυτό ακριβώς είμαι ο Διάβολος».

***

[Φερνάντο Πεσσόα, Η ώρα του Διαβόλου, Μετάφραση – Εισαγωγή – Επίμετρο: Μαρία Παπαδήμα —Εξάντας, 2000

[Πώς ο Γκρανγκουζιέ αναγνώρισε τη θαυμαστή διάνοια του Γαργαντούα από την εφεύρεση ενός κωλοσφουγγιού·

16/02/2019 § Σχολιάστε

Γκροτέσκα εικόνα του Pantagruel από τον Gustave Doré.

Ενώ έκλεινε τα πέντε του χρόνια, ο Γκρανγκουζιέ, επιστρέφοντας από την ήττα των Καναρριανών, πήγε να δει το γιο του Γαργαντούα! Ένιωσε αγαλλίαση, όπως ένας τέτοιος πατέρας μπορούσε να νιώσει βλέποντας ένα τέτοιο παιδί και, καθώς τον φιλούσε και τον έσφιγγε στην αγκαλιά του, του έκανε ένα σωρό παιδιάστικες ερωτήσεις. Κι ήπιε συναγωνιζόμενος αυτόν και τις γκουβερνάντες του, τις οποίες μεταξύ των άλλων ρώτησε με μεγάλο ενδιαφέρον αν τον είχαν κρατήσει καθαρό και στ’ άσπρα του. Σε αυτή την ερώτηση , ο Γαργαντούας απάντησε  πως είχε λάβει τα μέτρα του με τέτοιο τρόπο, ώστε σε όλη τη χώρα δεν υπήρχε αγόρι καθαρότερο από την αφεντιά του.

«Πώς έτσι ; είπε ο Γκρανγκουζιέ.

– Ανακάλυψα, απάντησε ο Γαργαντούας, μετά από μακροχρόνιες και λεπτομερείς έρευνες, έναν τρόπο να σκουπίζω τον πισινό μου. Πρόκειται για τον πιο αρχοντικό, τον πιο καλό και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο που είδε ποτέ άνθρωπος.

– Ποιον τρόπο; είπε ο Γκρανγκουζιέ .

– Αυτό θα σου διηγηθώ ευθύς αμέσως , είπε ο Γαργαντούας :

«Σκουπίστηκα μια φορά με το βελούδινο κασκολί μιας δεσποινίδας και το βρήκα μια χαρά, γιατί η απαλότητα του βελούδου του μου προξένησε άφατη απόλαυση στον πάτο μου . ‘Αλλη μια φορά με τη σκουφίτσα της ίδιας δεσποινίδας και το αποτέλεσμα υπήρξε πανομοιότυπο. Μιαν άλλη φορά μ’ ένα λαιμομάντιλο. Μιαν άλλη φορά με τ’ αυτάκια μιας σκούφιας από πορφυρό σατέν , αλλά τα στολίσματα , καμωμένα από ένα σωρό σκατένιες χάντρες, μου έγδαραν όλο τον αφεδρώνα . Κι είθε ο μακαρίτης ο άγιος Αντώνιος να κάψει την κωλοτρυπίδα του χρυσοχόου που τις έραψε και της κυράς που τις φορούσε! Αυτό το κακό πέρασε , σκουπίζοντας τον πισινό μου μ’ ένα καπέλο νεαρού ακόλουθου, όμορφα πλουμισμένο με φτερά σαν μισθοφόρου  Ελβετού. Ύστερα, ενώ τα έκανα πίσω από ένα φράχτη, βρήκα μια μαρτιάτικη γάτα και σκουπίστηκα, αλλά τα νύχια της μου ξέσκισαν όλο το περίνεο. Γιατρεύτηκα την επόμενη μέρα, όταν σκουπίστηκα με τα γάντια της μάνας μου, άριστα αρωματισμένα με γιασεμούνι. Ύστερα σκουπίστηκα με σφάκα , μάραθο , άνηθο, μαντζουράνα, τριαντάφυλλα, κολοκυθόφυλλα, κουνουπιδόφυλλα, σεσκλόφυλλα, αμπελόφυλλα, αγριομολόχες, φλόμο (σου κοκκινίζει τον κώλο), με μαρουλόφυλλα και φύλλα από σπανάκι -και μη ρωτάς τι ωφέλεια βρήκα!- με παρθενούδι, με υδροπέπερι [ή κωλόλυσσα], με τσουκνίδες, με σύμφυτο. Μ’ έπιασε όμως τέτοια κωλοπιλάλα, από την οποία γιατρεύτηκα, σκουπίζοντας τον πισινό μου με την πεοδόχη μου . Ύστερα σκουπίστηκα με τα σεντόνια, με την κουβέρτα, με τις κουρτίνες, μ’ ένα μαξιλάρι, μ’ ένα χαλί, με μια πράσινη τσόχα, μ’ ένα ξεσκονόπανο, με μια πετσέτα, μ’ ένα μυξομάντιλο, με μια ρόμπα. Σε όλα αυτά βρήκα περισσότερη ευχαρίστηση απ’ όση νιώθουν οι ψωριάρηδες, όταν τους περνάνε με το ξυστρί.

– Πολύ ωραία, είπε ο Γκρανγκουζιέ, αλλά ποιο κωλοσφούγγι βρήκες καλύτερο;

– Πλησιάζουμε, είπε ο Γαργαντούας, κι όπου να ‘ναι θα το μάθεις [πού κολλάει όλο ετούτο] το Κύριε ελέησον . Σκουπίστηκα με σανό, με άχυρο, με γουρουνοκύστη, με στουπί , με μαλλί, με χαρτί. Όμως πάντα θα βρει στ’ αρχίδια του αρχή σκατού να πήζει, όποιος το βρόμιο κώλο του με χαρτί τον σκουπίζει.

– Μπα , είπε ο Γκρανγκουζιέ, βρε αρχιδάκι μου, μήπως κόλλησες στο Φλασκί και σου κολλήθηκαν οι ρίμες κιόλας;

– Νουαί, βασιλιά μου, είπε ο Γαργαντούας, ριμάρω τόσο και παραπάνω. Και καθώς με τις ρίμες αυτώνομαι, σιναχώνομαι.

-‘Ακουσε τι λένε στους χέστηδες οι τοίχοι της χρείας μας:

Του σκατούμενου
τσιρλούμενου
κλανιάρη
και χεζιάρη
το σκατό του
στο φευγιό του
μας ραντίζει
τον καθένα.
Βρε βρομιάρη,
κουραδίζεις
και στραγγίζεις,
τ’ α·ί-Αντώνη να σε κάψει η φωτιά,
αν καθεμιά
απ’ τις τρύπες σου ,
που χάσκουν ετσιδά,
δε σκουπίζεις προτού να φύγεις μακριά.

«Θέλεις λίγο ακόμα από τέτοια λόγια;

– Νουαί , απάντησε ο Γκρανγκουζιέ.

– Τότε, είπε ο Γαργαντούας, ιδού ένα:

ΡΟΝΤΟ
Χέζοντας τις προάλλες μύρισα
το φόρο που στον κώλο μου χρωστάω.
Αλλιώτικη βγήκε μυρουδιά απ’ ό,τι συνηθάω
κι άρχισα να βρομοκοπάω.
Αχ! αν κάποιος μου ‘φερνε τη ρήγισσα,
την κόρη που περίμενα [και λαχταράω]
χέζοντας
θα ‘πιανα να της καλαφάτιζα την τρύπα
απ’ όπου κατουράει καταπώς ξέρω κι είπα.
Και τα δαχτύλια της στο μεταξύ
την τρύπα του σκατού μου θα βόλευαν μαζί,
χέζοντας».

«Για πες τώρα, αν σου κοτάει, πως δεν ξέρω τι μου γίνεται! Μα τη μούνα του Χριστού, δεν τα έφτιαξα εγώ , αλλά ακούγοντας ετούτη εδώ τη γιαγιούλα που βλέπεις να τ’ απαγγέλλει, τα πήρα και τα έριξα στο δίχτυ της μνήμης μου .

– Ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας , είπε ο Γκρανγκουζιέ.

– Ποιο; ρώτησε ο Γαργαντούας. Το χέσιμο;

– Όχι, είπε ο Γκρανγκουζιέ , το κωλοσφούγγισμα.

– Θα βγάλεις όμως να πληρώσεις, ρώτησε ο Γαργαντούας, μια βαρέλα μπρούσκο κρασί, να σου παραβγώ σε αυτό το θέμα;

– Ναι, μα την αλήθεια, απάντησε ο Γκρανγκουζιέ.

– Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για κωλοσφούγγισμα, είπε ο Γαργαντούας, εκτός αν υπάρχει βρομισιά. Και δεν μπορεί να υπάρχει βρομισιά, αν δεν υπάρχει χέσιμο. Συνεπώς, πρέπει να χέσουμε , πριν σκουπίσουμε τον κώλο μας.

– Ω, είπε ο Γκρανγκουζιέ , τι λογικός που είσαι, αγοράκι μου χρυσό. Μια από αυτές τις μέρες θα σε βάλω να περάσεις δόκτορας στη φαιδρή σοφία, μα το Θεό, γιατί έχεις μυαλό περισσότερο απ’ ό,τι περιμένει κανείς από την ηλικία σου. Συνέχισέ μου λοιπόν, σε παρακαλώ, αυτή τη σφουγγοκωλαρική κουβέντα. Και, μα το γένι μου, αντί για μια βαρέλα μπρούσκο θα σου δώσω πενήντα πιθάρια, εννοώ πενήντα πιθάρια από αυτό το σπουδαίο κρασί της Βρετάνης, που δε βγαίνει στη Βρετάνη, αλλά σ’ εκείνο τον εύφορο τόπο της Βερόνης

-Ύστερα, είπε ο Γαργαντούας, σκούπισα τον πισινό μου μ’ ένα φέσι, μ’ ένα μαξιλάρι , μια παντούφλα, μια κυνηγετική τσάντα, ένα καλάθι (τι δυσάρεστο κωλοσφούγγι κι αυτό!) και κατόπιν μ’ ένα καπέλο. Και σημείωσε πως, μεταξύ των καπέλων, υπάρχουν άλλα από τσόχα ξυρισμένη, άλλα τρίχινα, άλλα βελούδινα κι άλλα ταφταδένια. Το καλύτερο απ’ όλα τους είναι το τρίχινο, γιατί σου κάνει ένα γερό καθάρισμα από τα κόπρανα. Ύστερα σκουπίστηκα με μια κότα, μ’ έναν κόκορα, μ’ ένα κοτοπουλάκι , με το πετσί ενός μοσχαριού, ενός λαγού, ενός περιστεριού, ενός κορμοράνου, με το χαρτοφύλακα ενός δικηγόρου , με μια κουκούλα , μ’ ένα τσεμπέρι , μ’ ένα πετσί.

» Για να κλείσουμε όμως αυτό το κεφάλαιο, λέω κι υποστηρίζω πως δεν υπάρχει καλύτερο κωλοσφούγγι από ένα χηνάκι με μπόλικα φτεράκια, αρκεί να του κρατάς το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια . Σου δίνω το λόγο μου πως νιώθεις μια θεσπέσια απόλαυση στην κωλοτρυπίδα, τόσο εξαιτίας της απαλότητας του φτερώματος, όσο και λόγω της όμορφης ζέστης από το χηνάκι,

που μεταδίδεται εύκολα από το κωλάντερο στ ‘ άλλα σωθικά ως την περιοχή της καρδιάς και του μυαλού. Μην πιστεύεις πως η μακαριότητα των ηρώων και των ημιθέων που βρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία οφείλεται στους ασφόδελούς τους, στην αμβροσία ή το νέκταρ, όπως λένε ετούτες εδώ οι γριές. Οφείλεται (κατά τη γνώμη μου) στο γεγονός ότι σκουπίζουν τον κώλο τους μ’ ένα χηνάκι . Κι αυτή είναι επίσης η γνώμη του δασκάλου Ιωάννη Σκότου ».

Η εποχή όπου γεννιέται , δρα και δημιουργεί ο Φρανσουά Ραμπελαί (1483;-1553) είναι ένα μεταίχμιο: ο κόσμος του Μεσαίωνα, αυτός που διατηρεί τις δοξασίες και τον τρόπο ζωής, ο οποίος αναλλοίωτος σχεδόν έρχεται από την αρχαιότητα και τη φεουδαρχία ως τα μέσα του 15ου αιώνα, έχει παρέλθει. Η οικουμένη παίρνει άλλες διαστάσεις με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, η Γη παίρνει άλλο σχήμα, αφού ο Μαγγελάνος κάνει το γύρο της, και ο πλανήτης παύει να είναι το κέντρο του σύμπαντος, αφού κινείται δουλικά γύρω από τον ήλιο. Αν μια άλλη αντίληψη του κόσμου και της Φύσης δεν έχει ακόμα παγιωθεί, το βέβαιο είναι πως τα παλιά σχήματα έχουν υπονομευτεί. [ μέρος του προλόγου «Ο Φρανσουά Ραμπελαί και η εποχή του» Μια επισκόπηση του μεταφραστή]

[Φρανσουά Ραμπελαί, Γαργαντούας -Κεφάλαιο δέκατο τρίτο, Μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις: Φ.Δ. Δρακονταειδήςεκδόσεις ©Πατάκη -Α’ έκδοση 1988]

 

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.