[ φραγκοσυκιές, οι απτόητες ·

03/07/2020 § Σχολιάστε

Δημήτρης Πετσετίδης (1940-2017)

✴︎

Τα φραγκόσυκα τρώγονται κρύα. Έτσι, ξυπνούσαμε με το χάραμα, παίρναμε ένα μαχαίρι κι ένα πιρούνι, κόβαμε μια κλάρα από σκίνο για να τινάζουμε τ’ αγκάθια και ανηφορίζαμε κατά το Μακροσπήλιο, στις φραγκοσυκιές. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά εμείς δεν είχαμε ιδεί ακόμη τι θα πει ειρήνη.

Τα φύλλα κάθε φραγκοσυκιάς ήσαν γεμάτα από χαραγμένα αρχικά ονομάτων και ημερομηνιών. Περνούσαν οι χίτες την ημέρα, άφηναν τα επισκεπτήριά τους με σουγιάδες, περνούσαν οι αντάρτες τις σεληνόφωτες νύχτες, χάραζαν κι αυτοί το όνομά τους πάνω στα φύλλα. Και οι φραγκοσυκιές, απτόητες, συνέχιζαν να καρποφορούν, χωρίς να επηρεάζονται από τέτοια τράυματα, όσο πολλά κι αν ήσαν αυτά.

*
[Δημήτρης Πετσετίδης, Λυσσασμένες αλεπούδες, Κέδρος 2007

✴︎

[η τέχνη ·

02/07/2020 § Σχολιάστε

Στράτης Μυριβήλης (1890-1969)

Πήρα να διαβάσω ένα νέο μυθιστόρημα και είδα πως σε κάθε σελίδα υπήρχε και μια σεξουαλική περιγραφή. Σταμάτησα το διάβασμα, πήγα σ’ ένα φαρμακείο, αγόρασα δέκα λαστιχένιους προφυλαχτήρες καλής μάρκας, απ’ αυτές ποπυ διαφημίζουν τα δημόσια ουρητήρια. Τους φόρεσα στα δάχτυλά μου, κ΄έτσι ξανάπιασα άφοβα το «λογοτεχνικό έργο» και το τέλειωσα χωρίς φόβο και χωρίς «πάθος».

*

Βέβαια η τέχνη μπορεί να φυτρώσει πάνω στα πιο ακάθαρτα της ζωής. Μα αυτό θα πει να τη μετουσιώσει απόλυτα. Κι ο βασιλικός βγαίνει πάνω σε κοπριά ― όμως πώς μυρίζει αυτός!

*

Οι λόγοι που κάνουν τις βιβλιογραφίες των ασήμαντων σημειωματογράφων μου θυμίζουν ζωηρά τις όρνιθες που περιμένουν κάτω από την ουρά των γαϊδάρων πότε να πέσει κάτι, για ν’ασχοληθούν εμπεριστατωμένα μ΄αυτό. Τα περισσότερα αποδελτιωμένα κείμενα είναι κάτι τέτοιο και σε ποιότητα και σε καταγωγή.

[Πάρετε μόνοι σας την ευθύνη, εγώ βιβλία δεν καίω ·

24/06/2020 § Σχολιάστε

Στρατής Τσίρκας (1911-1980)

«Είσαι σάπιος άνθρωπος, μωρέ, του λέω. Και όταν ένα κίνημα έχεις σάπιους στην ηγεσία του, ή σαπίζει ολάκερο ή τους ξερνάει. Εγώ το λαό μας τον ξέρω. Θα σε ξεράσει»

«[…] Μου λένε – Άκουσε εδώ. Η Λέσχη σου συκοφαντεί τους λαϊκούς αγωνιστές και το κίνημα. Πρέπει να την αποκηρύξεις. Διαφορετικά…
Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα.
Εκείνοι όμως ήταν ανένδοτοι: «Ή την αποκηρύχνεις ή…».
Κι εγώ τους λέω: – Πάρετε μόνοι σας την ευθύνη, εγώ βιβλία δεν καίω.
Τότε μου είπαν πως η απόφαση ήταν κιόλας βγαλμένη: «Ή… ή…».
Κι εγώ αποκρίθηκα: Ό,τι βλέπω καταθέτω, μια μαρτυρία. Δεν είναι η συνείδησή μου καπέλο να την πάρω από τούτο το καρφί και να την κρεμάσω στο άλλο[…]».

«Η Ιστορία πλάθει τον εαυτό της με τέτοιο τρόπο ώστε το τελικό αποτέλεσμα ξεπηδάει πάντα μέσα από συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που κάθε μια τους πάλι έγινε ό,τι είναι χάρις σε πάμπολλες ειδικές συνθήκες ζωής. Έτσι είναι αμέτρητες οι διασταυ­ ρούμενες ενέργειες και άπειρη η σειρά παραλληλογράμμων δυνάμεων μέσα από τις οποίες ξεπηδάει μια συνισταμένη — το ιστορικό γεγονός. Αλλά κι αυτό το ίδιο πάλι μπορεί να θεωρηθεί προϊόν μιας δύναμης που κοιταγμένη στο σύνολο της εργάζεται α σ ύ ν ε ι δ α και δίχως βούληση. Γιατί εκείνο που θέλει το κάθε άτομο εμποδίζεται από καθένα απ’ όλα τα άλλα, και ό,τι προκύπτει είναι κάτι που δεν το θέλησε κανείς» (Νυχτερίδα, σ. 9.)

Στον επίλογο:
«Ο Γαρέλας γύρισε να κοιμηθεί πελαγωμένος. Κι απάνω που τον έπαιρνε ο ύπνος είπε, για στάσου, λεπρός είναι ο Φάνης, γιατί να μην τον βρω, ν’ ακούσω τι λέει κι αυτός; Και ψάξε, ψάξε τον ξετρύπωσε σ’ ένα υπόγειο καφενεδάκι της οδού Σίνα που μαζεύονταν οι πατριώτες του απ’ το νησί. Ήταν σε μια γωνιά σκυμμένος κι έγραφε, είχε ανοίξει χαρτο­ πόλεμο, έκθεση πάνω στην έκθεση, το είχε βάλει σκοπό της ζωής του να δικαιωθεί ο Απρί­ λης. Είχε ρέψει ο άνθρωπος. Όλο, το ζήτημα σου επανεξετάζεται, του λέγαν, θα σε φω­ νάξουμε, μα δεν του ανέθεταν να κάνει και καμιά δουλειά, τον είχαν στην απομόνωση χωρίς και να το παραδέχονται. […] Μα όταν ο Γαρέλας του είπε πως πήγαιναν να ρίξουν τα βάρη στο Νισυρίου, ο Φάνης έπιασε αμέσως κι έγραψε κι άλλο γράμμα στον αρχηγό και του έλεγε περίπου αυτό: Γιατί φορτώνετε σ’ αλλουνού καμπούρα τις ευθύνες που με χαρά και περηφάνεια διεκδικώ; […] Το Ανθρωπάκι ήταν πια στα μέσα και στα έξω, κι ο Φάνης έβαλε στην μπάντα το φιλότιμο και πήγε, παρακάλεσε. Ναι, ναι, του είπε ο άλλος, θα φρον­ τίσω αλλά ξέρεις, τώρα όλα γίνονται με τις νότες, όταν ξανάρθεις φέρε μαζί και την αυτο­ κριτική σου, μη βιαστείς, κάτσε με την ησυχία σου και σκέψου τα κάτω από το φως της νέας κομματικής πραγματικότητας. Έγραψε ο Φάνης, του τη γύρισαν, έγραψε άλλη, του τη γύρισαν. Θέλανε μια που να λέει πως ο Απρίλης ήταν εγγλέζικος δάχτυλος. […] Και να μια μέρα, ύστερα από χρόνο πες, πήγε κρυφά και τον βρήκε ποιος, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του αρχηγού. Ανάσταση ! Του είπε, πως το ζήτημα του Απρίλη δεν θα τ’ αγγίξουν, ήρθε για άλλη πολύ πιο επείγουσα κι εμπιστευτική αποστολή… […] Μα ο Φάνης, τα είχε χαμένα από τη χαρά του και προδόθηκε. Βρήκε μια μέρα το Ανθρωπάκι και του είπε, σ’ ευχαριστώ που μεσολάβησες, είναι σα να ξαναγεννήθηκα, μόνο μη σου ξεφύγει λέξη γιατί μ’ έκαψες. Και ξανάρχεται ο συνεργάτης του αρχηγού και τραβάει του μακαρίτη ένα σαπούνισμα που ήταν όλο δικό του. Πήγε να σκάσει από τη στεναχώρια του, μα όταν ξανάδε το Ανθρωπάκι του λέει μόνο: Φιλαράκο, φιλαράκο, πάλι την έκανες τη ζα­ βολιά. Κι ο άλλος του λέει: Όλα κι όλα, η φιλία φιλία και το κόμμα κόμμα. Τι ήθελες ν’ αφήσω έκθετο ένα τόσο μεγάλο μυστικό;» (Νυχτερίδα, α. 415, 416, 417)

Τέλος, με αφορμή του κεντρικού ήρωα της τριλογίας, θα εμφανιστεί και το «Ανθρωπάκι», ευθυγραμμισμένο πάντα με την κομματική γραμμή της νομιμότητας, μετά τη δήθεν αυτοκριτική του για τα γεγονότα του Απρίλη και την καταγγελία σε βάρος του Φάνη:

«Κι ο λεγάμενος είπε στο Μάνο πως το κόμμα χρειάζεται αξιωματικούς γιατί η τρομο­ κρατία είχε φτάσει πια στο νυν και αεί, κι ο Μάνος του είπε πώς, δε μ’ έχετε πια ιντελ- λιτζενσερβίτη ; Κι ο άλλος του λέει, το κάθε πράμα στην ώρα του, τώρα δεν έχουμε καιρό να εξετάζουμε παλιές ιστορίες. Κι ο Μάνος, είπε, λυπάμαι, αλλά πρώτα θα μου φέρεις γραμ­ μένο πως μου σβήσατε τη ρετσινιά κι ύστερα θά ‘ρθω. Κι ο άλλος γέλασε, γράψε του λέει μια έκθεση κι έλα να κάνεις το χρέος σου. Τις εκθέσεις τις μπουζουριάζετε, πρώτα να σηκώσετε τη ρετσινιά. Κι ο άλλος ξαναγέλασε: Χεχεχέ, αυτό δείχνει πως πάντα γύρευες αφορμή για ν’ αποτραβηχτείς και τώρα κάλοβολεύτηκες στο σπιτάκι σου κι ας σφάζονται οι άλλοι σαν τ’ αρνιά. Ο Μάνος του άνοιξε την πόρτα: Φεύγα, με το καλό του λέει, γιατί δε θέλω να βάψω τα χέρια μου με αίμα παλιού μου συντρόφου» (Νυχτερίδα, σ. 418-419.)

Στα Ημερολόγια της τριλογίας, υποβάλλει μια αντι­στοιχία της αφηγηματικής του μνήμης, με αυτή στο έργο του Προυστ:
«Πολύ αργότερα, ξαναδιαβάζοντας τον Προυστ, κατάλαβα γιατί με γέμισε ένα δυνατό αί­ σθημα ανακούφισης όταν πραγματοποίησα, μέσα στο μυθιστόρημα, το σμίξιμο των τριών παραποτάμων. Ο μέσα μου άνθρωπος, ο νοσταλγός του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων κι ο έξω άνθρωπος, ο λογιστής των δραματικών γεγονότων στη Μέση Ανατολή, είχαν συγχωνευτεί, άρα συμφιλιωθεί, μέσα σε ένα έργο Τέχνης, που παρέμενε, ό,τι κι αν έλεγα, η ακοίμητη έννοια μου» (Ημερολόγια της τριλογίας,σ. 68.)

[Ακυβέρνητες πολιτείες είναι ο τίτλος της μυθιστορηματικής τριλογίας του Στρατή Τσίρκα, που εκδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τις εκδόσεις «Κέδρος» και αποτελείται από τα βιβλία: «Η λέσχη», 1961 – «Αριάγνη», 1962 και «Νυχτερίδα», 1965.

[Τα ημερολόγια της τριλογίας «Ακυβέρνητες πολιτείες», εκδόσεις Κέδρος

[and the words move slow ·

23/06/2020 § Σχολιάστε

Alexander Pope (1688–1744)

Η Φύση και της Φύσεως οι νόμοι, στον ζόφο της νυκτός.
Και είπεν ο Θεός, «γεννηθήτω Νεύτων»· και εγένετο φως!

Nature and Nature’s laws lay hid in night:
God said, Let Newton be! and all was light.’

Sound and Sense
True ease in writing comes from art, not chance,
As those move easiest who have learned to dance.
‘Tis not enough no harshness gives offense,
The sound must seem an echo to the sense:
Soft is the strain when Zephyr gently blows,
And the smooth stream in smoother numbers flows;
But when loud surges lash the sounding shore,
The hoarse, rough verse should like the torrent roar;
When Ajax strives some rock’s vast weight to throw,
The line too labors, and the words move slow;
Not so, when swift Camilla scours the plain,
Flies o’er the unbending corn, and skims along the main.
Hear how Timotheus’ varied lays surprise,
And bid alternate passions fall and rise!

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.