Κριτική, Μαρία Πετρίτση: Αλέξανδρος Αδαμόπουλος «Ψέμματα πάλι», Εκδόσεις Άγρα

23/01/2009 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κριτική, Μαρία Πετρίτση: Αλέξανδρος Αδαμόπουλος «Ψέμματα πάλι», Εκδόσεις Άγρα

adamopoulospsemataΗ συλλογή διηγημάτων «Ψέμματα πάλι» αποτελεί τη δεύτερη πεζογραφική εμφάνιση του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, μετά τα «Δώδεκα και ένα ψέμματα» που κυκλοφόρησε στις εκδόσεις ΄Ικαρος, το 1992, και μεταφράστηκε σε περισσότερες από τέσσερις γλώσσες. Στο ανά χείρας βιβλίο εντοπίζουμε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία γι’ άλλη μια φορά μάς αφοπλίζουν με την ευθυβολία του λόγου που καθιστά ένα, φαινομενικά, απλό ανάγνωσμα μελέτη της ανθρώπινης φύσης και της προσωπικής μας σκέψης.

Το ύφος των 16 διηγημάτων μάς οδηγεί μεθοδικά σε ένα πολυσύνθετο περιβάλλον ενδοσκόπησης όπου οι μικρές λεπτομέρειες, τα αδιόρατα σχεδόν καθημερινά γεγονότα, μια δυο λέξεις, ένα βλέμμα, μια τυχαία κίνηση ή κάποιο γεγονός γίνονται φορείς σημασιών που περιμένουν απλώς ένα έναυσμα για να αποκωδικοποιηθούν.

Σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας καταπιάνεται με το «επέκεινα», προσεγγίζει τον ανθρώπινο νου με μεταφυσικό τρόπο τολμώντας να σταθεί μπροστά στον εαυτό του ως κριτής και ως συνένοχος μαζί. Η προσέγγισή του είναι σε όλα τα διηγήματα φαινομενικά δειλή, ίσως και κατ’επίφαση αναποφάσιστη. Αυτός είναι ο κυνισμός και η τόλμη της τέχνης του! Η σκέψη του τρεμοπαίζει ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, στο καλό και στο κακό, στο πραγματικό και στο επινοημένο. Έτσι, ο αναγνώστης αποκτά την αίσθηση πως πέρα από κάθε διήγημα ελλοχεύει ένας χρησμός, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε ενδεχόμενες ερμηνείες, αναζητά την απάντηση σε κάθε αίνιγμα γνωρίζοντας όμως πως στην πραγματικότητα η λύση έχει ήδη δοθεί, αθόρυβα και ερεθιστικά, κι αυτό που χρειάζεται είναι απλώς ένα κλειδί για να την απελευθερώσει. Αυτή η λύση βρίσκεται πάντα εκεί όπου όλοι φυλάμε τους κώδικες επικοινωνίας που χρησιμοποιούμε εκούσια μόνον όταν καλούμαστε να θέσουμε σε λειτουργία έννοιες προσωπικές και φευγαλέες μέσα στη λεπτεπίλεπτη και συγκινητική αστάθειά τους.

Μέσα στο εφιαλτικό περιβάλλον του «Week end», μια μικρή άλικη κόλαση γίνεται αγωνιώδες παιχνίδι επιβίωσης το οποίο διασκεδάζει και καταστρέφει όσους διψούν για αίμα και συγκινήσεις ανατροπής και διαφθοράς. Στο «Τουρλουτίνι» ένα μικρό συμβολικό ζώο γίνεται η αφορμή να διαπιστώσουμε πόσο φοβόμαστε την ευτυχία και πόσο διστάζουμε να της παραχωρήσουμε κάποια θέση στη ζωή μας όταν μια μέρα, ξαφνικά, μας χτυπήσει την πόρτα, προτιμώντας να την θυσιάσουμε και να συνεχίσουμε να ζούμε με την άπιαστη ιδέα της και μόνο. Στη «Μύτη» η ιδέα του πόνου ως μέσου αναγνώρισης και αποδοχής από τον κοινωνικό περίγυρο είναι μια καταγγελία του λανθασμένου τρόπου με τον οποίο επιδιώκουμε συχνά να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον, συμμαχώντας με τον εχθρό που μας πληγώνει και τον οποίο καταλήγουμε να λατρέψουμε κι -αλλίμονο- πόσο εγγυημένη είναι η επιτυχία της εν λόγω τακτικής! Οι «Άγιοι Τόποι» είναι ύπουλοι χώροι μέσα στους οποίους συχνά ανακαλύπτουμε πως είμαστε πολλά πρόσωπα μαζί, πως μπορούμε να αγαπάμε ή απλώς να επιθυμούμε περισσότερους από έναν ανθρώπους υπερβαίνοντας φύλα και φυλές, πως ο εαυτός μας δεν είναι παρά ένας προκλητικός άγνωστος του οποίου τις ενδόμυχες πτυχές συχνά αγνοούμε ή επιλέγουμε να μην τις αναγνωρίζουμε μεγαλοφώνως. Στην «Παράκληση» ο συγγραφέας καταπιάνεται με το αίσθημα της ευσέβειας και με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται κάθε φορά ο αναγνώστης. Την ανατρέπει, τη μεταμφιέζει, την εξυψώνει, την ερευνά! Υπερβαίνει έθιμα και θρύλους και πραγματεύεται κάτι αέρινο και μαγικό, όπως οι κοινές δοξασίες. Οι «Φυσικές ανάγκες» έρχονται σαν μια ωδή στη μοναξιά και στην ερήμωση, μια απελπισμένη κραυγή για αγάπη, μια έκκληση για τυχαίες εκδηλώσεις στοργής που οδηγούν σε μεγαλύτερα αδιέξοδα και απελπισία, καταρρακώνοντας ό, τι ευγενέστερο ενδέχεται να κρύβουμε μέσα μας ή να αναμένουμε από τους ανθρώπους. Στο διήγημα «Λίγο αλλιώς» βλέπουμε ότι αν ο άνθρωπος κατόρθωνε να εκφράσει και να υπερβεί τη δειλία και τις προκαταλήψεις του, πολλές ήττες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και πολλά όνειρα θα είχαν καταφέρει να τον αγγίξουν με πιο αληθινό χάδι. Μέσα από την ιστορία «Καινούριοι Άγιοι» αντηχεί στ’ αυτιά μας ο ύμνος του εκσυγχρονισμού και της γελοιοποίησης όλων όσα έπαψαν προ πολλού να έχουν σημασία κι εντούτοις επιμένουμε να τα συντηρούμε επιπόλαια κι ανήθικα στην καθημερινότητά μας, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στην απόλυτη έλλειψη ουσίας που τα διακατέχει, μεταμφιέζοντας κυνικά τους εαυτούς μας σε αστείους τσαρλατάνους με αβέβαιο μέλλον.

Οι ήρωες του Αδαμόπουλου είναι εσωστρεφείς και τα ξεσπάσματά τους παραμένουν ιδιωτικά, μέσα από αυτά όμως κατορθώνουν να ανατρέψουν τις οικείες πρακτικές διαβίωσης και επιβίωσης. Επιδίδονται στις προσωπικές τους παρεκκλίσεις μη διστάζοντας να γελοιοποιηθούν, να υποφέρουν, να εξευτελιστούν, να χαριστούν ως λεία και να απαιτήσουν να εισπράξουν το αντίτιμο της θυσίας τους ή, σε αντίθετη περίπτωση, να το παραβλέψουν μέχρι κι αυτό και να παραδοθούν άνευ όρων σε ο,τιδήποτε συμβολίζει γι’ αυτούς κάτι ξεχωριστό. Είναι οι συνεκτικοί ιστοί μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση, μιας μεγάλης ιστορίας, της ιστορίας του ανθρώπου! Στις σελίδες αυτές τα περισσότερα πράγματα εξετάζονται από τη σκοπιά της μνήμης, έχουν το ειδικό βάρος του βιωμένου, το οποίο όμως διατηρεί τη γεύση, τη μυρωδιά, το χρώμα του. Οι ήρωες βασανίζονται – πολλές φορές δεν το ξέρουν – από την προσωπική τους ιστορία και, αντί να προσπαθούν να λησμονήσουν, έχουν όλο και περισσότερο ανάγκη να θυμούνται και να επαναλαμβάνουν. Αυτό τους καθιστά ελκυστικούς και μοιραίους, ιδεογράμματα μιας καθημερινής κοινωνίας που βρίσκει τον τρόπο να γίνεται μοναδική.

Ο συγγραφέας στέκεται με ειλικρίνεια απέναντι στους ήρωές του, δεν τους ξεγελά με μεγαλόστομες υποσχέσεις, τους αφήνει να βυθιστούν μέχρι τέλους στη στιλπνή μελαγχολία των γυάλινων στιγμών τους. Εξυμνεί τις αισθήσεις τους, τις καθιστά κινητήρια δύναμη και υλικό της προσωπικής τους ιστορίας, τις διεγείρει και τις διασπά, τις προβάλλει καυστικές και ταυτόχρονα καταδικασμένες να μη σταματήσουν ποτέ να υπάρχουν, να μην ξεκουραστούν πουθενά! Οι ιστορίες τους είναι βελούδινες, χαϊδευτικές, ύπουλα γοητευτικές, έως κι επικίνδυνες, ο δε αναγνώστης τις παρακολουθεί με γλυκό τρόπο, σαν πίσω από λευκή κουρτίνα, συμμετέχοντας στην έκπληξη όταν αποκαλύπτεται πως πίσω από το παραπέτασμα υπάρχει κι άλλο ένα τέλος, πως η ιστορία δεν τέλειωσε εδώ.

Όταν όλα δείχνουν πως πάνε να ξεθωριάσουν, μια μικρή λυτρωτική αστραπή φωτίζει άξαφνα τη νύχτα των πρωταγωνιστών, την κάνει να λάμπει περισσότερο κι από μέρα, κι αυτή η λάμψη πότε τους καίει τα μάτια και πότε τους ωθεί να διεισδύσουν ακόμα περισσότερο στο λαβύρινθο της απορίας τους, δείχνοντάς τους πως τα μονοπάτια που μπορεί να ακολουθήσει ο άνθρωπος είναι πολλά. Πού θέλουν να καταλήξουν οι ήρωες αυτών των ιστοριών; Ποιος είναι ο απώτερος σκοπός τους; Τί αναζητούν; Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται είναι πολύχρωμο, λαίμαργο, ανατρεπτικό. Ο κυνισμός του συγγραφέα συχνά τους κάνει να φαίνονται χαμένοι, τελειωμένοι, νευρωτικοί, ανυπεράσπιστοι, κενοί! Κι όμως, στόχος τους παραμένει πάντα η αναμέτρηση με τον εαυτό τους, η εξιχνίαση των μυστικών τους, η αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων τους, το ταξίδι προς τη γνώση και την επίγνωση, η αποκάλυψη ενός νέου προορισμού.

Η τρυφερότητα συμβαδίζει με τον πόνο και η προσήλωση σε πρόσωπα ή ιδανικά προκαλεί τραύματα, είτε τα βλέπουμε είτε όχι, είτε κερδίσουμε είτε χάσουμε. Καμιά κατάκτηση δεν χαρίζεται με ευκολία στους ήρωες αυτούς. Η μοναξιά είναι η φυσική τους κλίση. Η πολυπόθητη αγνότητά τους τούς κοστίζει, τους κάνει να αγκομαχούν προκειμένου να την διατηρήσουν και να την καλλιεργήσουν. Οι ίδιοι μάλιστα αναλαμβάνουν να συνετίσουν τον εαυτό τους όταν κάτι τέτοιο επιβάλλεται, χωρίς δισταγμό ή δάκρυα. Στο τέλος στέκονται ως τρίτοι απέναντι στη ζωή τους και την χαιρετίζουν μειδιώντας αινιγματικά.

Οι ήρωες του Αδαμόπουλου στιγματίζουν με το δικό τους τρόπο το πέρασμά τους από τη ζωή. Είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, συχνά ιδανικοί γι’ αυτό και απόλυτα μοναχικοί, ξεχασμένοι χαρακτήρες που κατ’ επανάληψη διαπιστώνουν πως δεν ανήκουν πουθενά, ακριβώς επειδή ανήκουν κάπου «αλλού». Οι προοπτικές τους συγκεντρώνονται στα μάτια, στην αφή, στις αποφάσεις, στη μνήμη τους. Είναι μορφές αποκλειστικές, συχνά παράταιρες με τον κοινωνικό τους περίγυρο κι άλλοτε απόλυτα αρμονικές με αυτόν και, ως εκ τούτου, δέσμιές του.

Ο συγγραφέας επιδίδεται στην περιγραφή τους με ανάλαφρο, ιδιωτικό λόγο, τους διακοσμεί και τους εξευτελίζει, τους προκαλεί να φτάσουν σε κάποια έκρηξη, τους αιφνιδιάζει με καλλιτεχνικό και καυστικό τρόπο. Τους προειδοποιεί για τα περαιτέρω χαμογελώντας τους συνωμοτικά. Τους αφήνει να πονέσουν, τους προτρέπει να χαρούν, ακούει τις φωνές τους μέσα από παράσιτα αναστεναγμών και βουβής διαμαρτυρίας κι αφουγκράζεται τον παλμό τους κοιτάζοντάς τους σαν παιδιά που παίζουν μέσα σε μισοφώτιστες αυλές προσπαθώντας να ορίσουν τους κανόνες ενός φανταστικού παιχνιδιού.

Το ύφος του είναι καλοδουλεμένο και συνεπές. Συχνά ο λόγος του είναι ηχητικός ενώ τα σημεία στίξης λειτουργούν με άμεσο τρόπο ως υπόκρουση σε συναισθήματα και σκέψεις, ζωγραφίζοντας ρεαλιστικά τους χαρακτήρες και δίνοντάς τους συγκεκριμένο πρόσωπο και υπόσταση φυσικής παρουσίας.

Η αυλαία του βιβλίου πέφτει με την «Άννα», το αριστουργηματικότερο έργο της συλλογής. Πρόκειται για την τολμηρή υπενθύμιση μιας πραγματικότητας οδυνηρής όσο και ιαματικής. Μας κάνει να ασφυκτιούμε αλλά και να αναπνέουμε έναν αέρα αγαλλίασης κι απελευθέρωσης, μας ανακουφίζει αλλά και μας προβληματίζει μέσα σε ένα πανδαιμόνιο συναισθημάτων και σκέψεων. Είναι τρυφερότητα και μαρτύριο, είναι επιβεβαίωση και ακύρωση, είναι η αποθεωτική ελεγεία του έρωτα στην πιο παραμυθένια αλλά και σκληρή μορφή του.

Πρόκειται για μια ιδέα ανυπέρβλητη, για τη διαπίστωση πως η επιθυμία και η ανάγκη θα ρέουν ισόβια στις φλέβες μας, αφού ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και προδιατεθειμένος να παραδίνεται σε οποιαδήποτε πίστη, σε αμέτρητα ιδανικά. Σε αυτό το διήγημα γνωρίζουμε την Άννα που δεν περιγράφεται και ως εκ τούτου ταιριάζει σε κάθε είδους μάτια, την Άννα που πεθαίνει, που επανέρχεται με εναλλακτική παρουσία, που ποτέ δεν θα παραχωρήσει ολοκληρωτικά τη θέση της σε κάποια άλλη, ακόμα κι αν κάποια άλλη στάθηκε μοιραίο να την υποκαθιστά πάντα. Είναι η Άννα που ξαναγεννιέται με λαχτάρα στο άπειρο, που ενώνει και απαθανατίζει όσους την αγάπησαν μέσα σε μικρά φιλντισένια φιλιά και τρεμουλιάσματα διάφανων εναγκαλισμών. Ενσαρκώνει τη νίκη απέναντι στην ασέλγεια του συναισθηματικού μαρασμού ο οποίος ακυρώνει πένθιμα το σώμα κάνοντάς το να μη θέλει τίποτε κι εκμηδενίζει την ψυχή στερώντας της κάθε προοπτική ανύψωσης. Εμφανίζεται ως παρουσία μαγευτική, μεθυστική, πολύφωνη και ετερόκλητη, που ποτέ δε θα γίνει θρύψαλλο μιας αρωματισμένης λύπης ή παγωμένη ανάμνηση σε φωτογραφικό άλμπουμ. Είναι η κατευναστική ανταύγεια του οράματος της απόλυτης προσήλωσης, είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ενωθεί με ό,τι δεν είναι άνθρωπος παρά Θεός, είναι η πληθωρική πρωταγωνίστρια μιας όψιμης γιορτής, που στέκεται και κοιτάζει με ακίνητη επιμονή το κοινό που την χειροκροτεί και την χρειάζεται ακόμα κι όταν εκείνη εγκαταλείψει τη σκηνή! Η Άννα είναι ένα ολοζώντανο φάντασμα, μια γυναίκα-ιδέα, που διεκδικεί πραγματική θέση στο τοπίο του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο υπήρξε. Ποτέ δεν θα γίνει στάσιμο κλάμα, κανείς δεν θα την νιώσει ως οικεία ενοχή. Θα παραμείνει για πάντα ένθεη μνήμη, ένα μετέωρο χάδι που συντηρεί την ελπίδα και μας προτρέπει να ενδώσουμε στην αφοσίωση. Ένας ολόκληρος κόσμος στα βήματά της τρέφεται από την απουσία της, χορταίνει από αυτήν.

Ο συγγραφέας, εμμέσως πλην σαφώς, μας ωθεί να αναζητήσουμε την Άννα -εκείνο το θεϊκό χτύπο αγάπης- που όλοι έχουμε μέσα μας παροτρύνοντάς μας να διεκδικήσουμε την αιωνιότητα που μας αναλογεί κάπου «αλλού». Μας προκαλεί να κατανοήσουμε τελικά πως δεν είμαστε «ένα» αλλά κινούμαστε σε διαφορετικούς χρόνους και τοπία, πως ζούμε -εντός ή εκτός, λίγο έχει σημασία- περισσότερες από μία ζωές. Κάνει το παιχνίδι με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες να βρίσκει στον καθένα μας μια εφαρμογή προσωπική και ρεαλιστική. Εν ολίγοις, μας προτείνει να εξοικειωθούμε με ό,τι μας τρομάζει, με ό,τι μας κάνει να ντρεπόμαστε, με ό,τι μας φαίνεται πιο εύκολο να του επιτεθούμε παρά να το αγκαλιάσουμε.

Κοιτάζοντας αυτά τα διηγήματα με αποστασιοποιημένο βλέμμα διαπιστώνουμε τελικά πως ο συγγραφέας δεν κάνει άλλο από το να μας φέρνει αντιμέτωπους με τη λυτρωτική και πολύτιμη διαφορά μας, καθώς αυτή είναι η μεγαλύτερη ομορφιά με την οποία μας προίκισε η φύση. Αν πάψουν τα όριά μας να είναι ακινητοποιημένα και στενά θα δούμε πως τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι μονοδιάστατο. Ούτε καν ο Θεός.

Διαβάζοντας αυτές τις σελίδες, ας σταθούμε με κριτικό βλέμμα απέναντι σε όσα περιγράφονται και σε όσα υπονοούνται. Ας ιχνηλατήσουμε τα νοήματα, τις αφετηρίες και τους προορισμούς. Ας μην αφήσουμε ποτέ τον εαυτό μας να ξεχάσει πως μια κιτρινισμένη σκιά στον τοίχο ενδέχεται ταυτόχρονα να συμβολίζει τη θέση της πιο πολύτιμης φωτογραφίας της ζωής μας, παρόλο που με γυμνό μάτι δεν βλέπουμε τώρα πια σε αυτήν παρά ένα αμείλικτο, αγαπημένο, φοβιστικό κενό…

—-

Η κριτική της Μαρίας Πετρίτση δημοσιεύτηκε στο 10ο τεύχος του e-περιοδικού «Στάχτες»

Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες

.

.

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with των βιβλίων at αγριμολογος.