Haiti crying
14/01/2010 § Σχολιάστε
γευσιγνωστικά
13/01/2010 § Σχολιάστε
![]()
η αρχή ενός κειμένου, δύσκολη υπόθεση. Κοστίζει μέρες ολόκληρες. Μεγαλώνοντας κανείς• οι λέξεις πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο, κι ωστόσο, ενώ αυτές πληθαίνουν, ο αριθμός των λέξεων προς χρήση ανά κεφαλή στο σύνολο του πληθυσμού, μειώνεται. Αν αυτό φαντάζει οξύμωρο, σας προσφέρω την ευχέρεια να το αιτιολογήσετε με την ησυχία σας, προσωπικά το μόνο που επιθυμώ διακαώς είναι μία εύστοχη φράση η οποία θα μου χρησιμεύσει για την αρχή ενός εμπνευσμένου κειμένου αντάξιο με τα παράπονα που δέχεται κάθε πρωί μια, ας πούμε, τηλεφωνήτρια τηλεφωνικού κέντρου ενός γιγαντιαίου νοσοκομείου εν μέσω κορύφωσης μιας τρομακτικής πανδημίας η οποία έχει πανικοβάλει εκατομμύρια κατοίκους μιας ήδη (και πριν την πανδημία) προβληματικής χώρας. Επιθυμώ μία φράση που ενώ θα περιγράφει με ακρίβεια τις τελευταίες εξελίξεις, ταυτόχρονα δε, θα προτιμούσα αυτή να αφομοιώνεται αργά και βαθμηδόν από τον αναγνώστη, να την διαβάσει αργά, διστακτικά, να την γεύεται, να νιώσει τη σάρκα της, να την απολαύσει όπως ένα ποτήρι βαθυκόκκινου Πομερόλ – νομίζω ότι η απαιτητικότητά μου αυτή, βρίσκεται στα πλαίσια της λογικής αν σκεφτείτε ότι το κείμενο αυτό, ενώ ξεκίνησε με τη φράση «η αρχή ενός κειμένου» έχοντας στο νου μια απλή περιγραφή του βλέμματός σας, κατέληξε να πίνει κρασί στη φλόγα των ματιών σας.
Θα το υποστώ.
.
.
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 2 σονέτα
10/01/2010 § Σχολιάστε
LXV
Αφού ώς κι η πέτρα κι ο χαλκός, η θάλασσα κι η γη
πάντα υποτάσσονται στο πένθος του θανάτου,
της ομορφιάς πώς γίνεται ο βλαστός ν’ αντισταθεί
που από λουλούδι είναι πιο εύθραυστη η δροσιά του;
Πώς οι μελίπνοοες στιγμές του θέρους ν’ αμυνθούν
εμπρός στ’ ολέθριο το μένος του χειμώνα,
όταν και βράχοι απόρθητοι στο τέλος δεν κρατούν,
πύλες χαλύβδινες λυγίζουν με τα χρόνια;
Σε ποιο ερμάρι μυστικό κι ανέγγιχτο ο καιρός
το πιο ακριβό του τιμαλφές θα προστατεύσει;
Στο βήμα του τ’ ορμητικό ποιος θα σταθεί φραγμός,
την αρπαγή της ομορφιάς ν’ απαγορεύσει;
Κανείς, αλίμονο, κανείς. Εκτός κι ένας θεός
στάξει μες στο μελάνι μου το ανέκκλητό σου φως.
*
CXXX
Τα μάτια της δεν μοιάζουν με ηλιαχτίδα
κι είναι τα χείλη της χλωμά μπρος στο κοράλλι.
Άμα το χιόνι είναι λευκό, έχει τα στήθη ωχρά·
μαύρα, συρμάτινα μαλλιά έχει στο κεφάλι.
Τριαντάφυλλα έχω δει ολοπόρφυρα,
μα τέτοια δεν θα βρω στα μάγουλά της.
Γεύθηκα αρώματα πολύ τερπνότερα
από τα μύρα που ανασαίνω στα φιλιά της.
Ευφραίνομαι όταν μου μιλάει κι ας ξέρω
πόσο γλυκύτερη είναι η μουσική.
Ποτέ μου δεν αντίκρισα θεά να περπατά,
μα αυτή βαδίζοντας πατάει στη γη.
Τόσο όμως στη ζωή μου βασιλεύει,
που κάθε σύγκριση άλλη περιττεύει.
Τόσο όμως τη ζωή μου κυβερνά,
που ανούσια τ’ άλλα μοιάζουν. Και κενά.
*
μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης
.
.
(μ)βρυξέλλες: χιόνι
09/01/2010 § Σχολιάστε

χιόνι άρχισε να πέφτει πριν το ταξίδι. Γυρίσαμε, το χιόνι συνεχίζει με επιμέλεια τη φροντίδα του τοπίου• η αίσθηση της μονιμότητας του άσπρου που κυριαρχεί σε κάνει να λησμονείς το εφήμερο των πραγμάτων όσο η φωτεινή γραμμή της ημέρας συνεχίζει να καθυστερεί την ελάχιστα θριαμβευτική εμφάνισή της, ο ήχος των βημάτων σβήνει κι οι περιπατητές μοιάζουν να κινούνται σε μακρινά, απόμακρα τοπία. Όλα κινούνται σαν σε σύννεφο• ανάλαφρα, μόνο το βάρος του ανθρώπινου κορμιού όλο κομμάρα θυμίζει την ύπαρξη βαρύτητας• είναι το νήμα που σε κρατά σε τάξη με το χρόνο με τα ξυλιασμένα χέρια να επιλέγουν ένα προς ένα κατάλληλα ξύλα για τη φωτιά. Μικρά• κομψά ίχνη πατούσας μαρτυρούν το πέρασμα της μαύρης γάτας χτες βράδυ στον κήπο και• μικρές ανεπαίσθητες γραμμούλες πάνω στη παρθένα άσπρη επιφάνεια, είναι τα ίχνη του δικού μας κοτσυφιού που επιμένει να δηλώνει –παντός καιρού- την παρουσία του. Το χιόνι, η σιωπή• η γοητεία που παράγει η άσπρη τους στολή -την σιωπή την έχω στο νου άσπρη• όπως κάθε Σάββατο πρωί πριν την πρώτη παράσταση της ημέρας όταν όλα γύρω ξυπνούν, μαζί κι η οικογένεια. Μισάνοιχτα συρτάρια, μολύβια στυλό πένες πινέλα ανάκατα με χαρτιά σημειώσεων, η κούπα του καφέ κι ο ήχος του πληκτρολογίου. H νευρική άναρχη αμηχανία του κειμένου που μόλις γράφτηκε.
Έξω χιονίζει.
.
.

