«Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες»

19/03/2013 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες»

photo© Jasanský/Polák 1994/96

Ήταν νέος. Έτσι θα πουν. Πενήντα πέντε χρονών. Ακούγεται σαν μέση. Για μένα ίσως είναι το τέλος. Ήταν νέος, θα πουν. Σήμερα είσαι νέος. Παλιά ήσουν γέρος. Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι στη μέση. Νέος για θάνατο και γέρος για ζωή.
Πενήντα πέντε: καλή ηλικία για να αφήσει κανείς τα εγκόσμια.
Αλλά. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Κι ο θάνατος μαυρίλα.
Κοίτα να δεις σκέψεις που κάνω τώρα. Μόνο και μόνο επειδή είμαι κουρασμένος. Επειδή κρατάω αυτές τις δυο σακούλες με τα ψώνια και μου φαίνεται σαν να σηκώνω τόνους βάρος. Ασήκωτο βάρος ζωής. Κι όμως, είναι μόνο λίγα πορτοκάλια και μερικές πατάτες. Τόσο βαριά είναι τα πορτοκάλια; Ή εγώ δεν έχω πια δύναμη;
Είμαι άρρωστος. Το πόσο άρρωστος δεν το ξέρω. Το ξέρουν οι άλλοι. Μου το κρατούν σαν έκπληξη για το τέλος.
Προς το παρόν κοιτάζω να τα βγάλω πέρα με τις σακούλες. Θα πάω τα ψώνια στο σπίτι, ο κόσμος να χαλάσει.
Ζεσταίνομαι. Είναι φυσιολογικό να ζεσταίνομαι τόσο; Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Οι ρίζες των μαλλιών μου είναι μούσκεμα. Ο ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο και μπαίνει στα μάτια μου. Τυφλός. Σαν τυφλός περπατάω. Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες. Πού θα βάλω τα τσιγάρα και το τηλέφωνο; Κι αυτό το αναθεματισμένο χτυπιέται ασταμάτητα σαν δονητής. Σαν μηχανικό γαμήσι. Λες και σε προειδοποιεί πως αυτός που σου τηλεφωνεί θέλει να σε πηδήξει. Δεν το σηκώνω. Δεν προκαλώ άλλο την τύχη μου. Ας χτυπάει όσο θέλει.
Θα σταματήσω. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν αργήσω λίγο. Μήπως με περιμένει κανείς; Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο. Μάλλον, για την ακρίβεια, άλλο ένα τσιγάρο. Θα σε σκοτώσει, μου λέει ο περιπτεράς. Τώρα;…, θέλω να του πω, με έχει ήδη σκοτώσει. Αλλά φυσικά δεν λέω τίποτα. Ο άνθρωπος δείχνει ενδιαφέρον. Και πάντα με το χαμόγελο. Έχει σημασία αυτό. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερος πελάτης. Τον πιστεύω. Ποιος άλλος καταναλώνει τόσα πακέτα την ημέρα; Κι εγώ όμως, πιστός. Δεν πάω αλλού. Από αυτόν αγοράζω. Είναι μια σταθερά. Και, δεν ξέρω, έχω ανάγκη από κάποιες σταθερές. Να δω μια γνώριμη φάτσα, να πω μια καλημέρα. Μια καλημέρα είναι κάτι, καμιά φορά. Ο άλλος δεν είναι φίλος σου, μα είναι σαν φίλος. Σου εύχεται να έχεις μια καλή μέρα. Και το εννοεί. Είναι κάτι αυτό.

***

 

[Ευγενία Μπογιάνου, Κλειστή πόρτα –απόσπασμα, εκδόσεις Πόλις]

*

Διαβάστε ολόκληρο το διήγημα στις Στάχτες.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading «Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες» at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: