[βελούδο που απλώνεται σκεπάζοντας τα πάντα·

08/10/2025 § Σχολιάστε

Φύλλο

Τα κτίρια προσέφεραν ως σύνολο μια εικόνα μεγαλοπρεπή, κι ας μην ήταν ωραίο το καθένα ξεχωριστά ή στις λεπτομέρειες· ο θόρυβος διέρεε την αραιή από τη ζέστη ατμόσφαιρα[*], κι έμοιαζε να λιώνει πάνω στις επιφάνειες, σαν χρυσή σκόνη. Στους δρόμους η κίνηση αργοπορούσε, οι σκιές μακραίναν, κι οι άνθρωποι, μικρές φιγούρες μέσα στο φως, έμοιαζαν να κυλούν μαζί με τον χρόνο, χωρίς βιάση, χωρίς μνήμη. Κι ωστόσο, πίσω απ’ αυτή τη γαλήνη, κάτι ανέπνεε — ένα αρχέγονο ρίγος, σαν ανάμνηση μεγαλείου που δεν χάθηκε, μόνο κοιμόταν.

Κι όσο το φως χαμήλωνε, οι προσόψεις των σπιτιών πήραν μια χροιά χαλκού, σαν να τις είχε αγγίξει η μνήμη του ήλιου πριν μας αποχαιρετίσει. Από μακριά ακουγόταν ένα τραγούδι, σβησμένο, που δεν ξεχώριζες αν το σιγοψιθύριζε άνθρωπος ή άνεμος. Οι καμπύλες των δρόμων έσμιγαν με το σκοτάδι, και οι πόρτες, μισάνοιχτες εδώ κι εκεί, φύλαγαν μυστικά που κανείς πια δεν ρωτούσε. Ένα αίσθημα αναμονής απλωμένο παντού· της γλυκιάς σιωπής πριν μια κάποια αποκάλυψη, όπως όταν ο κόσμος κρατά την ανάσα του, έτοιμος να ξαναγεννηθεί.

Η νύχτα κατέβηκε αργά κι αθόρυβα, σαν βελούδο που απλώνεται σκεπάζοντας τα πάντα. Τα παράθυρα άναβαν ένα ένα. Μικρές εστίες ζωής μέσα στο ημίφως· κάθε φλόγα φανέρωνε μια ιστορία. Στην πλατεία, ο αέρας μύριζε γιασεμί και πέτρα βρεγμένη από τη δροσιά. Κάποιος πέρασε βιαστικά, κρατώντας στο χέρι ένα γράμμα, που έμοιαζε πιο βαρύ απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Κάπου αλλού, ένα παιδί γελούσε, και ο ήχος του γέλιου υψώθηκε για λίγο πάνω απ’ τις στέγες, πριν χαθεί.

Η πόλη, κουρασμένη, ήσυχη, παραδόθηκε στο σκοτάδι· σαν να ονειρευόταν τον εαυτό της, ξανά από την αρχή.

*

[*] Οι αρχικές αράδες με πλάγια είναι δανεισμένες από το έργο του Ρόμπερτ Μουζίλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, που με ενέπνευσαν ωθώντας με να γράψω το κείμενο.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [βελούδο που απλώνεται σκεπάζοντας τα πάντα· at αγριμολογος.

meta