Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση

15/01/2013 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση

Αχιλλέας Κυριακίδης, Κωμωδία

Νουβέλα, εκδόσεις Πόλις
Ασφαλώς δεν είναι Θεία, τουλάχιστον να είναι Ανθρώπινη
Η Κωμωδία είναι νουβέλα• μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες, του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω τον θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».
Στο αντίστοιχο «Τυπωθήτω» για το Ψυχώ εμφανιζόταν ο ίδιος ο Χίτσκοκ, ο οποίος, για να μην προδώσει τα μυστικά της ταινίας του, ξεναγούσε απλώς τον θεατή στο φοβερό σπίτι πάνω απ’ το φοβερό μοτέλ και, στο τέλος του τρέιλερ, τραβούσε απλώς την κουρτίνα τού φοβερού ντους. Η δική μου «κουρτίνα» είναι ότι η Κωμωδία πραγματεύεται τη ζωή (ή τις ζωές) ενός ανθρώπου. Τίποτα δηλαδή πιο απλό – ή πιο σύνθετο. Η διαφορά αυτής της «μυθοπλαστικής» ζωής από την «πραγματική» είναι ότι, εδώ, ο αναγνώστης μπαίνει στη ζωή μετά την αρχή της και καλείται να μην αποκαλύψει το τέλος της.
Κατά τον Μπόρχες (Οι τέσσερις κύκλοι), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στον χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) Θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Ανθρωπος• αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».
Η Κωμωδία μου ασφαλώς δεν είναι Θεία• ελπίζω, τουλάχιστον, να είναι Ανθρώπινη.
***

«…πίστεψε πως είναι απέραντα αηδιαστικός…»

15/01/2013 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «…πίστεψε πως είναι απέραντα αηδιαστικός…»

Δημήτρης Δημητριάδης: «Κατάλογοι 1-4» -αποσπάσματα

Εκδόσεις Αγρα 1980

Α’ ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Το μοναδικό παιδί στον κόσμο ειν΄εκείνο που διαψεύδει συνεχώς και με κάθε τρόπο την ελπίδα που έχει στηρίξει σ’αυτό η ανθρωπότητα. Κάθε πρωί, σηκώνεται κι αρχίζει να χτίζει έναν κόσμο χειρότερο απ’ τον πραγματικό, και κάθε πρωί, ο καινούριος κόσμος του είναι χειρότερος απ’ τον κόσμο της προηγούμενης μέρας, που κάθε φορά ήταν όλο και χειρότερος απ’ τον πραγματικό. Του δίνει τόση χαρά αυτό που κάνει, το ενθουσιάζει τόσο πολύ, γελάει τόσο πολύ με τα καθημερινά του απροσδόκητα και λαμπρά αποτελέσματα, ώστε δε φοβάται μην εξαντληθεί καμμιά μέρα η απύθμενη μαύρη φαντασία του. Είναι το μοναδικό παιδί στον κόσμο επειδή διαψεύδει τις ελπίδες που στηρίζει σ’αυτό ο κόσμος. Και το παιδί θα γίνει πιό παιδί από κάθε άλλη φορά όταν ο χειρότερος κόσμος, που θα έχει χτίσει, θα αντικαταστήσει τον πραγματικό σε όλη του την έκταση. Τότε δε θα είναι πια παιδί γιατί θα έχει εκπληρώσει τον μοναδικό προορισμό του.

Β’ ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Υπάρχουν τρεις θεοί που κανείς δεν τους ξέρει σήμερα. Έγιναν θεοί επειδή κατάλαβαν, πίστεψαν και διαλάλησαν τρία πράγματα, από ένα ο καθένας, και γι’ αυτά θυσιάστηκαν απ’ τους ανθρώπους. Ο πρώτος αποτάχθηκε με φρενίτιδα τον κόσμο, πίστεψε πως κανένας άνθρωπος δεν έχει δίκιο και τον έγδαραν ζωντανό. Ο δεύτερος έβαλε μοναδικό του στόχο, και κατάφερε, να κατακτήσει ολόκληρη την εσωτερικότητά του, πίστεψε πως το δίκιο είναι πάντα εξίσου μοιρασμένο ανάμεσα σε δύο η περισσότερες αντιμαχόμενες παρατάξεις, και τον ακρωτηρίασαν αφήνοντας τελευταίο τον αποκεφαλισμό του. Ο τρίτος βρήκε το μυστικό της ανεξάντλητης δημιουργίας, πίστεψε πως είναι απέραντα αηδιαστικός και αυτός που έχει άδικο και αυτός που έχει δίκιο, και τον παλούκωσαν απ’ όλες τις τρύπες του συγχρόνως.

Γ’  ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Η μύτη, δρασκελώντας βίαια μια μέρα το απαραβίαστο όριο της οράσεως έπειτα από μακροχρόνια προμελέτη, φώναξε θριαμβευτικά μ’ όλη τη δύναμη των ρουθουνιών της: «Το μάτι ήταν μέχρι τώρα δυνατότερο απ’ όλα στο πρόσωπο, από τώρα όμως στη θέση του θα βλέπω εγώ». Και γυρίζοντας να κοιτάξει για πρώτη φορά τον κόσμο, τον είδε άοσμο, σε τέτοιο μάλιστα σημείο που πανικοβλημένη αναζήτησε την όσφρησή της για να επιβεβαιώσει τη συγκλονιστική αυτή εντύπωση, ήταν όμως πολύ αργά. Η όσφρηση είχε εξοβελιστεί για πάντα απ’ τη μύτη. Έτσι, η μύτη αναγκάστηκε από κει και μπρος να βλέπει τον κόσμο χωρίς να μπορεί να τον μυρίσει και χωρίς να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τη συγκλονιστική αυτή εντύπωση που δεν έχει καμία σχέση με την όραση. Αυτό την τρέλανε και κάποια μέρα τη βρήκαν κρεμασμένη με βγαλμένα μάτια. Από τότε είναι που επικράτησε η παροιμία: «Όποιος το μάτι του ζητά με μύτη να το βγάλει, ούτε καπνό μπορεί να δει ούτε και να μυρίσ’ αιθάλη».

***

από τις Στάχτες

Ζοζέ Σαραμάγκου, Κάιν

14/01/2013 § Σχολιάστε


Ένας Θεός νάρκισσος, προικισμένος με μια εξαιρετικά ευέλικτη συνείδηση, που συμφωνεί μαζί του ό,τι κι αν αυτός κάνει, κι ένας πρώιμος αντάρτης, ο Κάιν, είναι οι πρωταγωνιστές του πιο απολαυστικού μυθιστορήματος του Ζοζέ Σαραμάγκου, που έμελλε να είναι το τελευταίο του.
Η Bίβλος, ένα από τα πιο άγρια βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ και που, κατά τον διάσημο νομπελίστα συγγραφέα, δεν θα έπρεπε να πέφτει ποτέ στα χέρια των παιδιών, ξαναγράφεται από τον ίδιο με απρόβλεπτο τέλος, δίνοντας την ευκαιρία για έναν σπαρταριστό διάλογο μεταξύ Θεού και ανθρώπου.
Εξάλλου «η ιστορία των ανθρώπων είναι η ιστορία της ασυνεννοησίας τους με το Θεό – ούτε αυτός καταλαβαίνει εμάς, ούτε εμείς εκείνον».
[Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια, εκδόσεις Καστανιώτη, 2010]
*
Περισσότερα στις Στάχτες

βρίσκει πάντα τρόπο να λάμψει

14/01/2013 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βρίσκει πάντα τρόπο να λάμψει

Δημήτρης Νόλλας: «Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου»

….από την στήλη «Παρά Τέταρτο» στο περιοδικό «Τέταρτο» τεύχος 39-40, Ιούλιος-Αύγουστος 1988.
O άνθρωπος που κάθεται πλάι μου λέει, «οι σωστές αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι», καθώς τα βαγόνια του συρμού χτυπιούνται το ένα πάνω στ’ άλλο από τα κοφτά σύντομα φρεναρίσματα. Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου παρακολουθεί με συμπάθεια όλες αυτές τις κινήσεις που κάνω εδώ και ώρα για να απαλλαγώ από το έντυπο που διαβάζω και λέει, «δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβεις αν αξίζει τον κόπο να διαβάσεις κάτι. Από τις πρώτες γραμμές κιόλας, καμιά φορά κι από τον τίτλο μπορείς να δεις το σημάδι…Όπως με τις φωτογραφίες στα σινεμά. Απ’ τις φωτογραφίες στις βιτρίνες των σινεμά μπορούσες να καταλάβεις αν το έργο αξίζει τον κόπο. Παλιά ήταν περισσότερες, τώρα το μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνουν τα χοντρά γράμματα των ονομάτων», λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ενώ ο επιβάτης που βρίσκεται απέναντί μας ρίχνει το κεφάλι βαριά ανάμεσα στα χέρια του, που απελπισμένα το αρπάζουν απ’ τα μαλλιά πριν πέσει παρακάτω. «Κάτι που φωτίζει, όσο βαθιά κρυμμένο κι αν είναι βρίσκει πάντα τον τρόπο να λάμψει. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στην τελευταία σελίδα για να διαπιστώσεις. Αν πρέπει να κατέβεις μέχρι τον πάτο πιστεύοντας πως ακόμη δεν σου φανερώθηκε θα πει πως δεν ήταν ποτέ εκεί. Δεν υπήρξε».
[…]
Συνέχεια στις Στάχτες
.
.

Where Am I?

You are currently browsing the Στάχτες category at αγριμολογος.