[«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…»
29/05/2019 § Σχολιάστε
Καταγέλαστοι και αξιοδάκρυτοι

Niccolò Machiavelli, Φλωρεντία 1469-1527
Του ©Χρήστου Χωμενίδη
«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…» επισημαίνει το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη σε στίχους της Μέλπως Κολοκοτρώνη. Ολόσωστο. Η τέχνη τού να κερδίζεις και η τέχνη τού να χάνεις είναι μία. Απαιτεί να έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική συγκρότηση ώστε να μη σε παρασέρνει σαν φτερό στον άνεμο η λύπη ούτε όμως και η χαρά, πρωτίστως δε αίσθηση του μέτρου. Αυτό που λέμε χαρακτήρα. Ο Σύριζα απέδειξε περίτρανα, δυστυχώς, πως δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω.
Την εποχή τού καλπασμού, ο νους του είχε ψηλώσει δέκα φορές πάνω απ’τα ποσοστά του. Ξεχείλιζε από αλαζονεία, μισαλλοδοξία, από περιφρόνηση για όποιον στεκόταν απέναντί του. Οικειοποιούνταν αδίστακτα κεφάλαια ολόκληρα της Ιστορίας, την Εθνική και την Αντιδικτατορική Αντίσταση. Περιέφερε αυτάρεσκα ένα κληρονομημένο με πλαστούς τίτλους «ηθικό πλεονέκτημα». Κόμπαζε για τους διεθνείς επαίνους προς τον αρχηγό του δίχως να υποψιάζεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός -μετά τη δεκαεπτάωρη διαπραγμάτευση και την απόλυτη συνθηκολόγηση το θέρος του 2015- είχε μετατραπεί σε πρόθυμο διεκπεραιωτή, πειθήνιο τοποτηρητή των ξένων συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Φλόμωνε με ψέματα την κοινωνία, κυρίως δε τον εαυτό του.
Από την Κυριακή το βράδυ, ο Σύριζα καλείται να αντιμετωπίσει, να μεταβολίσει, μια εκλογική συντριβή. Το κάνει κατά τρόπο καταγέλαστο και αξιοδάκρυτο ταυτόχρονα.
Έχετε νοιώσει σίγουρα πελώρια αμηχανία παρακολουθώντας κάποτε μία άθλια παράσταση. Βλέποντας τους ηθοποιούς να ψελλίζουν, το σκηνικό να θυμίζει καραγκιόζ μπερντέ, τα όσα συμβαίνουν στο σανίδι να μην έχουν την παραμικρή πειστικότητα, πόσω δε μάλλον να μεταδίδουν συγκίνηση… Αυτό ακριβώς το αίσθημα προξενεί σήμερα ο Σύριζα. Κι όσο κι αν σε έχει ως πολίτη προσβάλει -ακόμα και προσωπικά υβρίσει ή συκοφαντήσει- τα περασμένα χρόνια, δεν σού γεννιέται αντικρίζοντας τον να ανεμίζει τα κουρέλια του παρά μελαγχολία.
Οι απλοί οπαδοί του, οι απολίτικοι επί της ουσίας άνθρωποι που σαγηνεύτηκαν από τα κούφια λόγια του, δέθηκαν στο άρμα του, φανατίστηκαν, αρνούνται να δεχτούν ότι πιάστηκαν κορόιδα. Θρηνούν κι οδύρονται και βλαστημούν την πλειοψηφία που δεν κατάλαβε -λένε- το μεγαλείο του Αλέξη και του’ δωσε να πιεί πικρό ποτήρι. «Καληνύχτα Κεμάλ…» γράφουν στο διαδίκτυο «αυτός ο κόσμος δεν θ’αλλάξει ποτέ.» Λες και τον άλλαζε τον κόσμο ο Σύριζα με τα επιδόματα της ντροπής, με τις κακόγουστες φανφάρες του, με τις δειλές μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν απ’ το μνημόνιο, με το υποκριτικό ενδιαφέρον του για τις μειονότητες. Λες και εξελισσόταν στην πατρίδα μας κάποια κοινωνική επανάσταση, η οποία ανεκόπη αιφνιδίως προχθές…
Όσοι πάλι περνιούνται για έγκυροι σχολιαστές της επικαιρότητας, διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, αρθρογραφούν εμβριθώς για τα αίτια της ήττας. Με στομωμένα αναλυτικά εργαλεία, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, μάς εξηγούν ότι «ο Τσίπρας επιχείρησε έναν ιδιότυπο τρίτο δρόμο εντός του ευρώ…» Τι περιελάμβανε ακριβώς αυτός ο «τρίτος δρόμος» αποφεύγουν βεβαίως να το αναφέρουν – πώς να περιγράψεις το κενό; Τα ρίχνουν έπειτα στην «πανευρωπαϊκή υποχώρηση της Αριστεράς», στην επικράτηση της «μεγάλης αστικής Δεξιάς» και τού «ολιγαρχικού σχεδίου» της.
Έχουν άραγε τέτοια τρικυμία εν κρανίω οι διανοούμενοι υπερασπιστές της Κουμουνδούρου ώστε να μην καταλαβαίνουν πως ο Σύριζα αποδοκιμάστηκε όχι εξαιτίας του αριστερού του προσωπείου αλλά επειδή πίσω από τη ριζοσπαστική του μάσκα -φτιαγμένη με υλικά των Απόκρεω- ξεπρόβαλε ένα πρόσωπο λιγούρικο, αρχοντοχωριάτικο, τραμπούκικο, ανίκανο εν τέλει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας και του λαού της;
Πως οι Έλληνες πολίτες δεν μαύρισαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη αλλά τον Παύλο Πολάκη; Ότι δεν γύρισαν την πλάτη στον Ρήγα Φεραίο, πόσω δε μάλλον στον Ιησού Χριστό -με τον οποίον είχε την παράνοια να συγκρίνει τον εαυτό του ο πρωθυπουργός- μα στον Αλέξη Τσίπρα που φιλοξενείται σε θαλαμηγούς, που χαρακτηρίζει τον Κυμπουρόπουλο γλάστρα, που περιστοιχίζεται από τον Καρανίκα κι από τον Πετσίτη; Ότι η σύγκρουση στις εκλογές της 26ης Μαΐου δεν ήταν ιδεολογική. Όταν σε βαραίνει το Μάτι κι εσύ έχεις το θράσος να το αποκαλείς ξαναζεσταμένο φαγητό, κανένα Bella Ciao, καμιά επίκληση στο «δίκιο των πολλών» δεν θα σε σώσει. Το έχεις μόνος σου το δίκιο βάναυσα καταπατήσει.
Αδημονούσα για την εμφάνιση τού Αλέξη Τσίπρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Το ενδιαφέρον μου ήταν και συγγραφικό – «πώς θα αντιδράσει» αναρωτιόμουν «ένας άνθρωπος, ο οποίος στα σαρανταπέντε του γνωρίζει την πρώτη του ήττα, πολιτικά αλλά και προσωπικά; Που έχοντας σμίξει με το ταίρι του από τα δεκάξι, δεν έχει καν γευτεί την πίκρα τής χυλόπιττας; Τι σοκ πρέπει να’ ναι για εκείνον ο οποίος πέρασε τη ζωή του μέχρι τώρα ατσαλάκωτος, αγαλβάνιστος, ανέγγιχτος από τις ματαιώσεις και τα βάσανα που διαμορφώνουν φρόνημα και σθένος ψυχικό;»
Τι είδα;
Ένα αγόρι αλαφιασμένο μεν και πληγωμένο αλλά διόλου σοφότερο. Κάποιον ο οποίος επέμενε να μηρυκάζει τα ίδια έωλα επιχειρήματα, στο ίδιο παρωχημένο ιδίωμα. Που -σάμπως να βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980- μιλούσε για τη «δημοκρατική παράταξη», εννοώντας το κόμμα του και τα ρετάλια που έχει εσχάτως περιμαζέψει. Που επέσειε το φόβητρο της Δεξιάς και το ξόρκι του νεοφιλελευθερισμού. Που ως μόνο λάθος του αναγνώρισε την υπερβολική του αισιοδοξία κι ως καταληκτικό του επιχείρημα επικαλέστηκε ότι ο ίδιος και οι σύντροφοί του είναι καλά παιδιά, συμπάσχουν -λέει- με τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους, ενώ οι αντίπαλοί τους κάτι άθλιοι τύποι, οι οποίοι νοιάζονται μονάχα για την πάρτη τους. Ο Νίκος Φώσκολος της τηλεοπτικής «Λάμψης» σίγουρα θα τον καμάρωνε. Ο Κάρολος Μαρξ αντιθέτως θα άφριζε ακούγοντάς τον…
Άμα πάει με αυτά τα όπλα ο Αλέξης Τσίπρας στις βουλευτικές εκλογές -και πού να βρει καλύτερα ένας άνθρωπος με ελλιπή μόρφωση και ανύπαρκτη εκτός του κομματικού σωλήνα κοινωνική πείρα-, αν διεκδικήσει με τέτοιες μπαρούφες (και δίχως πλέον το φωτοστέφανο του αήττητου) την ψήφο των Ελλήνων, το βράδυ της 7ης Ιουλίου θα νοσταλγεί τα ποσοστά της 26ης Μαΐου. Έσται η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης…
Δεν ξέρω εάν η Νέα Δημοκρατία θα μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Σίγουρα πάντως η Ελλάδα θα έχει άμεση ανάγκη από μια αντιπολίτευση στο ύψος των περιστάσεων, στις ανάγκες των καιρών. Πώς θα μπορούσε η αντιπολίτευση αυτή να’ναι ο σημερινός Σύριζα;
* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας
[σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ·
18/05/2019 § Σχολιάστε
Τα αξιόλογα του Τύπου

Βόλτα με έναν σκύλο
O ©Γρηγόρης Μπέκος στο in.gr
Ο Μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, η ανάγνωσή του, θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τον αριθμό των μοδάτων φιλόζωων, αυτών που σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ.
Δεν μπορεί, θα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς. Και δεν είναι μια λανθασμένη προσωπική εντύπωση, είναι γεγονός: πληθαίνουν στις ελληνικές πόλεις όσοι έχουν αποκτήσει σκυλιά και τα βγάζουν βόλτες και, ασφαλώς, καλά κάνουν.
Ερχεται όμως η ώρα που, μολονότι στατιστικά στοιχεία δεν έχει κανείς, θέτει το αφελές ερώτημα: Γιατί εντείνεται και πώς εξηγείται το φαινόμενο αυτό σήμερα στην Ελλάδα;
Πάντοτε στέκω απορημένος όταν εμφανίζεται μπροστά μου η ακόλουθη εικόνα: αργά το βράδυ, ένας δύσθυμος άνθρωπος από τους πολλούς, από τους πάρα πολλούς εσχάτως, κρατά το λουρί και προσπαθεί βαριεστημένα να συμβαδίσει με το σκυλί του που συνήθως προπορεύεται. Στέκω λοιπόν απορημένος επειδή ακαριαία αρχίζω να σκέφτομαι τη συγκεκριμένη εικόνα με ποσοστά, δηλαδή: σε ό,τι ακριβώς παρατηρώ, αναρωτιέμαι, πόσο τοις εκατό είναι η αυθεντική φιλοζωία, πόσο η απεγνωσμένη μοναξιά και, τέλος πάντων, πόσο η επιπόλαιη μόδα;
Πρόσφατα έτυχε να ξαναδιαβάσω το ανατριχιαστικό διήγημα Ο μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, μια αριστοτεχνική γοτθική ιστορία τρόμου, στοιχειωμένη από τη διαστροφή και την ενοχή.
Εκεί ο φιλόζωος ήρωας και αφηγητής, εντελώς διαταραγμένος πλέον, εκτός από τα κακότυχα τετράποδα, καθαρίζει κάποια στιγμή, με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, και τη σύζυγό του. «Η ανιδιοτελής αγάπη ενός ζώου, που μπορεί να θυσιαστεί γι’ αυτόν που αγαπάει, έχει κάτι που αγγίζει την καρδιά όσων είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν την ποταπή φιλία και την αραχνοΰφαντη αφοσίωση του ανθρώπου» γράφει κάπου ο διορατικός Αμερικανός, με αφορμή ωστόσο ένα «πιστό και έξυπνο» σκυλί, γνωρίζοντας καλά ότι η ανιδιοτέλεια είναι ποιότητα σπάνια μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα κι όταν στρέφεται προς τα ζώα.
Πάντως ο Μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, η ανάγνωσή του, θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τον αριθμό των μοδάτων φιλόζωων, αυτών που σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ.
[κομματικός οπαδισμός αντί πολιτικής ·
16/05/2019 § Σχολιάστε

Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί»
Παραγωγή συναισθήματος αντί πολιτικής
Ζούμε σε λούπα. Σε μια διαρκή επανάληψη, ίδιων εικόνων και ήχων. Η ίδια σκηνή, το ίδιο πλάνο, έρχεται και επανέρχεται μαζί και λέξεις, φράσεις ολόκληρες, που επαναφέρουν διαρκώς τον «διχασμό», την «πόλωση», τη «δολοφονία χαρακτήρων», τη «λάσπη», τον «κατήφορο». Η συζήτηση στη Βουλή κορυφώνεται πάντα στο «προσωπικό». Βολές κατά των οικογενειών των δύο πολιτικών αρχηγών, του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο πρωθυπουργός χρειάστηκε (από τον λογαριασμό του στο Facebook) 865 λέξεις για να απαντήσει στον πρόεδρο της Ν.Δ. που αναφέρθηκε στην οικογενειακή του περιουσία: πώς την απέκτησε ο πατέρας του «πότε την απέκτησε, με ποιους έκανε δουλειές στη χούντα».
Προηγουμένως, ο κ. Αλέξης Τσίπρας είχε σχολιάσει: «Δεν μπήκα στην πολιτική πλούσιος, δεν έγινα πλούσιος και δεν ανήκα σε μια οικογένεια που δεν κάνει τίποτε άλλο από πολιτική και είναι ζάπλουτη».
Η συζήτηση που τελείωσε προχθές το βράδυ (με την ψηφοφορία επί της προτάσεως του πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση) είχε και άλλα: μαντινάδες, ηλιοβασιλέματα, στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη και, βέβαια, την εμμονική αντιπαράθεση για τις «ελίτ» και τους «πλούσιους». Υπερχείλισε το συναίσθημα, εν γένει, σε διάφορες εκφάνσεις. Πρόσφατα ο καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης σημείωσε, με άλλη αφορμή και για άλλο θέμα, σε κείμενό του στη Lifo: «Στο όνομα της “συγκίνησης” χαράζονται, ας πούμε, ψεύτικα σύνορα ανάμεσα στην ελίτ και στον λαό, λες και η ελίτ συνιστά κάποιο ενιαίο μπλοκ και ο λαός ένα συμπαγές σώμα. Η πάση θυσία αναζήτηση συναισθηματικών δονήσεων στην πολιτική ξεχνάει, επίσης, πως υπάρχουν και πράγματα δυσάρεστα, διαδικασίες που δεν έχουν λούστρο, πολιτική που δεν είναι έκσταση ούτε γιορτή, αλλά δουλειά, μεσολάβηση, σύνθεση. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτικής και διοίκησης που δεν χειραφετεί ούτε υποδουλώνει γιατί αφορά τα πεζά πράγματα του βίου».
Γι’ αυτά τα «πεζά», κουβέντα. Γιατί οι προεκλογικές παροχές, υπό τη μορφή δήθεν ελαφρύνσεων, δεν συνιστούν ούτε μεταρρυθμίσεις ούτε πρόοδο. Η δουλειά αναστέλλεται μπροστά σε σχηματικές αντιπαραθέσεις περί αλήθειας και ψέματος, ό,τι δεν περιλαμβάνει διαμαρτυρία ή σύνθημα προσπερνιέται ως πληκτικό ή θαμπό και, εν τέλει, αδιάφορο. Θεωρούμε κι εμείς, ως θεατές – ακροατές, δεδομένη την υποχώρηση του πολιτικού και την κατάληψη του κενού από το συναίσθημα.
Η κοινωνική ευαισθησία ταυτίστηκε στρεβλά με έναν αντισυστημικό λόγο, που επιτίθεται μόνο στον νεοφιλελευθερισμό και στη λιτότητα. Η ευαισθησία δεν πρέπει να συγχέεται με τη συγκίνηση. Δεν έχουν καμία σχέση. Με τον ίδιο τρόπο «που η ευγένεια δεν είναι έκφραση αδυναμίας», όπως επισήμανε στη Βουλή ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ευαισθησία και η ευγένεια εξέλιπαν γιατί δεν ταιριάζουν με το προφίλ ενός πολιτικού που θέλει να έχει πρόσβαση και απήχηση στα «ευρύτερα κοινωνικά στρώματα».
Κάπως έτσι υπονομεύτηκε ο πολιτικός διάλογος και κέρδισαν έδαφος τα πολιτικά πάθη. Την τελευταία τετραετία, ειδικότερα, χάθηκαν εντελώς οι αποχρώσεις που οξύνουν την ευαισθησία και ασκούν ακοή και όραση στη διαφορετικότητα. Υπάρχουν μόνο ένοχοι, δίπολα, μονοκόμματες ταυτίσεις με τη μία ή με την άλλη πλευρά. Τα αδιέξοδα μεγεθύνονται αντί να περιορίζονται, η ανομία εκβάλλει στους δρόμους της πόλης όλο το 24ωρο, απουσιάζει το πλαίσιο των κανόνων που θα συγκρατήσει το ανεξέλεγκτο και θα ανακουφίσει από την έξαρση του φόβου, του θυμού, της επιθετικότητας.
Με αφορισμούς και με συνθήματα η ζωή στενεύει, εξαντλούνται τα αποθέματα. Οσο υποχωρεί η πολιτική και κυριαρχεί το συναίσθημα, τόσο ο κόσμος θα αποπολιτικοποιείται, θα αδιαφορεί για τις εκλογές, θα ψηφίζει χωρίς κριτήριο, τυφλά και ασυνάρτητα.
Οταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί». Ετσι, για να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που είχε τη γενναιότητα της ευαισθησίας και την υπερασπίστηκε ώς το τέλος.
*
©Μαρία Κατσουνάκη –Καθημερινή
[Ένας επικίνδυνος ιός ·
08/03/2019 § Σχολιάστε
Ζητήματα Ελευθερίας
Λόγου και Έκφρασης

Απόσπασμα άρθρου του Νάσου Βαγενά, που δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής 17.2.2019. Πρώτα αναφέρεται στο παράδειγμα του Π. Πολάκη.
via Athens Review of Books
[…] Το δεύτερο παράδειγμα είναι το (προ του κυβερνητικού διαζυγίου) εκκωφαντικό (αν κρίνουμε από την τηλεοπτική συνέχισή του) ενδοοικογενειακό ξεκατίνιασμα, κατά τη διάρκεια Υπουργικού Συμβουλίου, ανάμεσα στον αδιάφθορο υπουργό Εθνικής Άμυνας και τον ανυποχώρητο σε θέματα προσβολής της τιμής του υπουργό Εξωτερικών ‒ με τον αρχηγό της οικογένειας και τους λοιπούς συγγενείς να κάνουν πως δένουν τα κορδόνια τους (λυπάμαι που χρησιμοποιώ, για λόγους ακρίβειας, έναν χαρακτηρισμό επιλήψιμο για τους φανατικούς της πολιτικής ορθότητας). Αναμένεται η εκδίκαση της μηνυτήριας αναφοράς για συκοφαντική δυσφήμηση (υπόθεση Σόρος), την οποία κατέθεσε ο Ανυποχώρητος εναντίον του Αδιάφθορου, τέως συνεταίρου και υμνητή του.
Ανέφερα την αναμονή της διαλεύκανσης αυτού του ξεμαλλιάσματος, γιατί παρέχει την αφορμή να μιλήσει κανείς και για μιαν άλλη υπόθεση ‒ το τρίτο παράδειγμα ‒ που δείχνει ότι ο περί ου ο λόγος ιός έχει προσβάλει και ορισμένους ανώτατους λειτουργούς της Δικαιοσύνης. Εννοώ τη διαβόητη στο εξωτερικό, όμως όχι επαρκώς προβαλλόμενη από τα καθ’ ημάς ΜΜΕ, «Υπόθεση Κοτζιά versus Athens Review of Books». Δηλαδή την προσπάθεια του πρώην καθοδηγητή του ΚΚΕ, πρώην εξ απορρήτων συνεργάτη ‒ επί κυβερνήσεως ΠαΣοΚ ‒ του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου, και τέως υπουργού Εξωτερικών των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να αποδείξει ότι το περιοδικό, γράφοντας ότι υπήρξε φανατικός σταλινικός, τον δυσφήμησε συκοφαντικά. Προσπάθεια που είχε ως αποτέλεσμα να βγουν στο φως άγνωστες στους νεότερους πτυχές του σκοτεινού πολιτικού του παρελθόντος.
Το ακραίο σταλινικό παρελθόν του κ. Κοτζιά ήταν γνωστό, όχι μόνο από κείμενά του, τα οποία αγνόησαν οι ανιστόρητοι εφέτες που τον «δικαίωσαν», και εν συνεχεία οι Αρεοπαγίτες οι προαχθέντες κατόπιν σε Πρόεδρο και Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου («ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων [που γεννήθηκε το 1950] υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του ΚΚΕ [που ιδρύθηκε το 1918], όμως…»), αλλά και από ομολογίες (εκ των υστέρων) του ίδιου του Ανυποχώρητου («Εγραφα κατ’ εντολήν του Κόμματός μου πράγματα τα οποία ήταν ανοησίες» (συνέντευξή του στο Spiegel, 9-2-2015)· «Γνωρίζω τις μεθόδους τους [των του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τη θεαματική εκπαραθύρωσή του]· θήτευσα κι εγώ στη σταλινική Αριστερά» (τηλεοπτική συνέντευξή του, 23-10-2018).
Το ότι η εν λόγω δικαστική απόφαση μας έκανε περίγελο διεθνώς αποδεικνύεται και από την έκκληση που απευθύνουν προς τους προέδρους της ΕΕ Γιούνκερ και Τουσκ (εν αναμονή της απόφασης για αναψηλάφηση της δίκης) πλήθος Ελλήνων και ξένων πραγματικά προοδευτικών διανοουμένων, ανάμεσα στους οποίους και οι Mario Vargas Llosa, J.M. Coetzee, Noam Chomsky, Richard Wolin, Joyce Carol Oates, Harold Bloom.