Αν αυτό είναι Αριστερά
20/07/2015 § Σχολιάστε
Του Δημήτρη Ραυτόπουλου

Αν αυτό είναι Αριστερά, δεν δέχομαι την ιδιότητα του αριστερού. Εννοώ την κομμουνιστική ή ριζοσπαστική Αριστερά, που ευδοκιμεί παρ’ ημίν, ενώ αδυνατεί να υπάρξει μια σοβαρή, σύγχρονη, ρεαλιστική Αριστερά, δηλαδή σοσιαλδημοκρατική. Η αιτιολογία είναι εξαιρετικά περίπλοκη, αλλά χοντρικά πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στον παρασιτικό χαρακτήρα της οικονομίας μας και στην ανάλογη κοινωνιοδομή, στην υπανάπτυξη, στην ασύστατη παιδεία και τη συνακόλουθη ελληνοφρένειά μας. Στην Ουγκάντα του Αμίν Νταντά, ας πούμε, θα μπορούσε να φυτρώσει ένας σταλινολαφαζανισμός, ποτέ όμως ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός, εμπνευόμενος π.χ. από τις ιδέες του Μπερνστάιν ή του Ρόουλς.
Εδώ και τώρα. Από εδώ πέρασε η ριζοσπαστική Αριστερά και όπως λέει το όνομά της, θέρισε σύρριζα: δεν άφησε όρθια ούτε την ιδιωτική οικονομία, την οποία μισεί βλακωδώς, ούτε την πίστη ούτε την αξιοπρέπεια της χώρας. Ποτέ μια ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε σε λίγους μόνο μήνες τέτοια καταστροφή, υλική και ηθική. Εννοείται, «βαθιές είναι οι ρίζες». Δεν τα έκαναν όλα μόνοι τους ο Τσιπροκαμμένος και ο Λαφαζανομπαρούφας. Ο λαϊκισμός του παπανδρεϊσμού και της λαϊκής Δεξιάς με την κομμουνιστική Αριστερά συνένοχο έχει σαμποτάρει την πραγματική πρόοδο που λέγεται μεταρρύθμιση, έχει ενισχύσει τον παρασιτισμό και την ανομία. Αλλά ετούτη η Αριστερά, που αναγγέλθηκε ως ελπίδα και ειρηνική επανάσταση, ξεπέρασε κάθε όριο αντιδραστικότητας. Επιμένω: η ελληνική Αριστερά είναι η πρώτη αντιδραστική δύναμη της χώρας, γι’ αυτό και χωρίς ενδοιασμούς συγκυβερνά με τους εθνολαϊκιστές.
Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται, δυστυχώς, πολύ αργά, μετά την καταστροφή. Και διασπασμένος, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει αμετανόητος. Είναι θλιβερό και γελοίο το θέαμα των δακρύων (μου θύμισε την κατάθεση των όπλων μετά τη Βάρκιζα), της συνωμοσιολογίας, της πλήρους ανευθυνότητας και της σχιζοφρένειας. Ομολογούν ότι αναλαμβάνουν μια συμφωνία που εχθρεύονται, που κάλεσαν τον λαό να καταψηφίσει και αμέσως μετά την πρότειναν επιδεινωμένη και ταυτόχρονα την αποδοκιμάζουν και δηλώνουν ότι αδυνατούν να την εφαρμόσουν, αλλά συνεχίζουν… Ούτε ντρέπονται ούτε παραιτούνται ούτε απολογούνται. Ζητούν και τα ρέστα. Εχουν πάντα δίκιο, ως ιδιοκτήτες της αλήθειας: δική τους είναι, ό,τι θέλουν την κάνουν· είναι ιστορική αναγκαιότητα και μαρξιστική διαλεκτική.
Θέλω όμως να σταθώ στον προταίτιο. Τα μίντια, οι λιβανιστάδες, κάποιοι εμβριθείς αναλυτές κοντεύουν να τον κάνουν τραγικό ήρωα και μεγάλο πολιτικό ηγέτη, κάτι σαν Τζουζέπε Μαντσίνι. Με συγχωρείτε. Εγώ δεν είμαι πολιτικός ούτε πολιτικορθοφρονών. Ο κύριος Τσίπρας είναι ο μεγάλος υπεύθυνος για την καταστροφή. Εξαπάτησε τον ελληνικό λαό με το παπατζίδικο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, εκβίασε εκλογές, υπονομεύοντας την εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη και τη σχέση μας με την Ε.Ε., έγινε ο εμπνευστής τού «δεν πληρώνω» και της «σεισάχθειας», κήρυξε τη νέα αντίσταση και την ευρωπαϊκή επανάσταση και έμαθε χορό στις αγορές. Και συνέχισε με την πεντάμηνη δήθεν διαπραγμάτευση. Εκεί είναι ο κόμπος. Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας ομολόγησε ότι έπαιξε πιστεύοντας στην μπλόφα, όχι τη δική του, τη βαρουφάκεια, αλλά τάχα την μπλόφα των άλλων. Στο τέλος τρόμαξε τόσο από το φιάσκο της μπλόφας του, που συνθηκολόγησε και γύρισε πίσω με την «επιτυχία» του.
Οχι! Ο κ. Τσίπρας παραμένει ο Αλέξης ο Τσίπρας! (Η επανάληψη του άρθρου επέχει θέση μορίου ευγενείας στη συριζαίικη αργκώ). Δεν είναι ο νέος πολιτικός. Είναι το γεροντοπαίδι της παρωχημένης Αριστεράς. Αντλεί από την πιο μπαγιάτικη ρητορική της ουτοπίας της και από τα απωθημένα της εμφυλιακής ήττας. Πρόκειται για τη γνωστή ηθική υπεραξίωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που αυτοαναγορεύεται σε τιμητή των πάντων και ιδιοκτήτη των αξιών, παρά τις παταγώδεις διαψεύδεις και τις συμφορές που έχει επιφέρει παντού, μα παντού στον πλανήτη, όπου δοκιμάστηκε. Η τελευταία είναι αυτή που ζούμε εμείς εδώ.
Θα πει κανείς, ωραία όλα αυτά, τώρα τι γίνεται; Ολοι πίσω από τον Τσίπρα ή χάος και εκλογές; Επαναλαμβάνω: δεν είμαι πολιτικός, δεν δέχομαι το διαχειριστικό δίλημμα. Ως πνευματικός άνθρωπος και αριστερός πολίτης αρνούμαι τη θρησκειοποίηση της πολιτικής. Δεν προσυπογράφω την ετεροδικία μιας χρεοκοπημένης ιδεολογίας και μιας πολιτικής η οποία, εκτός από το εθνικό και κοινωνικό έγκλημα που διαπράττει, χαντακώνει και την ιδέα του σοσιαλισμού, της Αριστεράς αν θέλετε. Θα συντασσόμουν κι εγώ, αν ο κ. Τσίπρας, έστω και τώρα, αργά, ζητούσε συγγνώμη από τον ελληνικό λαό που εξαπάτησε και από τους πολιτικούς αντιπάλους που συκοφάντησε και ύβρισε. Και αν καλούσε ανυστερόβουλα (παραιτούμενος) σε εθνική ανασύνταξη. Αν φορούσε γραβάτα. Θα συμφωνούσαμε εμείς οι παλιοί αριστεροί, όχι για μας, ούτε καν για τα παιδιά μας, αλλά για τη φουκαριάρα τη μάνα μας.
* Ο κ. Δημήτρης Ραυτόπουλος είναι συγγραφέας – Διαβάστε ποιος είναι στη biblionet
Προτάσεις για νέο νόμο ελευθερίας του Τύπου
21/06/2015 § Σχολιάστε
«…ο λεγόμενος «τυποκτόνος νόμος» όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι θεσπίσθηκε, αλλά σχεδόν πάντα λειτουργεί υπέρ των εχθρών της ελευθερίας του λόγου.»

Αφίσα και σκίτσο του ©Tomi Ungerer
Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ*
Σκοπός του περί τύπου νόμου ήταν υποτίθεται η προστασία της τιμής και της υπόληψης των πολιτών και η αποκατάσταση σε περίπτωση συκοφάντησης. Δεν είναι ο αθέμιτος πλουτισμός και η δήθεν αποκατάσταση του ενάγοντος όταν μετά από χρόνια τελεσιδικήσει η υπόθεση. Ο N. 1178/1981, όπως τον χειροτέρεψαν οι νόμοι Βενιζέλου 2243/94 και 2328/1995, έγινε ακριβώς εργαλείο εκβιασμού, φίμωσης και αθέμιτου πλουτισμού από αυτούς που έχουν κάνει επικερδές επάγγελμα την υπεράσπιση της δήθεν θιγείσας τιμής και η υπόληψής τους και το απόλυτο εργαλείο για δημόσια πρόσωπα ώστε να επιβάλουν τη λογοκρισία στην κριτική στην οποία δείχνουν σφοδρή δυσανεξία. Μετατράπηκε σε μάστιγα της ελευθερίας του λόγου και του τύπου.
Θα μπορούσα να δώσω πολλά παραδείγματα για το πώς ο λεγόμενος «τυποκτόνος νόμος» όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι θεσπίσθηκε, αλλά σχεδόν πάντα λειτουργεί υπέρ των εχθρών της ελευθερίας του λόγου. Καταρχήν, ο εμφανιζόμενος ως θιγμένος δεν ζητά την άμεση ανάκληση όσων υποτίθεται ότι τον έθιξαν βαρύτατα, δεν ζητά την άμεση αποκατάσταση, αλλά με μια αγωγή ζητά αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ευρώ. Και μόνον αυτό αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο νόμος είναι κακός και πρέπει να αλλάξει. Και μόνον αυτό αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο ενάγων υποκρίνεται τον θιγμένο, αφού άλλα είναι εκείνα που τον ενδιαφέρουν: θα υπομένει την προσβολή για όσα χρόνια απαιτηθεί ώστε να «αποκατασταθεί» η τιμή του που τιμή δεν έχει, αφενός με την όσο γίνεται μεγαλύτερη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που δήθεν υπέστη και αφετέρου με την δήθεν αποκατάσταση διά της καταχώρισης στον Τύπο περίληψης της απόφασης που έκανε δεκτή –έστω και κατά μικρό ποσοστό– την αγωγή του.
Καμιά φράση αυτού του νόμου δεν έχει γραφεί για να υπηρετεί τον υποτίθεται δίκαιο σκοπό του. Δεν υπάρχει διαστροφή του νοήματος της δημόσιας κριτικής, ακόμη και βιασμού του ύφους, που να μην ευνόησε ο νομοθέτης και να μην αποδέχθηκε η εθελοτυφλία της νομολογίας, εξ ου και οι τόσες καταδίκες της χώρας μας στο Στρασβούργο. Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στους ενάγοντες να κακοποιήσουν την ελευθερία του άλλου, την ελευθερία του λόγου και του τύπου, προκειμένου να διεκδικήσουν ένα μεγάλο ποσόν που θα απαλύνει τον ψυχικό πόνο που υπέστησαν (π.χ. το άλγος που ένιωσε «έξαλλος ακροδεξιός εθνολαϊκιστής» πολιτικός, το οποίο θα εξαλειφθεί με την καταβολή 2 εκατομμυρίων ευρώ). Και το πραγματικό θύμα, ο διωκόμενος συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος, δεν έχει το παραμικρό όπλο να αντισταθεί στον παραλογισμό αυτού του άδικου νόμου, παρά μόνο αν έχει την τύχη να χειριστούν την υπόθεσή του δικαστές που δεν αγνοούν τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (και του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ). Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, που σημαίνει ότι ήταν προφανώς αβάσιμη, καταχρηστική ή και εκβιαστική, παραδόξως δεν θεωρείται ότι προσεβλήθη η προσωπικότητα ή άλλα έννομα αγαθά τού αδίκως εναχθέντος ή ότι υπέστη ηθική βλάβη ώστε να μπορεί να ασκήσει κάποιο ένδικο μέσον.
Με δυο λόγια, με την άσκηση αγωγής, ο ενάγων δεν έχει να χάσει τίποτε, αντιθέτως, υπάρχει πιθανότητα να κερδίσει ένα μεγάλο ή καμιά φορά και τεράστιο ποσόν με τα κατώτατα όρια που όρισε με προφανή δόλο ο νομοθέτης. Ακόμη κι αν ο εναγόμενος δικαιωθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αποζημιώνεται από τους έλληνες φορολογούμενους, ενώ ο αδικοπραγήσας ενάγων μπορεί να απολαμβάνει ανενόχλητος τα χρήματα που αθεμίτως αποκόμισε με τις επανειλημμένες κακοδικίες των ελληνικών δικαστηρίων. Ο εναγόμενος, στην καλύτερη περίπτωση μετά από χρόνια ταλαιπωρίας θα πρέπει να αισθάνεται δικαιωμένος αν απορριφθεί η αγωγή, στη χειρότερη μπορεί να χάσει το σπίτι του ή την περιουσία του και σε κάθε περίπτωση ένα μέρος της ελευθερίας του και την ψυχική του ηρεμία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχει συμβεί ακόμη και το ακραίο κρούσμα να υποβάλλονται πολλές πανομοιότυπες αγωγές για το ίδιο κείμενο και να προσδιορίζονται σε διαφορετικές ημερομηνίες ώστε ο εναγόμενος να καταστρέφεται οικονομικά και ψυχολογικά διά της δικαστικής διαδικασίας και μόνο. Θα μπορούσα να συνεχίσω περιγράφοντας τις διαστροφές του νόμου της ανελευθερίας, αλλά είναι προτιμότερο να παραθέσω μερικές ιδέες και προτάσεις, όχι βέβαια νομοτεχνικά επεξεργασμένες αφού δεν είμαι νομικός, οι οποίες θα συνέβαλαν στην σύνταξη ενός νόμου ελευθερίας του λόγου και του τύπου και όχι ανελευθερίας, εκβιασμού και τρομοκρατίας όπως συμβαίνει με τον σημερινό νόμο.
1. Προϋπόθεση του παραδεκτού έγερσης αγωγής αστικής αποζημίωσης είναι να έχει ζητήσει ο ενάγων αποκατάσταση της αλήθειας και να υπήρξε άρνηση, απροθυμία ή μη επαρκής και ρητή αποκατάσταση. Η αποκατάσταση της αλήθειας θεωρείται οιονεί εξωδικαστικός συμβιβασμός. Προθεσμία κατάθεσης της αγωγής αστικής αποζημιώσεως να είναι 6 μήνες από το επίμαχο δημοσίευμα (και όχι 5 χρόνια όπως ισχύει σήμερα).
2. Μετά την υποβολή της η αγωγή μελετάται από αρμόδιο προς τούτο δικαστικό λειτουργό-εισηγητή, και σε περίπτωση που είναι προφανώς αβάσιμη, καταχρηστική, εκβιαστική, ή τα αιτήματά της αντίκεινται στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, τίθεται στο αρχείο με την ανάπτυξη του σχετικού σκεπτικού, ώστε ο ενάγων να μπορεί να το προσβάλει εφόσον επιμένει στην αγωγή του.
3. Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής επιδικάζεται το ήμισυ του αιτηθέντος και απορριφθέντος ποσού στον εναγόμενο. Θα μπορούσε να γίνει αυστηρότερο αν προσθέταμε και για το απορριφθέν μέρος. Αυτό είναι το κλειδί για να σταματήσει η βιομηχανία υποβολής καταχρηστικών αγωγών, χωρίς καμιά συνέπεια για τους ενάγοντες. Η προσθήκη θα περιόριζε αυτομάτως τις απαιτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ.
4. Προϋπόθεση χρηματικής αποζημίωσης για ηθική βλάβη πολιτικού ή δημοσίου προσώπουείναι να έχει υποβάλει εκτός από αγωγή και μήνυση ο ενάγων. Μέχρι την εκδίκαση της μήνυσης η συζήτηση της αγωγής αναστέλλεται.
5. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή αλλά ο εναγόμενος δικαιωθεί από το ΕΔΑΔ, δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση όλο το αιτούμενο ποσόν εντόκως από τον ενάγοντα εις ολόκληρο με το ελληνικό δημόσιο.
6. Σε περίπτωση υποβολής πολλών και με το ίδιο περιεχόμενο αγωγών για ένα άρθρο ή βιβλίο ή την αρθρογραφία ή εκπομπή/ές που αφορά ένα θέμα αυτές υποχρεωτικά συνεκδικάζονται.
7. Σε περίπτωση καταδίκης της χώρας μας από το ΕΔΑΔ, οι ενάγοντες υποχρεούνται να επιστρέψουν τα ποσά που αθεμίτως εισέπραξαν και επιπλέον να αποζημιώσουν τον εναγόμενο αντί των ελλήνων φορολογουμένων.
8. Τα κατώτερα ποσά που όριζε ο προηγούμενος νόμος καταργούνται και αφήνονται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου. Ωστόσο, αυτά δεν μπορεί να είναι υπερβολικά ή εξοντωτικά, έτσι που να καταστρέφουν το μέσον ενημέρωσης ή τον συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος.
* Ο Μ. Βασιλάκης είναι διευθυντής της Athens Review of Books.
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015, σελ. 28.
Την προοδευτική, κοσμική, ανεκτική και ελεύθερη κοινωνία, πιθανότατα, δεν θα προλάβουμε ποτέ να τη δούμε στην Ελλάδα
18/04/2014 § Σχολιάστε
Το Αγιο Φως και ο μύθος της κοσμικής Ελλάδας

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, αυτό το άρθρο δεν δημοσιεύτηκε από εφημερίδα της Αριστεράς (βλ. στο τέλος του κειμένου…)
Σε κάθε θρησκευτική γιορτή αναζωπυρώνεται στους κόλπους μιας μικροσκοπικής μειοψηφίας μια συζήτηση που έχει να κάνει με τη θρησκεία και την επιρροή της στην κοινωνία. Κάθε Πάσχα, ας πούμε, εμφανίζονται ιδέες και απόψεις σε μέσα κοινωνικά ή μη, από άθεους ή μη θρησκευόμενους, που άμεσα ή έμμεσα καταδικάζουν, επικρίνουν ή κοροϊδεύουν επίκαιρες ορθόδοξες χριστιανικές παραδόσεις και την επιρροή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Οι απόψεις αυτές απαντώνται από προσβεβλημένους πιστούς που υπεραμύνονται του δικαιώματος του λαού να εκφράζεται όπως θέλει και αμφισβητούν το δικαίωμα των πρώτων να σχολιάζουν.
Εγώ ανήκω στο πρώτο «στρατόπεδο» και θα ήθελα να υπογραμμίσω εδώ κάποιες παρανοήσεις εκατέρωθεν.
Πρέπει να γίνει σαφές ότι υπάρχουν πολίτες που βλέπουν την επιρροή της θρησκείας στη ζωή της χώρας με αποτροπιασμό και φρίκη. Κι εδώ δεν εννοώ μόνο την επίσημη Εκκλησία, με τις πολιτικές και άλλες διαπλοκές της, εννοώ την ίδια τη θρησκεία. Υπάρχει η αντίληψη ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένα προσωπικό θέμα του καθενός και στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας αυτό ασφαλώς ισχύει, αλλά η έκφρασή της είναι κάτι που δεν αφορά μόνο το κάθε άτομο ξεχωριστά, μα έχει επίδραση στο κοινωνικό σύνολο. Ως εκ τούτου, αυτή (και όχι η πίστη η ίδια) είναι θέμα άξιο σχολιασμού στο πλαίσιο μιας άλλης ελευθερίας – της έκφρασης. Εχουμε στο μυαλό μας το πρότυπο της γλυκιάς γιαγιάς που ανάβει το κεράκι στην εκκλησία και είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι μέχρι εκεί φτάνει η επίδραση της θρησκευτικής πίστης στη συμπεριφορά του ατόμου, αλλά αυτή είναι μια εικόνα λανθασμένη. Η γλυκιά γιαγιά, ακριβώς επειδή είναι πάρα πολύ πιστή, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και εχθρική προς την πνευματική πρόοδο, επιφυλακτική απέναντι στην επιστήμη, συντηρητική στις πολιτικές αντιλήψεις, αρτηριοσκληρωτικά αντίθετη στις κοινωνικές αλλαγές, ομοφοβική, καθόλου ανεκτική απέναντι στο διαφορετικό ή το νέο. Μπορεί και να μην είναι τίποτα από όλα αυτά, βέβαια, αλλά αν είναι πραγματικά πιστή σε ένα θρησκευτικό δόγμα, πιθανότατα είναι, γιατί αυτές είναι συμπεριφορές που τα περισσότερα θρησκευτικά δόγματα επιτάσσουν.
Βεβαίως, πολλοί πιστοί είναι καλά εξοπλισμένοι με λεξιλόγιο σφυρηλατημένο εδώ και χιλιετίες για να επιχειρηματολογήσουν ενάντια σ’ αυτή την άποψη, υποστηρίζοντας ότι όχι, η θρησκεία δεν επιβάλλει τον συντηρητισμό και την κοινωνική αγκύλωση, ίσα ίσα, προβάλλει την πρόοδο και την εξέλιξη.
Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν, όμως, είναι να αμφισβητήσουν σε άλλους το δικαίωμα να διαφωνούν. Γιατί πρόκειται για ένα θέμα που μας αφορά, δεν είναι προσωπικό της κάθε γιαγιάς που ανάβει κεράκι, από τη στιγμή που η γιαγιά ψηφίζει και διαμορφώνει την πορεία και το μέλλον της χώρας ακριβώς όπως και εμείς. Η συντήρηση και η κοινωνική καθυστέρηση είναι θέματα άξια συζήτησης και σχολιασμού, ανεξαρτήτως αιτίων.
Από την άλλη, «εμείς», οι πολίτες που θεωρούμε την υποδοχή μιας λαμπάδας με τιμές αρχηγού κράτους γελοία, την υποχρεωτική κατήχηση στα σχολεία εξωφρενική και την εικόνα βουλευτών που ορκίζονται μπροστά σε χρυσοποίκιλτους ρασοφόρους προσβλητική, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε μια πολύ σημαντική αλήθεια: είμαστε λίγοι. Τόσο λίγοι, που καταλήγουμε ασήμαντοι, εκτός θέματος, ίσως και εκτός πραγματικότητας. Νόθα παιδιά ενός Διαφωτισμού που από εδώ δεν πέρασε ποτέ, ξεχνάμε συχνά ότι δεν ζούμε σε μια πραγματικά κοσμική χώρα. Η Ελλάδα έχει επίσημη θρησκεία αναγνωρισμένη στο Σύνταγμά της, όπως το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν (αλλά και χώρες όπως η Φινλανδία και η Αγγλία), και η επιρροή της θρησκείας στην κοινωνική και πολιτική ζωή των πολιτών της δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της διαπλοκής της επίσημης Εκκλησίας με την πολιτική εξουσία. Είναι εκπεφρασμένη βούληση του λαού. Οι πολίτες δεν συμφωνούν σε τίποτα, αλλά τρία εκατομμύρια από αυτούς (ανάμεσά τους και ο τότε πρωθυπουργός) υπέγραψαν πριν από μερικά χρόνια υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, οι Ελληνες είναι τέταρτοι στην Ε.Ε. σε ποσοστό, που δηλώνουν ότι «πιστεύουν στον Θεό». Σε ποσοστό μόλις 4% οι Ελληνες δηλώνουν ότι «δεν πιστεύουν» σε κάποιο Θεό ή φανταστική μυστικιστική δύναμη στον ουρανό. Για τη συντριπτική πλειονότητα οι αγιασμοί στα προαύλια και οι επικλήσεις πρωθυπουργών στην Παναγιά δεν είναι φαινόμενα γκροτέσκα – είναι φυσιολογικά, αναμενόμενα, επιθυμητά.
Οσοι αισθάνονται την ανάγκη τέτοιες μέρες να υπογραμμίσουν τον αποτροπιασμό τους για την οπισθοδρομική, παραδόπιστη και θρησκόληπτη κοινωνία στην οποία ζούμε πρέπει να έχουν στον νου τους ότι την ανοιχτή, προοδευτική, κοσμική, ανεκτική και ελεύθερη κοινωνία που οραματίζονται, πιθανότατα, δεν θα προλάβουμε ποτέ να τη δούμε στην Ελλάδα. Στην πράξη μπορούμε μόνο είτε να την αναζητήσουμε κάπου αλλού είτε να αρκεστούμε στα μικρά, δειλά, πολύ αργά βήματα που γίνονται εδώ.
Να, ας πούμε, δείτε μια καινούργια ταυτότητα: πουθενά δεν αναγράφεται το θρήσκευμα.
©Θοδωρής Γεωργακόπουλος στην «Καθημερινή«
Επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ
07/02/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ
Τα εν πολλαίς αμαρτίαις…
Editorial του Athens Review of Books, Φεβρουαρίου 2012, τεύχος 26
Η συμμετοχή της πλειονότητας των ελληνικών μέσων μαζικής «ενημέρωσης» στην καταστροφή της χώρας –και προπαντός των τέως ισχυρών και κυρίαρχων ενώπιον των οποίων έτρεμε μέχρι πρότινος το φυλλοκάρδι των ιθαγενών πολιτικών– θυμίζουν το τροπάριο της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός. Δυστυχώς όμως χωρίς το τμήμα του που αφορά την γεμάτη δάκρυα μετάνοια, έναντι της οποίας η γυνή αναμένει –εις μάτην βεβαίως!– την ευαγγελική συγχώρεση. Αντίθετα, τόσο τα κατορθώματά τους του παρελθόντος όσο και η παρούσα συμπεριφορά τους θυμίζουν περισσότερο τις επόμενες φράσεις του τροπαρίου: «Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας».
Τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν ασφαλώς ισχυρή εξουσία (τη λεγομένη τέταρτη) σε κάθε χώρα και η συμπεριφορά τους ενσταλάζει στο κοινό τους κοινωνικές αξίες, νοοτροπίες και συμπεριφορές που διαμορφώνουν καταλυτικά την κοινωνική και πολιτική ζωή. Παντού στον κόσμο τα Μέσα έχουν σχεδόν αναπόφευκτες αδυναμίες. Η συνεισφορά τους όμως στη σημερινή ελληνική καταστροφή ξεπερνά τα συνήθη μέτρα και τις ευθύνες που θα τους καταλογίζονταν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική χώρα.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ποιες είναι οι κύριες ελληνικές ιδιαιτερότητες του χώρου των ΜΜΕ; Η πιο σημαντική ίσως είναι η εξόχως προνομιακή θέση και μεταχείριση που είχαν επί δεκαετίες από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Φθηνό χαρτί, υποχρεωτικές δημοσιεύσεις ισολογισμών, επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων τους εις βάρος τρίτων, δάνεια χωρίς τήρηση των τραπεζικών κριτηρίων, νόμιμη δυνατότητα «μαύρων» αφορολόγητων δαπανών κ.ά. Επιπλέον, ιδιαίτερη μεταχείριση προνομιούχων εργαζομένων σε αυτά, με ηγεμονικούς μισθούς και μεγάλη πολιτική επιρροή, κατά κανόνα «αγωνιστών» και «αντιιμπεριαλιστών» με πολλαπλές θέσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δημιουργία πλήθους αργομισθιών στα κρατικά και κρατικοδίαιτα ΜΜΕ (κρατική τηλεόραση και ραδιόφωνα, δημοτικά ραδιόφωνα, κομματικά ραδιόφωνα που χρηματοδοτούνταν μέσω των τεράστιων κομματικών επιχορηγήσεων και των θαλασσοδανείων των κομμάτων κ.λπ.), έως δε και τη διάθεση δωρεάν αστυνομικής προστασίας. Και φυσικά στον χώρο δεσπόζει το μέγα και διαρκές σκάνδαλο που ονομάζεται Κρατική Ραδιοτηλεόραση.
Όλα αυτά όμως δεν έφταναν. Διότι η ανθρώπινη φύση έχει ισχυρή και την βουλιμική πλευρά της. Στο τρίγωνο επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ (αφεντικά και επιφανή «στελέχη») κυκλοφόρησε και πολύ σκοτεινό και μαύρο χρήμα, που αφορούσε είτε την προώθηση πολιτικών προσώπων είτε (κυρίως) τη δημοσιοποίηση ή αποσιώπηση υποθέσεων διαφθοράς (ανάλογα με τα συμφέροντα του κινούντος τα νήματα). Με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του μαύρου αυτού χρήματος να καταλήγει βεβαίως ως αμοιβή για την αποσιώπηση μάλλον παρά για τη δημοσιοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκάλυψη όλων των μεγάλων υποθέσεων διαφθοράς που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας έγινε και με την ανοχή των ισχυρών ΜΜΕ, οι σχέσεις των οποίων με τα κυκλώματα αυτά ουδέποτε έχουν διερευνηθεί σε βάθος από κανέναν. Επίσης τα ίδια τα ΜΜΕ δεν διερευνούσαν αυτοβούλως τα γνωστά σε όλους κυκλώματα. Η αποκάλυψη μεγάλων και προφανών υποθέσεων διαφθοράς (λ.χ. πολεοδομικών υποθέσεων, φοροδιαφυγής κ.λπ.) θα χρειαζόταν μερικές μόνο εβδομάδες έντιμου και μάλλον εύκολου ερευνητικού ρεπορτάζ. Τέτοιες αποκαλύψεις δεν έγιναν, παρά τις στρατιές δημοσιογράφων που απασχολούνται στα ΜΜΕ, γιατί ποτέ δεν δόθηκαν οι σχετικές εντολές και γιατί τα πάσης φύσεως κυκλώματα «κρατούσαν» το ένα το άλλο (κυκλώματα τα οποία, όπως προκύπτει και από την υπόθεση των «λουλουδιών» της Θεσσαλονίκης, διέθεταν πάντα και «άκρες» στα ΜΜΕ).
Τέλος, για λόγους πληρότητας δεν θα πρέπει βέβαια να ξεχνούμε μια παλαιότερη πηγή χρηματισμού: την «ένδοξη» εποχή του Χρηματιστηρίου, όταν δημοσιογραφικώς προωθούνταν επιχειρηματικές φενάκες (τα περιβόητα «σαπάκια») για να αποσπαστούν χρήματα των –εξίσου βουλιμικών– «παικτών» που αναζητούσαν εύκολους τρόπους ακαριαίου και χωρίς κόπο πλουτισμού. Υπήρξε μάλιστα ολόκληρη «σχολή» εντύπων που προπαγάνδιζαν την κοινωνία της υπερκατανάλωσης και της πολυτελούς διαβίωσης, απευθυνόμενα κυρίως σε κομματικούς αξιωματούχους, σε λογής τυχοδιώκτες και σε πρόσκαιρα νεόπλουτους του Χρηματιστηρίου.
Μια τρίτη ενδιαφέρουσα πλευρά των ελληνικών ΜΜΕ είναι ότι το χρήμα το οποίο έβγαινε από όλες αυτές τις δραστηριότητες δεν κρυβόταν, όπως ο βήχας και ο έρωτας. Οι μεγαλοπαράγοντες του χώρου, με τα θηριώδη «άσπρα» (της τάξεως των πολλών δεκάδων ή σε ορισμένες περιπτώσεις και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ τον μήνα) και τα κολλαριστά «μαύρα» χρήματα, δεν έκαναν μόνο κάθε είδους μπίζνα· ζούσαν επιπροσθέτως και βίο προκλητικά πολυτελή. Σπίτια φαντασμαγορικά, πολυτελή αυτοκίνητα, διακοπές στα ακριβότερα μέρη του κόσμου, ζωή χαρισάμενη, την ώρα που προπαγάνδιζαν είτε την ηθική αξία της ισότητας και του σοσιαλισμού (οι περισσότεροι), είτε τις παραδοσιακές εθνικές αξίες της πτωχής πλην τιμίας Ελλάδος (η άλλη πλευρά).
Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι περίεργο ότι στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας απαξιώθηκε και υποβαθμίστηκε σε εξοργιστικό βαθμό. Ανεπίτρεπτη προχειρότητα, ακόμη και ρεπορτάζ ανύπαρκτων γεγονότων σε μεγάλες και «έγκυρες» εφημερίδες, έμεναν χωρίς καμία κύρωση. Ταυτόχρονα, στον δημοσιογραφικό λόγο (ιδίως τον ραδιοτηλεοπτικό), παρεισέφρησε μια βάναυση και ξύλινη γλώσσα που είχε ως βασικά χαρακτηριστικά τον χονδροειδή λαϊκισμό, τον εύκολο εντυπωσιασμό, την αναζήτηση και έξαψη των κατωτέρων ενστίκτων του κοινού, παράλληλα με την ανάδειξη των «προσωπικοτήτων» που θα ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές αυτές. Δεν είναι τυχαίο ότι χρεοκοπήσαμε δαπανώντας και σπαταλώντας αμύθητα ποσά την ίδια ώρα που σε όλα τα κανάλια οι προϋπολογισμοί και απολογισμοί της καταστροφικής σπατάλης εμφανίζονταν δήθεν ως προϋπολογισμοί και απολογισμοί «λιτότητας».
Στον κατήφορο αυτόν υπήρξαν ασφαλώς και οι σπάνιες εξαιρέσεις – ελάχιστες τίμιες εφημερίδες και ειδικά έντυπα που έκαναν σοβαρή δουλειά. Ωστόσο, άριστες πένες συμβιβάζονταν με το σύστημα για να αποκτήσουν χώρο έκφρασης, εξαιρετικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί παραγωγοί και μια μεγάλη μάζα εντίμων ανθρώπων που δούλευαν στον χώρο, παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι ή συμβιβασμένοι τα τεκταινόμενα και προσπαθούσαν απλώς να «κάνουν τη δουλειά τους». Το κλίμα όμως δεν το διαμόρφωναν αυτοί.
Πού βρισκόμαστε σήμερα; Καθώς το ελληνικό δράμα πλησιάζει στην κορύφωσή του και η ασωτία και ο μεγαλεπήβολος επιχειρηματικός παραγοντισμός έχουν εξανεμίσει τα νόμιμα και άνομα κέρδη δεκαετιών, το σύστημα που κυριάρχησε όλα αυτά τα χρόνια καταρρέει. Με τα περισσότερα θύματα βέβαια να προέρχονται από τη μεγάλη μάζα όσων δεν είχαν μερίδιο συμμετοχής στο «πάρτι», όπως συμβαίνει άλλωστε και στην ευρύτερη κοινωνία, στην οποία απευθύνεται ο σπίλος «Μαζί τα φάγαμε». Τα απομεινάρια του συστήματος προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν χρησιμοποιώντας όλες τις παλιές μεθόδους που καλά γνωρίζουν και προωθώντας έναν δημόσιο λόγο που ενθαρρύνει τον πιο ακραίο λαϊκισμό. Αυτό δε με την ελπίδα να συμπορευθούν με το λαϊκό αίσθημα και να προωθήσουν στην εξουσία πιόνια που θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν οι ίδιοι (την ώρα που η χώρα καταστρέφεται), πραγματοποιώντας την τελευταία λεηλασία τους κατά της Ελλάδας.
Η ζωή όμως πορεύεται με τη δική της νομοτέλεια. Τα σχέδιά τους αποδεικνύονται και ατελή και ατελέσφορα. Είναι οι προσπάθειές τους, των συφοριασμένων, σαν των Τρώων: καταδικασμένες. Η κρίση κινείται με ρυθμούς μανιώδεις και ανεξέλεγκτους, σε δρόμους απρόβλεπτους και ανεξερεύνητους, απαξιώνοντας και καταβροχθίζοντας τους γεννήτορές της, εκτός από τον χώρο του πολιτικού συστήματος εξουσίας, και εκείνους στον χώρο των ΜΜΕ.
— The Athens Review of Books