Γιατί αποτυγχάνει η ριζοσπαστική Αριστερά σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο

04/08/2015 § Σχολιάστε

post4.8.15

© Helena Almeida 1934 – «Le secret, 1976» – Set of four black and white photographs, each with horsehair 21 x 29.5 cm (each)

Δεν είναι μόνο δικό σας το πρόβλημα, στο ΣΥΡΙΖΑ της Ελλάδας. Είναι το πρόβλημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο. Δεν έχει δικό της στόχο για την οργάνωση της παραγωγής και της διανομής στη βάση της οικονομίας, αλλά ούτε για την οικονομική πολιτική του κράτους

Δεν ηττηθήκατε, σύντροφοι, του Αρίστου Δοξιάδη στο protagon

«Ηττηθήκαμε», γράφουν οι διανοούμενοι και τα πολιτικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, και ψάχνουν να βρουν πού έκαναν το λάθος στις διαπραγματεύσεις. Αναζητούν απαντήσεις στο συσχετισμό δυνάμεων, σε τεχνικές ανεπάρκειες, σε γεωπολιτικούς παράγοντες.

Δεν ηττηθήκατε όμως, σύντροφοι. Δεν είχατε ποτέ κάποιο δικό σας στόχο που αποτύχατε να υλοποιήσετε. Με δανεικές ιδέες πορευτήκατε, και αυτούς τους δανεικούς στόχους ούτε τους πιστέψατε ποτέ πραγματικά, ούτε καταλάβατε ότι συνοδεύονται από παράπλευρο κόστος, που δεν θα θέλατε ποτέ να αναλάβετε.

Δεν είναι μόνο δικό σας το πρόβλημα, στο ΣΥΡΙΖΑ της Ελλάδας. Είναι το πρόβλημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο. Δεν έχει δικό της στόχο για την οργάνωση της παραγωγής και της διανομής στη βάση της οικονομίας, αλλά ούτε για την οικονομική πολιτική του κράτους. Για αυτά τα θεμελιακά ζητήματα η Αριστερά έχει μόνο κριτική απέναντι στα υπάρχοντα συστήματα και μερικές πολύ γενικόλογες ιδέες για εναλλακτική οργάνωση. Δεν υπάρχει όμως πρακτική αριστερή πολιτική.

Σχετικά με την οργάνωση της παραγωγής, η ριζοσπαστική Αριστερά θεωρητικά υποστηρίζει μορφές εργασίας διαφορετικές από την εξαρτημένη μισθωτή εργασία του καπιταλισμού: αγροτικούς συνεταιρισμούς, αυτοδιαχείριση στα εργοστάσια, ή δίκτυα ανεξάρτητων επαγγελματιών που παράγουν συνεργατικά. Θεωρητικά, μόνο, δυστυχώς.

Καμιά από αυτές τις μορφές δεν έχει πετύχει σε μεγάλη έκταση, με εξαίρεση τους αγροτικούς συνεταιρισμούς σε μερικές χώρες. Και όπου έχει πετύχει η οριζόντια συνεργασία, όπως π.χ. στη Wikipedia, η κινητήρια δύναμη δεν ήταν μια πολιτική παράταξη, αλλά δίκτυα οραματιστών τεχνολόγων, από αυτούς που οι εγχώριοι αριστεροί τους χαρακτηρίζουν «απολιτίκ». Και το ευνοϊκό περιβάλλον δεν ήρθε από κάποια αριστερή κυβέρνηση, αλλά από την τεχνολογία που αναπτύσσεται μέσα στον καπιταλισμό και ανεξάρτητα από την ιδεολογική ταμπέλα των κυβερνήσεων.

Ποιά είναι η αιτία που δεν έχουμε περισσότερες πετυχημένες περιπτώσεις τέτοιας συνεργασίας; Στην Ελλάδα το νομικό πλαίσιο είναι ευνοϊκό για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς από την δεκαετία του 1980, και για τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις από το 2011. Δεν έχω δει σοβαρή αριστερή ανάλυση για την σχετική αποτυχία, τουλάχιστο από οικονομολόγους του ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν νομίζω ότι στο κόμμα αυτό υπάρχουν στελέχη που αφιέρωσαν τη ζωή τους για να πετύχουν αυτά τα σχήματα. Δηλαδή που να εργάστηκαν σοβαρά για την παραγωγή, και όχι για την «διεκδίκηση».

Σχετικά με την οργάνωση της διανομής, μέσα από παράλληλα ανταλλακτικά κυκλώματα, η κατάσταση είναι παρόμοια. Η αρχική παγκόσμια αισιοδοξία που γεννήθηκε με το διαδίκτυο δικαιώθηκε σε μικρό μόνο βαθμό, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του λεγόμενου sharing economy αποτελείται στην πραγματικότητα από κανονικές εμπορευματικές/χρηματικές συναλλαγές, που οργανώνονται από καπιταλιστικούς κολοσσούς όπως η AirBnB, η Uber και το eBay. Ίσως τα πράγματα να αλλάξουν στο μέλλον. Αυτοί που θα τα καταφέρουν δεν θα είναι πολιτικά στελέχη, αλλά εκείνοι που θα πειραματιστούν σοβαρά, θα εργαστούν επίπονα και θα οργανωθούν χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες. Η «δουλειά του μυρμηγκιού», που έλεγαν οι λενινιστές, στην εποχή μας δεν μπορεί να είναι για την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας, αλλά για να χτιστούν διαφορετικές κυψέλες παραγωγής και ανταλλαγής στη βάση.

Σχετικά, τέλος, με την οικονομική πολιτική του κράτους, η ριζοσπαστική αριστερά δεν έχει τίποτε πρακτικό να προτείνει στην εποχή της ταχύτατης καινοτομίας και της παγκόσμιας αγοράς. Μέχρι σήμερα οι πιο αδύναμοι προστατεύονται καλύτερα μόνο μέσα στις «μικτές» οικονομίες, δηλαδή εκεί όπου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής οργανώνεται σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις και το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών παιδείας, υγείας και κοινωνικής προστασίας οργανώνεται από το δημόσιο. ‘Όσο κι αν πιέζεται το κοινωνικό κράτος σήμερα, κανένας δεν έχει προτείνει στα σοβαρά κάτι καλύτερο από την μικτή οικονομία σε κάποιαν από τις πολλές παραλλαγές της.

Μερικοί στο ΣΥΡΙΖΑ προτείνουν την κρατική ιδιοκτησία των τραπεζών, της ενέργειας και των υποδομών ως απάντηση στην καπιταλιστική παραγωγή. Αυτό δοκιμάστηκε πολλές φορές τον 20ο αιώνα, σε πολλές χώρες, και απέτυχε. Σήμερα είναι ακόμα πιο απίθανο να πετύχει. Κάθε μεγάλη επιχείρηση, για να είναι παραγωγική, θα πρέπει να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια καινοτομία και να εντάσσεται σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Χωρίς εισαγόμενα μηχανήματα, πρώτες ύλες και τεχνογνωσία δεν μπορεί να σταθεί κανένας, ούτε στην Κίνα, ούτε στην Ολλανδία.

Ποιος πιστεύει στα σοβαρά ότι η Εθνική Τράπεζα, η Βιομηχανία Ζάχαρης, και η ΔΕΗ μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εποχής αν τις ελέγχει ο Λαφαζάνης και η ΓΕΝΟΠ; ‘Έχουμε αρκετά δείγματα γραφής από το κρατικό μονοπώλιο στην παραγωγή ενέργειας: προτίμηση στο λιγνίτη, πετρέλαιο στα νησιά (η χαρά της διαπλοκής), απέχθεια στην ηλιακή και αιολική ενέργεια. Φοβούνται μήπως αποδυναμωθεί η κεντρική εξουσία από την αποκεντρωμένη παραγωγή και διανομή, που θα γίνεται από τις στέγες των κτιρίων ή από τα οικόπεδα των Δήμων. Σε περίπου πέντε χρόνια η νέα ενεργειακή τεχνολογία, που συνδυάζει ανανεώσιμες πηγές και μεγάλες μπαταρίες, θα είναι οικονομικά ανταγωνιστική, και θα επεκταθεί σε όλο τον κόσμο. Εκτός από το μικρό γαλατικό χωριό της Αριστερής Πλατφόρμας.

Σε αυτά τα τρία πεδία, δηλαδή στην εσωτερική οργάνωση της παραγωγής, στις εναλλακτικές σχέσεις διανομής, και στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, η ανεπάρκεια της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι παγκόσμια. Αλλά στο πεδίο των κοινωνικών υπηρεσιών το πράγμα διαφέρει.

Σε μερικές χώρες της Ευρώπης οι αριστεροί μιας προηγούμενης εποχής πέτυχαν κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό: την ελεύθερη καθολική πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας και παιδείας, την παροχή βασικής σύνταξης σε όλους, καθώς και σημαντικά επιδόματα για άνεργους και φτωχούς. Σε αυτό το πεδίο η διεθνής αριστερά έχει να δείξει μεγάλες πρακτικές νίκες. Όχι όμως και η δική μας ριζοσπαστική αριστερά, που με το λόγο και τη δράση της υπονομεύει κάθε προσπάθεια να χτίσουμε αντίστοιχης ποιότητας και έκτασης υπηρεσίες στην Ελλάδα.

Στο συνταξιοδοτικό υπερασπίζεται τα προνομιούχα ταμεία και τις πρόωρες συντάξεις. Υπερασπίζεται δηλαδή ένα σύστημα που είναι ταυτόχρονα πολύ ακριβό και εξαιρετικά άδικο, καθώς αυξάνει την ανισότητα ανάμεσα στους ηλικιωμένους αντί να την μειώνει, και ταυτόχρονα μεταβιβάζει τόσο πολλούς πόρους στους σημερινούς συνταξιούχους που δεν περισσεύει τίποτε για τους νέους άνεργους, και ούτε θα περισσεύει για να πάρουν κάποτε σύνταξη οι σημερινοί σαραντάρηδες. Η τρόικα πρότεινε από το 2010 ένα πολύ πιο δίκαιο σύστημα, και η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ άρχισε να το υλοποιεί, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει διαρκώς μάχες οπισθοφυλακής για τα προνόμια, και αν μπορούσε θα μας γύριζε στην εποχή των 170 ταμείων.

Στην παιδεία έχουμε από δεκαετίες δωρεάν και καθολική πρόσβαση μέχρι το Λύκειο, και μαζικό δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά η ταξική διάκριση γίνεται μέσα από την ποιότητα των σπουδών. Και η ελληνική Αριστερά, αντί να είναι η πρώτη που απαιτεί ποιότητα για τα δημόσια σχολεία, αντιμάχεται την αξιολόγηση, απεχθάνεται τις νέες τεχνολογίες εκπαίδευσης, προτιμά να είναι τα πανεπιστήμια πεδίο μάχης παρά χώρος για να αποκτήσουν εφόδια εργασίας και παραγωγής οι φτωχοί φοιτητές.

Στην υγεία δεν έχουν κανένα σχέδιο για την πιο αποτελεσματική χρήση των περιορισμένων πόρων. Αντιδρούσαν στην μετάπτωση προς τα γενόσημα, επιμένουν στους κομματικούς διορισμούς, καλύπτουν το φακελάκι, , και πάλι απεχθάνονται την αξιολόγηση. Ακυρώνουν έτσι και την ποιότητα και την δωρεάν πρόσβαση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, ενώ κουβαλάει τις αδυναμίες της παγκόσμιας ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεν υποστηρίζει στην πράξη τις σημαντικές επιτυχίες της. Αυτές τις επιτυχίες τις υπερασπίζεται η κεντροαριστερά της Ευρώπης, που για εσάς, σύντροφοι, είναι συντηρητική.

Αντί γι’ αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να κάνει σημαία του ορισμένες δανεικές ιδέες, όπως είναι η διαγραφή χρέους, η ανάπτυξη μέσω ελλειμμάτων και (για μερικούς) το εθνικό νόμισμα. Τίποτε από τα τρία δεν είναι ειδικά αριστερό. Τις υποστηρίζουν και κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, όπως και τις αντιμάχονται από τις ίδιες παρατάξεις. Ειδικά το εθνικό νόμισμα και η διαγραφή χρέους είναι αγαπημένες λύσεις πολλών νεοφιλελεύθερων.

Η εθνική οπτική παίζει σημαντικό ρόλο στις ιδέες των οικονομολόγων, π.χ. οι Άγγλοι τείνουν να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί για το ευρώ, και οι πιο δεξιοί από αυτούς στάζουν φαρμάκι. Η επαγγελματική θέση του αναλυτή καθορίζει επίσης τις προτεραιότητες: η διαγραφή του χρέους θεωρείται πολύ σημαντική από τους οικονομολόγους που ασχολούνται με τις αγορές ομολόγων (τον «καζινοκαπιταλισμό»), και λιγότερο από εκείνους που ασχολούνται με τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βαρουφάκης συνομιλεί συχνά με τα hedge funds, και ποτέ σχεδόν με επιχειρηματίες και εργαζόμενους της βιομηχανίας ή του τουρισμού.

Αλλά αυτές τις δανεικές ιδέες, που δεν είναι ειδικά αριστερές, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μπορεί να τις υπερασπιστεί καλύτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, ή να αξιολογήσει καλύτερα τη σημασία τους, από ότι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να έχει καμιά μεγαλύτερη επιτυχία στη διεκδίκηση. Αντίθετα, επειδή από πεποίθηση δεν παρατηρεί την παραγωγική βάση, δεν μπόρεσε να καταλάβει πόσο κοστίζει να δίνεις μάχη για γενικές και συμβολικές ιδέες, αντί να συζητάς για ειδικά μέτρα.

Σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ, αν είσαστε πνευματικά έντιμοι, θα πρέπει να δεχθείτε οτι το «ενάντια στη φτώχεια και την ανεργία» δεν είναι οικονομικό πρόγραμμα. Η «ανατροπή» δεν είναι οικονομική πολιτική. Στην καλύτερη περίπτωση είναι προϋπόθεση για να ασκήσεις την πολιτική. Και μετά την ανατροπή, τι θα κάνετε;

Μου θυμίζετε τον σκύλο που όλη μέρα κυνηγά τα αυτοκίνητα. Όταν όμως αναπάντεχα σταματήσει κάποιο δίπλα του, βάζει την ουρά κάτω από τα σκέλια και φεύγει αμήχανος. Ετσι αμήχανοι κι εσείς. Αποδεχτείτε τουλάχιστο οτι δεν ξέρετε πώς να οδηγήσετε το αυτοκίνητο, και αποσυρθείτε μέχρι να σχεδιάσετε το όχημα που σας ταιριάζει. Να το σχεδιάσετε σωστά όμως. Με σύγχρονα εργαλεία προσομοίωσης. Με δοκιμές της μηχανής στο εργαστήριο. Με αισθητήρες, φρένα, συστήματα πλοήγησης. Με μικροατυχήματα δικά σας, που δεν θα επιβαρύνουν τους ανυποψίαστους περαστικούς. Με πολλή, καθημερινή, παραγωγική εργασία. Και τότε ελάτε πάλι, να μας δείξετε ένα πρόγραμμα που να είναι δικό σας και να μπορείτε να το εφαρμόσετε.

Μια προσωπική παρατήρηση για την γενιά μου. Στον Ρήγα Φεραίο και στην ΚΝΕ της εποχής της χούντας, τότε που χρειαζόταν θάρρος για να είσαι αριστερός, δεν υπήρχαν μόνο σημερινά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Υπήρχαν και άλλοι, μάλλον περισσότεροι, που απομακρύνθηκαν από την μαρξιστική αριστερά μετά την Μεταπολίτευση. Δεν ήταν επειδή βολεύτηκαν. Ήταν επειδή παρακολουθούσαν πιο προσεκτικά πώς εξελίσσεται ο κόσμος, στην πράξη, στις επιχειρήσεις και στην πολιτική, αλλά και στην θεωρία, μέσα στα πανεπιστήμια. Πολλοί από αυτούς προσπάθησαν να κάνουν καλό για τη χώρα, και ιδιαίτερα για τους πιο αδύναμους. Αγωνίστηκαν σε πολλά μέτωπα, σε μερικά νίκησαν και σε μερικά ηττήθηκαν.

Εσείς όμως δεν ηττηθήκατε, σύντροφοι, γιατί δεν μπήκατε ποτέ στο γήπεδο.

Αν αυτό είναι Αριστερά

20/07/2015 § Σχολιάστε

Του Δημήτρη Ραυτόπουλου

post20.7.15

Α​​ν αυτό είναι Αριστερά, δεν δέχομαι την ιδιότητα του αριστερού. Εννοώ την κομμουνιστική ή ριζοσπαστική Αριστερά, που ευδοκιμεί παρ’ ημίν, ενώ αδυνατεί να υπάρξει μια σοβαρή, σύγχρονη, ρεαλιστική Αριστερά, δηλαδή σοσιαλδημοκρατική. Η αιτιολογία είναι εξαιρετικά περίπλοκη, αλλά χοντρικά πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στον παρασιτικό χαρακτήρα της οικονομίας μας και στην ανάλογη κοινωνιοδομή, στην υπανάπτυξη, στην ασύστατη παιδεία και τη συνακόλουθη ελληνοφρένειά μας. Στην Ουγκάντα του Αμίν Νταντά, ας πούμε, θα μπορούσε να φυτρώσει ένας σταλινολαφαζανισμός, ποτέ όμως ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός, εμπνευόμενος π.χ. από τις ιδέες του Μπερνστάιν ή του Ρόουλς.

Εδώ και τώρα. Από εδώ πέρασε η ριζοσπαστική Αριστερά και όπως λέει το όνομά της, θέρισε σύρριζα: δεν άφησε όρθια ούτε την ιδιωτική οικονομία, την οποία μισεί βλακωδώς, ούτε την πίστη ούτε την αξιοπρέπεια της χώρας. Ποτέ μια ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε σε λίγους μόνο μήνες τέτοια καταστροφή, υλική και ηθική. Εννοείται, «βαθιές είναι οι ρίζες». Δεν τα έκαναν όλα μόνοι τους ο Τσιπροκαμμένος και ο Λαφαζανομπαρούφας. Ο λαϊκισμός του παπανδρεϊσμού και της λαϊκής Δεξιάς με την κομμουνιστική Αριστερά συνένοχο έχει σαμποτάρει την πραγματική πρόοδο που λέγεται μεταρρύθμιση, έχει ενισχύσει τον παρασιτισμό και την ανομία. Αλλά ετούτη η Αριστερά, που αναγγέλθηκε ως ελπίδα και ειρηνική επανάσταση, ξεπέρασε κάθε όριο αντιδραστικότητας. Επιμένω: η ελληνική Αριστερά είναι η πρώτη αντιδραστική δύναμη της χώρας, γι’ αυτό και χωρίς ενδοιασμούς συγκυβερνά με τους εθνολαϊκιστές.

Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται, δυστυχώς, πολύ αργά, μετά την καταστροφή. Και διασπασμένος, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει αμετανόητος. Είναι θλιβερό και γελοίο το θέαμα των δακρύων (μου θύμισε την κατάθεση των όπλων μετά τη Βάρκιζα), της συνωμοσιολογίας, της πλήρους ανευθυνότητας και της σχιζοφρένειας. Ομολογούν ότι αναλαμβάνουν μια συμφωνία που εχθρεύονται, που κάλεσαν τον λαό να καταψηφίσει και αμέσως μετά την πρότειναν επιδεινωμένη και ταυτόχρονα την αποδοκιμάζουν και δηλώνουν ότι αδυνατούν να την εφαρμόσουν, αλλά συνεχίζουν… Ούτε ντρέπονται ούτε παραιτούνται ούτε απολογούνται. Ζητούν και τα ρέστα. Εχουν πάντα δίκιο, ως ιδιοκτήτες της αλήθειας: δική τους είναι, ό,τι θέλουν την κάνουν· είναι ιστορική αναγκαιότητα και μαρξιστική διαλεκτική.

Θέλω όμως να σταθώ στον προταίτιο. Τα μίντια, οι λιβανιστάδες, κάποιοι εμβριθείς αναλυτές κοντεύουν να τον κάνουν τραγικό ήρωα και μεγάλο πολιτικό ηγέτη, κάτι σαν Τζουζέπε Μαντσίνι. Με συγχωρείτε. Εγώ δεν είμαι πολιτικός ούτε πολιτικορθοφρονών. Ο κύριος Τσίπρας είναι ο μεγάλος υπεύθυνος για την καταστροφή. Εξαπάτησε τον ελληνικό λαό με το παπατζίδικο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, εκβίασε εκλογές, υπονομεύοντας την εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη και τη σχέση μας με την Ε.Ε., έγινε ο εμπνευστής τού «δεν πληρώνω» και της «σεισάχθειας», κήρυξε τη νέα αντίσταση και την ευρωπαϊκή επανάσταση και έμαθε χορό στις αγορές. Και συνέχισε με την πεντάμηνη δήθεν διαπραγμάτευση. Εκεί είναι ο κόμπος. Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας ομολόγησε ότι έπαιξε πιστεύοντας στην μπλόφα, όχι τη δική του, τη βαρουφάκεια, αλλά τάχα την μπλόφα των άλλων. Στο τέλος τρόμαξε τόσο από το φιάσκο της μπλόφας του, που συνθηκολόγησε και γύρισε πίσω με την «επιτυχία» του.

Οχι! Ο κ. Τσίπρας παραμένει ο Αλέξης ο Τσίπρας! (Η επανάληψη του άρθρου επέχει θέση μορίου ευγενείας στη συριζαίικη αργκώ). Δεν είναι ο νέος πολιτικός. Είναι το γεροντοπαίδι της παρωχημένης Αριστεράς. Αντλεί από την πιο μπαγιάτικη ρητορική της ουτοπίας της και από τα απωθημένα της εμφυλιακής ήττας. Πρόκειται για τη γνωστή ηθική υπεραξίωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που αυτοαναγορεύεται σε τιμητή των πάντων και ιδιοκτήτη των αξιών, παρά τις παταγώδεις διαψεύδεις και τις συμφορές που έχει επιφέρει παντού, μα παντού στον πλανήτη, όπου δοκιμάστηκε. Η τελευταία είναι αυτή που ζούμε εμείς εδώ.
Θα πει κανείς, ωραία όλα αυτά, τώρα τι γίνεται; Ολοι πίσω από τον Τσίπρα ή χάος και εκλογές; Επαναλαμβάνω: δεν είμαι πολιτικός, δεν δέχομαι το διαχειριστικό δίλημμα. Ως πνευματικός άνθρωπος και αριστερός πολίτης αρνούμαι τη θρησκειοποίηση της πολιτικής. Δεν προσυπογράφω την ετεροδικία μιας χρεοκοπημένης ιδεολογίας και μιας πολιτικής η οποία, εκτός από το εθνικό και κοινωνικό έγκλημα που διαπράττει, χαντακώνει και την ιδέα του σοσιαλισμού, της Αριστεράς αν θέλετε. Θα συντασσόμουν κι εγώ, αν ο κ. Τσίπρας, έστω και τώρα, αργά, ζητούσε συγγνώμη από τον ελληνικό λαό που εξαπάτησε και από τους πολιτικούς αντιπάλους που συκοφάντησε και ύβρισε. Και αν καλούσε ανυστερόβουλα (παραιτούμενος) σε εθνική ανασύνταξη. Αν φορούσε γραβάτα. Θα συμφωνούσαμε εμείς οι παλιοί αριστεροί, όχι για μας, ούτε καν για τα παιδιά μας, αλλά για τη φουκαριάρα τη μάνα μας.

Καθημερινή

* Ο κ. Δημήτρης Ραυτόπουλος είναι συγγραφέας – Διαβάστε ποιος είναι στη biblionet

Προτάσεις για νέο νόμο ελευθερίας του Τύπου

21/06/2015 § Σχολιάστε

«…ο λεγόμενος «τυποκτόνος νόμος» όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι θεσπίσθηκε, αλλά σχεδόν πάντα λειτουργεί υπέρ των εχθρών της ελευθερίας του λόγου.»

post21.6.15

Αφίσα και σκίτσο του ©Tomi Ungerer

Του ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ*

Σκοπός του περί τύπου νόμου ήταν υποτίθεται η προστασία της τιμής και της υπόληψης των πολιτών και η αποκατάσταση σε περίπτωση συκοφάντησης. Δεν είναι ο αθέμιτος πλουτισμός και η δήθεν αποκατάσταση του ενάγοντος όταν μετά από χρόνια τελεσιδικήσει η υπόθεση. Ο N. 1178/1981, όπως τον χειροτέρεψαν οι νόμοι Βενιζέλου 2243/94 και 2328/1995, έγινε ακριβώς εργαλείο εκβιασμού, φίμωσης και αθέμιτου πλουτισμού από αυτούς που έχουν κάνει επικερδές επάγγελμα την υπεράσπιση της δήθεν θιγείσας τιμής και η υπόληψής τους και το απόλυτο εργαλείο για δημόσια πρόσωπα ώστε να επιβάλουν τη λογοκρισία στην κριτική στην οποία δείχνουν σφοδρή δυσανεξία. Μετατράπηκε σε μάστιγα της ελευθερίας του λόγου και του τύπου.

Θα μπορούσα να δώσω πολλά παραδείγματα για το πώς ο λεγόμενος «τυποκτόνος νόμος» όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι θεσπίσθηκε, αλλά σχεδόν πάντα λειτουργεί υπέρ των εχθρών της ελευθερίας του λόγου. Καταρχήν, ο εμφανιζόμενος ως θιγμένος δεν ζητά την άμεση ανάκληση όσων υποτίθεται ότι τον έθιξαν βαρύτατα, δεν ζητά την άμεση αποκατάσταση, αλλά με μια αγωγή ζητά αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ευρώ. Και μόνον αυτό αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο νόμος είναι κακός και πρέπει να αλλάξει. Και μόνον αυτό αρκεί για να αποδειχθεί ότι ο ενάγων υποκρίνεται τον θιγμένο, αφού άλλα είναι εκείνα που τον ενδιαφέρουν: θα υπομένει την προσβολή για όσα χρόνια απαιτηθεί ώστε να «αποκατασταθεί» η τιμή του που τιμή δεν έχει, αφενός με την όσο γίνεται μεγαλύτερη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που δήθεν υπέστη και αφετέρου με την δήθεν αποκατάσταση διά της καταχώρισης στον Τύπο περίληψης της απόφασης που έκανε δεκτή –έστω και κατά μικρό ποσοστό– την αγωγή του.

Καμιά φράση αυτού του νόμου δεν έχει γραφεί για να υπηρετεί τον υποτίθεται δίκαιο σκοπό του. Δεν υπάρχει διαστροφή του νοήματος της δημόσιας κριτικής, ακόμη και βιασμού του ύφους, που να μην ευνόησε ο νομοθέτης και να μην αποδέχθηκε η εθελοτυφλία της νομολογίας, εξ ου και οι τόσες καταδίκες της χώρας μας στο Στρασβούργο. Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στους ενάγοντες να κακοποιήσουν την ελευθερία του άλλου, την ελευθερία του λόγου και του τύπου, προκειμένου να διεκδικήσουν ένα μεγάλο ποσόν που θα απαλύνει τον ψυχικό πόνο που υπέστησαν (π.χ. το άλγος που ένιωσε «έξαλλος ακροδεξιός εθνολαϊκιστής» πολιτικός, το οποίο θα εξαλειφθεί με την καταβολή 2 εκατομμυρίων ευρώ). Και το πραγματικό θύμα, ο διωκόμενος συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος, δεν έχει το παραμικρό όπλο να αντισταθεί στον παραλογισμό αυτού του άδικου νόμου, παρά μόνο αν έχει την τύχη να χειριστούν την υπόθεσή του δικαστές που δεν αγνοούν τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου (και του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ). Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, που σημαίνει ότι ήταν προφανώς αβάσιμη, καταχρηστική ή και εκβιαστική, παραδόξως δεν θεωρείται ότι προσεβλήθη η προσωπικότητα ή άλλα έννομα αγαθά τού αδίκως εναχθέντος ή ότι υπέστη ηθική βλάβη ώστε να μπορεί να ασκήσει κάποιο ένδικο μέσον.

Με δυο λόγια, με την άσκηση αγωγής, ο ενάγων δεν έχει να χάσει τίποτε, αντιθέτως, υπάρχει πιθανότητα να κερδίσει ένα μεγάλο ή καμιά φορά και τεράστιο ποσόν με τα κατώτατα όρια που όρισε με προφανή δόλο ο νομοθέτης. Ακόμη κι αν ο εναγόμενος δικαιωθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αποζημιώνεται από τους έλληνες φορολογούμενους, ενώ ο αδικοπραγήσας ενάγων μπορεί να απολαμβάνει ανενόχλητος τα χρήματα που αθεμίτως αποκόμισε με τις επανειλημμένες κακοδικίες των ελληνικών δικαστηρίων. Ο εναγόμενος, στην καλύτερη περίπτωση μετά από χρόνια ταλαιπωρίας θα πρέπει να αισθάνεται δικαιωμένος αν απορριφθεί η αγωγή, στη χειρότερη μπορεί να χάσει το σπίτι του ή την περιουσία του και σε κάθε περίπτωση ένα μέρος της ελευθερίας του και την ψυχική του ηρεμία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχει συμβεί ακόμη και το ακραίο κρούσμα να υποβάλλονται πολλές πανομοιότυπες αγωγές για το ίδιο κείμενο και να προσδιορίζονται σε διαφορετικές ημερομηνίες ώστε ο εναγόμενος να καταστρέφεται οικονομικά και ψυχολογικά διά της δικαστικής διαδικασίας και μόνο. Θα μπορούσα να συνεχίσω περιγράφοντας τις διαστροφές του νόμου της ανελευθερίας, αλλά είναι προτιμότερο να παραθέσω μερικές ιδέες και προτάσεις, όχι βέβαια νομοτεχνικά επεξεργασμένες αφού δεν είμαι νομικός, οι οποίες θα συνέβαλαν στην σύνταξη ενός νόμου ελευθερίας του λόγου και του τύπου και όχι ανελευθερίας, εκβιασμού και τρομοκρατίας όπως συμβαίνει με τον σημερινό νόμο.

1. Προϋπόθεση του παραδεκτού έγερσης αγωγής αστικής αποζημίωσης είναι να έχει ζητήσει ο ενάγων αποκατάσταση της αλήθειας και να υπήρξε άρνηση, απροθυμία ή μη επαρκής και ρητή αποκατάσταση. Η αποκατάσταση της αλήθειας θεωρείται οιονεί εξωδικαστικός συμβιβασμός. Προθεσμία κατάθεσης της αγωγής αστικής αποζημιώσεως να είναι 6 μήνες από το επίμαχο δημοσίευμα (και όχι 5 χρόνια όπως ισχύει σήμερα).

2. Μετά την υποβολή της η αγωγή μελετάται από αρμόδιο προς τούτο δικαστικό λειτουργό-εισηγητή, και σε περίπτωση που είναι προφανώς αβάσιμη, καταχρηστική, εκβιαστική, ή τα αιτήματά της αντίκεινται στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, τίθεται στο αρχείο με την ανάπτυξη του σχετικού σκεπτικού, ώστε ο ενάγων να μπορεί να το προσβάλει εφόσον επιμένει στην αγωγή του.

3. Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής επιδικάζεται το ήμισυ του αιτηθέντος και απορριφθέντος ποσού στον εναγόμενο. Θα μπορούσε να γίνει αυστηρότερο αν προσθέταμε και για το απορριφθέν μέρος. Αυτό είναι το κλειδί για να σταματήσει η βιομηχανία υποβολής καταχρηστικών αγωγών, χωρίς καμιά συνέπεια για τους ενάγοντες. Η προσθήκη θα περιόριζε αυτομάτως τις απαιτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ.

4. Προϋπόθεση χρηματικής αποζημίωσης για ηθική βλάβη πολιτικού ή δημοσίου προσώπουείναι να έχει υποβάλει εκτός από αγωγή και μήνυση ο ενάγων. Μέχρι την εκδίκαση της μήνυσης η συζήτηση της αγωγής αναστέλλεται.

5. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή αλλά ο εναγόμενος δικαιωθεί από το ΕΔΑΔ, δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση όλο το αιτούμενο ποσόν εντόκως από τον ενάγοντα εις ολόκληρο με το ελληνικό δημόσιο.

6. Σε περίπτωση υποβολής πολλών και με το ίδιο περιεχόμενο αγωγών για ένα άρθρο ή βιβλίο ή την αρθρογραφία ή εκπομπή/ές που αφορά ένα θέμα αυτές υποχρεωτικά συνεκδικάζονται.

7. Σε περίπτωση καταδίκης της χώρας μας από το ΕΔΑΔ, οι ενάγοντες υποχρεούνται να επιστρέψουν τα ποσά που αθεμίτως εισέπραξαν και επιπλέον να αποζημιώσουν τον εναγόμενο αντί των ελλήνων φορολογουμένων.

8. Τα κατώτερα ποσά που όριζε ο προηγούμενος νόμος καταργούνται και αφήνονται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου. Ωστόσο, αυτά δεν μπορεί να είναι υπερβολικά ή εξοντωτικά, έτσι που να καταστρέφουν το μέσον ενημέρωσης ή τον συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος.

* Ο Μ. Βασιλάκης είναι διευθυντής της Athens Review of Books.

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015, σελ. 28.

Την προοδευτική, κοσμική, ανεκτική και ελεύθερη κοινωνία, πιθανότατα, δεν θα προλάβουμε ποτέ να τη δούμε στην Ελλάδα

18/04/2014 § Σχολιάστε

Το Αγιο Φως και ο μύθος της κοσμικής Ελλάδας

agio_fws

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, αυτό το άρθρο δεν δημοσιεύτηκε από εφημερίδα της Αριστεράς (βλ. στο τέλος του κειμένου…)

Σε κάθε θρησκευτική γιορτή αναζωπυρώνεται στους κόλπους μιας μικροσκοπικής μειοψηφίας μια συζήτηση που έχει να κάνει με τη θρησκεία και την επιρροή της στην κοινωνία. Κάθε Πάσχα, ας πούμε, εμφανίζονται ιδέες και απόψεις σε μέσα κοινωνικά ή μη, από άθεους ή μη θρησκευόμενους, που άμεσα ή έμμεσα καταδικάζουν, επικρίνουν ή κοροϊδεύουν επίκαιρες ορθόδοξες χριστιανικές παραδόσεις και την επιρροή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Οι απόψεις αυτές απαντώνται από προσβεβλημένους πιστούς που υπεραμύνονται του δικαιώματος του λαού να εκφράζεται όπως θέλει και αμφισβητούν το δικαίωμα των πρώτων να σχολιάζουν.

Εγώ ανήκω στο πρώτο «στρατόπεδο» και θα ήθελα να υπογραμμίσω εδώ κάποιες παρανοήσεις εκατέρωθεν.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι υπάρχουν πολίτες που βλέπουν την επιρροή της θρησκείας στη ζωή της χώρας με αποτροπιασμό και φρίκη. Κι εδώ δεν εννοώ μόνο την επίσημη Εκκλησία, με τις πολιτικές και άλλες διαπλοκές της, εννοώ την ίδια τη θρησκεία. Υπάρχει η αντίληψη ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένα προσωπικό θέμα του καθενός και στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας αυτό ασφαλώς ισχύει, αλλά η έκφρασή της είναι κάτι που δεν αφορά μόνο το κάθε άτομο ξεχωριστά, μα έχει επίδραση στο κοινωνικό σύνολο. Ως εκ τούτου, αυτή (και όχι η πίστη η ίδια) είναι θέμα άξιο σχολιασμού στο πλαίσιο μιας άλλης ελευθερίας – της έκφρασης. Εχουμε στο μυαλό μας το πρότυπο της γλυκιάς γιαγιάς που ανάβει το κεράκι στην εκκλησία και είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι μέχρι εκεί φτάνει η επίδραση της θρησκευτικής πίστης στη συμπεριφορά του ατόμου, αλλά αυτή είναι μια εικόνα λανθασμένη. Η γλυκιά γιαγιά, ακριβώς επειδή είναι πάρα πολύ πιστή, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και εχθρική προς την πνευματική πρόοδο, επιφυλακτική απέναντι στην επιστήμη, συντηρητική στις πολιτικές αντιλήψεις, αρτηριοσκληρωτικά αντίθετη στις κοινωνικές αλλαγές, ομοφοβική, καθόλου ανεκτική απέναντι στο διαφορετικό ή το νέο. Μπορεί και να μην είναι τίποτα από όλα αυτά, βέβαια, αλλά αν είναι πραγματικά πιστή σε ένα θρησκευτικό δόγμα, πιθανότατα είναι, γιατί αυτές είναι συμπεριφορές που τα περισσότερα θρησκευτικά δόγματα επιτάσσουν.

Βεβαίως, πολλοί πιστοί είναι καλά εξοπλισμένοι με λεξιλόγιο σφυρηλατημένο εδώ και χιλιετίες για να επιχειρηματολογήσουν ενάντια σ’ αυτή την άποψη, υποστηρίζοντας ότι όχι, η θρησκεία δεν επιβάλλει τον συντηρητισμό και την κοινωνική αγκύλωση, ίσα ίσα, προβάλλει την πρόοδο και την εξέλιξη.

Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν, όμως, είναι να αμφισβητήσουν σε άλλους το δικαίωμα να διαφωνούν. Γιατί πρόκειται για ένα θέμα που μας αφορά, δεν είναι προσωπικό της κάθε γιαγιάς που ανάβει κεράκι, από τη στιγμή που η γιαγιά ψηφίζει και διαμορφώνει την πορεία και το μέλλον της χώρας ακριβώς όπως και εμείς. Η συντήρηση και η κοινωνική καθυστέρηση είναι θέματα άξια συζήτησης και σχολιασμού, ανεξαρτήτως αιτίων.

Από την άλλη, «εμείς», οι πολίτες που θεωρούμε την υποδοχή μιας λαμπάδας με τιμές αρχηγού κράτους γελοία, την υποχρεωτική κατήχηση στα σχολεία εξωφρενική και την εικόνα βουλευτών που ορκίζονται μπροστά σε χρυσοποίκιλτους ρασοφόρους προσβλητική, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε μια πολύ σημαντική αλήθεια: είμαστε λίγοι. Τόσο λίγοι, που καταλήγουμε ασήμαντοι, εκτός θέματος, ίσως και εκτός πραγματικότητας. Νόθα παιδιά ενός Διαφωτισμού που από εδώ δεν πέρασε ποτέ, ξεχνάμε συχνά ότι δεν ζούμε σε μια πραγματικά κοσμική χώρα. Η Ελλάδα έχει επίσημη θρησκεία αναγνωρισμένη στο Σύνταγμά της, όπως το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν (αλλά και χώρες όπως η Φινλανδία και η Αγγλία), και η επιρροή της θρησκείας στην κοινωνική και πολιτική ζωή των πολιτών της δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της διαπλοκής της επίσημης Εκκλησίας με την πολιτική εξουσία. Είναι εκπεφρασμένη βούληση του λαού. Οι πολίτες δεν συμφωνούν σε τίποτα, αλλά τρία εκατομμύρια από αυτούς (ανάμεσά τους και ο τότε πρωθυπουργός) υπέγραψαν πριν από μερικά χρόνια υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, οι Ελληνες είναι τέταρτοι στην Ε.Ε. σε ποσοστό, που δηλώνουν ότι «πιστεύουν στον Θεό». Σε ποσοστό μόλις 4% οι Ελληνες δηλώνουν ότι «δεν πιστεύουν» σε κάποιο Θεό ή φανταστική μυστικιστική δύναμη στον ουρανό. Για τη συντριπτική πλειονότητα οι αγιασμοί στα προαύλια και οι επικλήσεις πρωθυπουργών στην Παναγιά δεν είναι φαινόμενα γκροτέσκα – είναι φυσιολογικά, αναμενόμενα, επιθυμητά.

Οσοι αισθάνονται την ανάγκη τέτοιες μέρες να υπογραμμίσουν τον αποτροπιασμό τους για την οπισθοδρομική, παραδόπιστη και θρησκόληπτη κοινωνία στην οποία ζούμε πρέπει να έχουν στον νου τους ότι την ανοιχτή, προοδευτική, κοσμική, ανεκτική και ελεύθερη κοινωνία που οραματίζονται, πιθανότατα, δεν θα προλάβουμε ποτέ να τη δούμε στην Ελλάδα. Στην πράξη μπορούμε μόνο είτε να την αναζητήσουμε κάπου αλλού είτε να αρκεστούμε στα μικρά, δειλά, πολύ αργά βήματα που γίνονται εδώ.

Να, ας πούμε, δείτε μια καινούργια ταυτότητα: πουθενά δεν αναγράφεται το θρήσκευμα.

©Θοδωρής Γεωργακόπουλος στην «Καθημερινή«

Where Am I?

You are currently browsing the αξιόλογα Τύπου category at αγριμολογος.