Αυλαία για την «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»

28/02/2009 § Σχολιάστε

Μέσω της Κατερίνα Σχινάς, στο τελευταίο της «Λόγου Χάριν», διαβάζουμε:

Νέα εποχή

το τελευταίο τεύχος Νο 542 της "Βιβλιοθήκης"

το τελευταίο τεύχος Νο 542 της "Βιβλιοθήκης"

Σε μένα, λοιπόν, πέφτει το θλιβερό καθήκον να γράψω τον επικήδειο της στήλης. Και, εκπροσωπώντας αυτοβούλως τους υπόλοιπους συναδέλφους, μέλη της συντακτικής ομάδας της «Βιβλιοθήκης», να συνθέσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο του εντύπου μας, όπως το ξέρατε ώς τώρα. Από την επόμενη Παρασκευή, η «Β» κυκλοφορεί σε νέα μορφή, ως «καταφύγιο θηραμάτων», όπως προσφυώς την ονομάζει ο νέος της διευθυντής, Γιώργος Χρονάς. Ολότελα ανανεωμένη, ολότελα διαφορετική. Περισσότερο «λογοτεχνική» και λιγότερο σχολιαστική. Εξού και οι στήλες εξαλείφονται, μαζί και το «Λόγου χάριν». Αποχαιρετισμός ή επικήδειος, λοιπόν, όπως τον θέλετε.

‘Η μάλλον όχι – τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στους αποχαιρετισμούς δίνει κανείς υπόσχεση ή ευχή νέας συνάντησης, μετατεθειμένης στο μέλλον• στους επικήδειους, ο αποχωρισμός είναι οριστικός. Επάνοδος δεν υπάρχει. Η αυλαία πέφτει, ο αποχωρών εξαφανίζεται για πάντα. Οσοι επιμένουν να τον θυμούνται, το πολύ να τον νεκρολογούν: να μιλούν για τις αρετές του εκλιπόντος, για το «δυσαναπλήρωτο κενό» που αφήνει κ.λπ. – πράγματα ούτως ή άλλως πληκτικά και, βεβαίως, άκρως σχετικά.

Τα τελευταία λόγια αυτής της στήλης, λοιπόν, δεν θα είναι ούτε αποχαιρετιστήρια ούτε επικήδεια. Θα είναι υπομνηστικά. Θα επαναλάβουν, σαν σε ρόχθο, όσα είχαν πριν από πέντε χρόνια φιλοξενηθεί στην ίδια αυτή θέση, με αφορμή τα πέμπτα γενέθλια της «Βιβλιοθήκης». Διαπιστώνοντας ότι, αν τότε τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα, σήμερα ενδέχεται να είναι και αφόρητα• ότι αν τότε η υπεράσπιση του Λόγου έμοιαζε ακόμη εφικτή, σήμερα η επιμονή σ’ αυτήν φαντάζει έως και γελοία. Ενας γραφικός αναχρονισμός.

Κοντά έντεκα χρόνια έζησε η «Βιβλιοθήκη» όπως την ξέραμε. Με τους συνεργάτες της να προσπαθούν, στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας, να ανταποκριθούν στην ευθύνη των «φυσικών οδηγών» του μέσου αναγνώστη (όπως όριζε ο Φάνης Κακριδής τους ειδικευμένους δημοσιογράφους, βιβλιοπαρουσιαστές και κριτικούς) – να βοηθήσουν, δηλαδή, αυτόν τον αναγνώστη «να ξεχωρίσει τον χαλκό από το μάλαμα». Να βρει τον δρόμο του μέσα στον, πραγματικά συντριπτικό, όγκο της βιβλιοπαραγωγής, που του προκαλεί ίλιγγο, αν όχι αίσθημα ανεπάρκειας. Δεν θελήσαμε να τον κολακέψουμε τον αναγνώστη μας, να τον παραδώσουμε στην ευτέλεια, να τον υποτιμήσουμε, ούτε ασφαλώς και να τον χειραγωγήσουμε. Αντιθέτως, επιχειρήσαμε -κάποτε αντιτιθέμενοι ακόμη και στην ίδια την εφήμερη φύση της εφημερίδας- να του υπενθυμίσουμε ότι καλό θα ήταν να μην αρκείται στην πληροφόρηση• να μην περιορίζεται στο δευτερογενές κείμενο (την κριτική ή τη βιβλιοπαρουσίαση), αλλά να ερεθίζεται απ’ αυτό για να προσέλθει στην πρωτογενή πηγή, το βιβλίο, διεκδικώντας, επιτέλους, τον αργό χρόνο της ανάγνωσης, μέσα στη βραδύτητα του οποίου ξεδιπλώνεται κάθε εσωτερικευμένη εμπειρία – και η αισθητική εμπειρία, πρωτίστως. Αυτόν το χαρακτήρα είχαν και τα αφιερώματα: να δώσουν στα τεύχη της «Βιβλιοθήκης» προοπτική, συνέχεια και διάρκεια, αποτελώντας τον πυρήνα μιας προσπάθειας που αρνείται να γίνει «μιας χρήσης».

Γιατί το βιβλίο απαιτεί τον χρόνο τού Εγώ μας, χρόνο βαθύ, αληγή, άτρυτο, χρόνο αντίθετο προς την αμεσότητα της σύγχρονης επικοινωνίας, χρόνο που προστατεύει το περιεχόμενο, το αίσθημα και την ενδοσκόπηση. Και σ’ αυτόν τον χρόνο -τα όρια του οποίου μπορεί και πρέπει να λησμονήσει ο αναγνώστης προκειμένου να εγκαταλείψει ό,τι τον κρατά δέσμιο στον συνεχή ενεστώτα ενός τυφλού παρόντος, χωρίς αγωνίες, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς ανάγκη για υπέρβαση- τάχτηκε όλα αυτά τα χρόνια η «Βιβλιοθήκη». Επενδύοντας πάνω απ’ όλα στο κείμενο, χωρίς να φοβάται τη μεγάλη έκταση ή τη «στρυφνότητα» των θεμάτων. Θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν «στρυφνά» θέματα, αλλά μόνο στυφή και άχαρη, διεκπεραιωτική και πεζή διαπραγμάτευση. Οσο γι’ αυτήν εδώ τη στήλη, όσο κι αν δεν το κατάφερνε πάντα, στόχο είχε να ανταποκριθεί στην ανάγκη του ιδανικού αναγνώστη, που δεν είναι παρά μία, επίμονη και αναμφίλεκτη: η αναζήτηση του νοήματος, ακόμη και υπό το καθεστώς της γραφειοκρατίας της πληροφορίας.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

«βιβλιοθήκη» τεύχος 542 – τελευταίο (27/02/2009) –

«Το Μη Χοίρον…» του Δ. Χαντζόπουλου

08/09/2008 § Σχολιάστε

«Τα Νέα» 6-7 Σεπτεμβρίου ’08

Γιώργου Κοροπούλη: «Υπενθύμιση»

07/09/2008 § Σχολιάστε

Ένα εξαιρετικό άρθρο του πάντα εύστοχου και ορισμένες φορές δυσκολονόητου κ. Γιώργου Κοροπούλη στη Βιβλιοθήκη της «Ε» της Παρασκευής 5 Σεπτ. ’08.
διαβάστε το.

25. Υπενθύμιση

Ο συγγραφέας διαφημίζεται για να πουληθεί το έργο, επειδή -για να πουληθεί το έργο- πρέπει ολοένα συχνότερα να παρακάμπτονται οποιαδήποτε κριτήρια. Η δημόσια εικόνα τού «καλλιτέχνη» εγγυάται αυτήν την αδιαφάνεια – η οποία πρέπει, περαιτέρω, να αναπαρασταθεί ως ιδεώδης ορατότητα. Για να αγοράσει ο καταναλωτής, πρέπει να αποσιωπηθούν οι αληθινές ανάγκες του και ταυτοχρόνως να δίνεται η εντύπωση ότι ικανοποιούνται: Όσο εντείνεται η παραγωγή λογοτεχνικών υποπροϊόντων και λησμονιέται η τέχνη της ανάγνωσης τόσο κατακλυζόμαστε από κουτσομπολιά και «πληροφορίες» για τον συγγραφέα. Κρυφοκοιτάζοντας τα πάντα, εθιζόμαστε σε μιαν ουσιώδη αντίφαση: η τερατώδης διεύρυνση του δημόσιου πεδίου βασίζεται, πράγματι, στην αδιατύπωτη αλλά διάχυτη βεβαιότητα ότι το ουσιώδες δεν είναι αυτονοήτως και εξ υπαρχής δημόσιο. Ο λόγος που οι συνεντεύξεις παίρνουν ενδημικό χαρακτήρα είναι η πεποίθηση πως «η αλήθεια είναι εκεί έξω», εκτός κειμένων, εκτός ανάγνωσης. Επιπλέον, είναι ανάγκη να σκηνοθετηθεί η συνενοχή των συγγραφέων, η συναίνεσή τους.

Ήδη η διάδοση της γραπτής συνέντευξης εξασφάλιζε μια δημοσιότητα η οποία, εφόσον εκ των πραγμάτων ανταγωνίζεται τη δημοσιοποίηση μιας βάσει κριτηρίων ανάγνωσης και αξιολόγησης του έργου, μπορεί να ερμηνευτεί ως συναίνεση του συγγραφέα στην κατασυκοφάντησή των κειμένων του: Παραδέχεται, λέει αυτό το επιχείρημα συνενοχής , ο ίδιος ότι τα έργα του δεν αρκούν και ότι επιπλέον δεν περιμένει να κριθούν. Παραδέχεται επιπλέον ότι το υποκατάστατο κριτικής που διανέμεται μέσω εφημερίδων και περιοδικών τείνει να προβληθεί στη δική του, προσωπική στάση και να την καταστήσει σύμμορφη. Αυτή η δίκη προθέσεων, που αντλεί τη νομιμότητά της από την αυτοκρατορία της διαφήμισης, αξιοποιεί το αντίθετό της:

Η φυσική σε κάθε συγγραφέα (αρκεί να παραμένει υπό έλεγχο) ματαιοδοξία τον ωθεί συχνά να εμπλακεί στον μηχανισμό της πιο ευτελούς διαμεσολάβησης προκειμένου να πετύχει – τι; να διαβαστούν, έστω και δι’ αυτής της οδού, τα έργα του; να ακουστεί τουλάχιστον η ένστασή του, που είναι (πάντα είναι) τόσο πρωτότυπη; Μα οι maitres των δημοσίων σχέσεων διατυπώνουν εβδομαδιαίως πανομοιότυπες (φαινομενικά) ενστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, τη στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τη συνέντευξη, έχει συνάψει με τον συγγραφέα μια σιωπηρή και δυσμενή για όλους συνθήκη: γυρνάει να κοιτάξει τη φωτογραφία του «δημιουργού», τα ευφυή ή ανόητα σχόλιά του – οπότε δίνει ακόμη μια σπρωξιά στα κείμενα, ώστε να απωθηθούν στο βάθος της σκηνής. Ταυτοχρόνως, ο συγγραφέας απωθεί την αυτογνωσία και το χιούμορ του. Δύο φωτογραφίες του «ποιητή» (ας διαλέξουμε την πιο «αντι-εμπορική» περίπτωση), λόγια που μπορεί και να καλύπτουν ολόκληρη σελίδα εφημερίδας, συνοπτικά μια καλή δόση δημοσιότητας – όλ’ αυτά σημαίνουν, από την άποψη της εμβαδομέτρησης έστω, ότι η ποίηση εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία, κι ότι επιπλέον η σημασία της είναι δυνατόν να καταδειχθεί; Δεν είναι αλήθεια αυτό. Κατ’ αρχάς, πιθανότερο φαίνεται ότι γράφει κάποιος όσο καλύτερα μπορεί για να μην παραδεχτεί πως έχει εμπλακεί σε κάτι μάταιο. Γράφει για λίγους φίλους ή για αγνώστους των οποίων εκτιμά τα κείμενα είτε το καλλιεργημένο γούστο. Αυτοί σχηματίζουν έναν οικολογικό δρυμό, όπου διασώζεται η υπό εξαφάνισιν επίγνωση τού τι σημαίνει ποίηση. Επειτα, οι ποικίλες τεχνικές δημοσιότητας δεν είναι πιά δυνατόν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με ό,τι στ’ αλήθεια είναι χρήσιμο να ειπωθεί, γιατί η ίδια η δημοσιότητα απέκτησε ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Αυτή η αλλαγή είναι ολοφάνερη στις «εναλλακτικές» συνεντεύξεις: Ο δημοσιογράφος ονειρεύεται να ενσφηνώσει στην επικαιρότητα αυτό που η επικαιρότητα απορρίπτει – ό,τι διεκδικεί τη διάρκεια, τη βραδύτητα και την επαναληπτικότητα της ανάγνωσης. Ομως αυτές οι συνεντεύξεις εκτυλίσσονται σαν το ριάλιτι σόου της λογοτεχνικής ζωής, γιατί, εδώ, η δημοσιότητα εμφανίζεται σαν η κοινή ανάγκη που εν προκειμένω δεν ικανοποιήθηκε. Ταυτοχρόνως -κι αυτή είναι η ένδειξη πως το κύκλωμα έκλεισε-, σε άλλα κανάλια, οι επιτυχημένοι (ή όσοι φαντασιώνονται τέτοιαν επιτυχία) μιλούν πια βάσει προγράμματος τη θριαμβεύουσα διάλεκτο της, ενδεχομένως ακούσιας, αποβλάκωσής τους.

Θα καταφύγω σε μια μεταφορά. Ολες οι συνεντεύξεις είναι εξ ορισμού συνεντεύξεις στον Λάλα – και δίνονται στο μελλοντικό Μέγαρο Λογοτεχνίας. Θέλω να πω: η κοσμικότητα, η πλήξη, η ομολογημένη πια συγκέντρωση εξουσιών με επίκεντρο τα media – όλ’ αυτά προϋποτίθενται, θεωρούνται αυτονόητα πια. Το κρίσιμο όμως δεν είναι καν η αποδοχή της ομογενοποίησης. Το κρίσιμο είναι ότι η συνέντευξη μετατράπηκε οριστικά σ’ ένα τηλεοπτικό σόου δίχως τα πλεονεκτήματα της τηλεθέασης. Δεν υπάρχει καν ελπίδα να κοπεί το ρεύμα. Προσερχόμαστε εν σώματι στον ώς χθες ασώματο κόσμο των εικόνων – κι αυτό είναι το άκρον άωτον της virual reality. Προσετέθη η σκηνοθεσία της μαζικής ενοχής. Εκκρεμεί, εντέλει, ο κίνδυνος ενός μικρού σοκ (αν νοείται ηλεκτροπληξία οφειλόμενη σε λογοτεχνικό κύκλωμα) μόλις συνειδητοποιήσουν οι συγγραφείς ότι οι συνεντεύξεις αυτές, που χορηγούνται με συχνότητα επεισοδίων σίριαλ, προαναγγέλλουν την τηλεοπτικοποίηση συλλήβδην της λογοτεχνίας. Τα φαιδρά αποκαλυπτήρια των αδύτων της τέχνης προϋποθέτουν ότι ο αναγνώστης είναι προσομοίωση τηλεθεατή. Ο συγγραφέας καλείται να προσαρμόσει την παραγωγή του – κι ολοένα περισσότεροι ανταποκρίνονται: χρειάζεται να το αποδείξω αυτό;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 05/09/2008

Where Am I?

You are currently browsing the αξιόλογα Τύπου category at αγριμολογος.