Επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ
07/02/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ
Τα εν πολλαίς αμαρτίαις…
Editorial του Athens Review of Books, Φεβρουαρίου 2012, τεύχος 26
Η συμμετοχή της πλειονότητας των ελληνικών μέσων μαζικής «ενημέρωσης» στην καταστροφή της χώρας –και προπαντός των τέως ισχυρών και κυρίαρχων ενώπιον των οποίων έτρεμε μέχρι πρότινος το φυλλοκάρδι των ιθαγενών πολιτικών– θυμίζουν το τροπάριο της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός. Δυστυχώς όμως χωρίς το τμήμα του που αφορά την γεμάτη δάκρυα μετάνοια, έναντι της οποίας η γυνή αναμένει –εις μάτην βεβαίως!– την ευαγγελική συγχώρεση. Αντίθετα, τόσο τα κατορθώματά τους του παρελθόντος όσο και η παρούσα συμπεριφορά τους θυμίζουν περισσότερο τις επόμενες φράσεις του τροπαρίου: «Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας».
Τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν ασφαλώς ισχυρή εξουσία (τη λεγομένη τέταρτη) σε κάθε χώρα και η συμπεριφορά τους ενσταλάζει στο κοινό τους κοινωνικές αξίες, νοοτροπίες και συμπεριφορές που διαμορφώνουν καταλυτικά την κοινωνική και πολιτική ζωή. Παντού στον κόσμο τα Μέσα έχουν σχεδόν αναπόφευκτες αδυναμίες. Η συνεισφορά τους όμως στη σημερινή ελληνική καταστροφή ξεπερνά τα συνήθη μέτρα και τις ευθύνες που θα τους καταλογίζονταν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική χώρα.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ποιες είναι οι κύριες ελληνικές ιδιαιτερότητες του χώρου των ΜΜΕ; Η πιο σημαντική ίσως είναι η εξόχως προνομιακή θέση και μεταχείριση που είχαν επί δεκαετίες από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Φθηνό χαρτί, υποχρεωτικές δημοσιεύσεις ισολογισμών, επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων τους εις βάρος τρίτων, δάνεια χωρίς τήρηση των τραπεζικών κριτηρίων, νόμιμη δυνατότητα «μαύρων» αφορολόγητων δαπανών κ.ά. Επιπλέον, ιδιαίτερη μεταχείριση προνομιούχων εργαζομένων σε αυτά, με ηγεμονικούς μισθούς και μεγάλη πολιτική επιρροή, κατά κανόνα «αγωνιστών» και «αντιιμπεριαλιστών» με πολλαπλές θέσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δημιουργία πλήθους αργομισθιών στα κρατικά και κρατικοδίαιτα ΜΜΕ (κρατική τηλεόραση και ραδιόφωνα, δημοτικά ραδιόφωνα, κομματικά ραδιόφωνα που χρηματοδοτούνταν μέσω των τεράστιων κομματικών επιχορηγήσεων και των θαλασσοδανείων των κομμάτων κ.λπ.), έως δε και τη διάθεση δωρεάν αστυνομικής προστασίας. Και φυσικά στον χώρο δεσπόζει το μέγα και διαρκές σκάνδαλο που ονομάζεται Κρατική Ραδιοτηλεόραση.
Όλα αυτά όμως δεν έφταναν. Διότι η ανθρώπινη φύση έχει ισχυρή και την βουλιμική πλευρά της. Στο τρίγωνο επιχειρηματίες – κομματικό κράτος – ΜΜΕ (αφεντικά και επιφανή «στελέχη») κυκλοφόρησε και πολύ σκοτεινό και μαύρο χρήμα, που αφορούσε είτε την προώθηση πολιτικών προσώπων είτε (κυρίως) τη δημοσιοποίηση ή αποσιώπηση υποθέσεων διαφθοράς (ανάλογα με τα συμφέροντα του κινούντος τα νήματα). Με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του μαύρου αυτού χρήματος να καταλήγει βεβαίως ως αμοιβή για την αποσιώπηση μάλλον παρά για τη δημοσιοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκάλυψη όλων των μεγάλων υποθέσεων διαφθοράς που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας έγινε και με την ανοχή των ισχυρών ΜΜΕ, οι σχέσεις των οποίων με τα κυκλώματα αυτά ουδέποτε έχουν διερευνηθεί σε βάθος από κανέναν. Επίσης τα ίδια τα ΜΜΕ δεν διερευνούσαν αυτοβούλως τα γνωστά σε όλους κυκλώματα. Η αποκάλυψη μεγάλων και προφανών υποθέσεων διαφθοράς (λ.χ. πολεοδομικών υποθέσεων, φοροδιαφυγής κ.λπ.) θα χρειαζόταν μερικές μόνο εβδομάδες έντιμου και μάλλον εύκολου ερευνητικού ρεπορτάζ. Τέτοιες αποκαλύψεις δεν έγιναν, παρά τις στρατιές δημοσιογράφων που απασχολούνται στα ΜΜΕ, γιατί ποτέ δεν δόθηκαν οι σχετικές εντολές και γιατί τα πάσης φύσεως κυκλώματα «κρατούσαν» το ένα το άλλο (κυκλώματα τα οποία, όπως προκύπτει και από την υπόθεση των «λουλουδιών» της Θεσσαλονίκης, διέθεταν πάντα και «άκρες» στα ΜΜΕ).
Τέλος, για λόγους πληρότητας δεν θα πρέπει βέβαια να ξεχνούμε μια παλαιότερη πηγή χρηματισμού: την «ένδοξη» εποχή του Χρηματιστηρίου, όταν δημοσιογραφικώς προωθούνταν επιχειρηματικές φενάκες (τα περιβόητα «σαπάκια») για να αποσπαστούν χρήματα των –εξίσου βουλιμικών– «παικτών» που αναζητούσαν εύκολους τρόπους ακαριαίου και χωρίς κόπο πλουτισμού. Υπήρξε μάλιστα ολόκληρη «σχολή» εντύπων που προπαγάνδιζαν την κοινωνία της υπερκατανάλωσης και της πολυτελούς διαβίωσης, απευθυνόμενα κυρίως σε κομματικούς αξιωματούχους, σε λογής τυχοδιώκτες και σε πρόσκαιρα νεόπλουτους του Χρηματιστηρίου.
Μια τρίτη ενδιαφέρουσα πλευρά των ελληνικών ΜΜΕ είναι ότι το χρήμα το οποίο έβγαινε από όλες αυτές τις δραστηριότητες δεν κρυβόταν, όπως ο βήχας και ο έρωτας. Οι μεγαλοπαράγοντες του χώρου, με τα θηριώδη «άσπρα» (της τάξεως των πολλών δεκάδων ή σε ορισμένες περιπτώσεις και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ τον μήνα) και τα κολλαριστά «μαύρα» χρήματα, δεν έκαναν μόνο κάθε είδους μπίζνα· ζούσαν επιπροσθέτως και βίο προκλητικά πολυτελή. Σπίτια φαντασμαγορικά, πολυτελή αυτοκίνητα, διακοπές στα ακριβότερα μέρη του κόσμου, ζωή χαρισάμενη, την ώρα που προπαγάνδιζαν είτε την ηθική αξία της ισότητας και του σοσιαλισμού (οι περισσότεροι), είτε τις παραδοσιακές εθνικές αξίες της πτωχής πλην τιμίας Ελλάδος (η άλλη πλευρά).
Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι περίεργο ότι στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας απαξιώθηκε και υποβαθμίστηκε σε εξοργιστικό βαθμό. Ανεπίτρεπτη προχειρότητα, ακόμη και ρεπορτάζ ανύπαρκτων γεγονότων σε μεγάλες και «έγκυρες» εφημερίδες, έμεναν χωρίς καμία κύρωση. Ταυτόχρονα, στον δημοσιογραφικό λόγο (ιδίως τον ραδιοτηλεοπτικό), παρεισέφρησε μια βάναυση και ξύλινη γλώσσα που είχε ως βασικά χαρακτηριστικά τον χονδροειδή λαϊκισμό, τον εύκολο εντυπωσιασμό, την αναζήτηση και έξαψη των κατωτέρων ενστίκτων του κοινού, παράλληλα με την ανάδειξη των «προσωπικοτήτων» που θα ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές αυτές. Δεν είναι τυχαίο ότι χρεοκοπήσαμε δαπανώντας και σπαταλώντας αμύθητα ποσά την ίδια ώρα που σε όλα τα κανάλια οι προϋπολογισμοί και απολογισμοί της καταστροφικής σπατάλης εμφανίζονταν δήθεν ως προϋπολογισμοί και απολογισμοί «λιτότητας».
Στον κατήφορο αυτόν υπήρξαν ασφαλώς και οι σπάνιες εξαιρέσεις – ελάχιστες τίμιες εφημερίδες και ειδικά έντυπα που έκαναν σοβαρή δουλειά. Ωστόσο, άριστες πένες συμβιβάζονταν με το σύστημα για να αποκτήσουν χώρο έκφρασης, εξαιρετικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί παραγωγοί και μια μεγάλη μάζα εντίμων ανθρώπων που δούλευαν στον χώρο, παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι ή συμβιβασμένοι τα τεκταινόμενα και προσπαθούσαν απλώς να «κάνουν τη δουλειά τους». Το κλίμα όμως δεν το διαμόρφωναν αυτοί.
Πού βρισκόμαστε σήμερα; Καθώς το ελληνικό δράμα πλησιάζει στην κορύφωσή του και η ασωτία και ο μεγαλεπήβολος επιχειρηματικός παραγοντισμός έχουν εξανεμίσει τα νόμιμα και άνομα κέρδη δεκαετιών, το σύστημα που κυριάρχησε όλα αυτά τα χρόνια καταρρέει. Με τα περισσότερα θύματα βέβαια να προέρχονται από τη μεγάλη μάζα όσων δεν είχαν μερίδιο συμμετοχής στο «πάρτι», όπως συμβαίνει άλλωστε και στην ευρύτερη κοινωνία, στην οποία απευθύνεται ο σπίλος «Μαζί τα φάγαμε». Τα απομεινάρια του συστήματος προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν χρησιμοποιώντας όλες τις παλιές μεθόδους που καλά γνωρίζουν και προωθώντας έναν δημόσιο λόγο που ενθαρρύνει τον πιο ακραίο λαϊκισμό. Αυτό δε με την ελπίδα να συμπορευθούν με το λαϊκό αίσθημα και να προωθήσουν στην εξουσία πιόνια που θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν οι ίδιοι (την ώρα που η χώρα καταστρέφεται), πραγματοποιώντας την τελευταία λεηλασία τους κατά της Ελλάδας.
Η ζωή όμως πορεύεται με τη δική της νομοτέλεια. Τα σχέδιά τους αποδεικνύονται και ατελή και ατελέσφορα. Είναι οι προσπάθειές τους, των συφοριασμένων, σαν των Τρώων: καταδικασμένες. Η κρίση κινείται με ρυθμούς μανιώδεις και ανεξέλεγκτους, σε δρόμους απρόβλεπτους και ανεξερεύνητους, απαξιώνοντας και καταβροχθίζοντας τους γεννήτορές της, εκτός από τον χώρο του πολιτικού συστήματος εξουσίας, και εκείνους στον χώρο των ΜΜΕ.
— The Athens Review of Books
Αυλαία για την «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»
28/02/2009 § Σχολιάστε
Μέσω της Κατερίνα Σχινάς, στο τελευταίο της «Λόγου Χάριν», διαβάζουμε:
Νέα εποχή

το τελευταίο τεύχος Νο 542 της "Βιβλιοθήκης"
Σε μένα, λοιπόν, πέφτει το θλιβερό καθήκον να γράψω τον επικήδειο της στήλης. Και, εκπροσωπώντας αυτοβούλως τους υπόλοιπους συναδέλφους, μέλη της συντακτικής ομάδας της «Βιβλιοθήκης», να συνθέσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο του εντύπου μας, όπως το ξέρατε ώς τώρα. Από την επόμενη Παρασκευή, η «Β» κυκλοφορεί σε νέα μορφή, ως «καταφύγιο θηραμάτων», όπως προσφυώς την ονομάζει ο νέος της διευθυντής, Γιώργος Χρονάς. Ολότελα ανανεωμένη, ολότελα διαφορετική. Περισσότερο «λογοτεχνική» και λιγότερο σχολιαστική. Εξού και οι στήλες εξαλείφονται, μαζί και το «Λόγου χάριν». Αποχαιρετισμός ή επικήδειος, λοιπόν, όπως τον θέλετε.
‘Η μάλλον όχι – τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στους αποχαιρετισμούς δίνει κανείς υπόσχεση ή ευχή νέας συνάντησης, μετατεθειμένης στο μέλλον• στους επικήδειους, ο αποχωρισμός είναι οριστικός. Επάνοδος δεν υπάρχει. Η αυλαία πέφτει, ο αποχωρών εξαφανίζεται για πάντα. Οσοι επιμένουν να τον θυμούνται, το πολύ να τον νεκρολογούν: να μιλούν για τις αρετές του εκλιπόντος, για το «δυσαναπλήρωτο κενό» που αφήνει κ.λπ. – πράγματα ούτως ή άλλως πληκτικά και, βεβαίως, άκρως σχετικά.
Τα τελευταία λόγια αυτής της στήλης, λοιπόν, δεν θα είναι ούτε αποχαιρετιστήρια ούτε επικήδεια. Θα είναι υπομνηστικά. Θα επαναλάβουν, σαν σε ρόχθο, όσα είχαν πριν από πέντε χρόνια φιλοξενηθεί στην ίδια αυτή θέση, με αφορμή τα πέμπτα γενέθλια της «Βιβλιοθήκης». Διαπιστώνοντας ότι, αν τότε τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα, σήμερα ενδέχεται να είναι και αφόρητα• ότι αν τότε η υπεράσπιση του Λόγου έμοιαζε ακόμη εφικτή, σήμερα η επιμονή σ’ αυτήν φαντάζει έως και γελοία. Ενας γραφικός αναχρονισμός.
Κοντά έντεκα χρόνια έζησε η «Βιβλιοθήκη» όπως την ξέραμε. Με τους συνεργάτες της να προσπαθούν, στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας, να ανταποκριθούν στην ευθύνη των «φυσικών οδηγών» του μέσου αναγνώστη (όπως όριζε ο Φάνης Κακριδής τους ειδικευμένους δημοσιογράφους, βιβλιοπαρουσιαστές και κριτικούς) – να βοηθήσουν, δηλαδή, αυτόν τον αναγνώστη «να ξεχωρίσει τον χαλκό από το μάλαμα». Να βρει τον δρόμο του μέσα στον, πραγματικά συντριπτικό, όγκο της βιβλιοπαραγωγής, που του προκαλεί ίλιγγο, αν όχι αίσθημα ανεπάρκειας. Δεν θελήσαμε να τον κολακέψουμε τον αναγνώστη μας, να τον παραδώσουμε στην ευτέλεια, να τον υποτιμήσουμε, ούτε ασφαλώς και να τον χειραγωγήσουμε. Αντιθέτως, επιχειρήσαμε -κάποτε αντιτιθέμενοι ακόμη και στην ίδια την εφήμερη φύση της εφημερίδας- να του υπενθυμίσουμε ότι καλό θα ήταν να μην αρκείται στην πληροφόρηση• να μην περιορίζεται στο δευτερογενές κείμενο (την κριτική ή τη βιβλιοπαρουσίαση), αλλά να ερεθίζεται απ’ αυτό για να προσέλθει στην πρωτογενή πηγή, το βιβλίο, διεκδικώντας, επιτέλους, τον αργό χρόνο της ανάγνωσης, μέσα στη βραδύτητα του οποίου ξεδιπλώνεται κάθε εσωτερικευμένη εμπειρία – και η αισθητική εμπειρία, πρωτίστως. Αυτόν το χαρακτήρα είχαν και τα αφιερώματα: να δώσουν στα τεύχη της «Βιβλιοθήκης» προοπτική, συνέχεια και διάρκεια, αποτελώντας τον πυρήνα μιας προσπάθειας που αρνείται να γίνει «μιας χρήσης».
Γιατί το βιβλίο απαιτεί τον χρόνο τού Εγώ μας, χρόνο βαθύ, αληγή, άτρυτο, χρόνο αντίθετο προς την αμεσότητα της σύγχρονης επικοινωνίας, χρόνο που προστατεύει το περιεχόμενο, το αίσθημα και την ενδοσκόπηση. Και σ’ αυτόν τον χρόνο -τα όρια του οποίου μπορεί και πρέπει να λησμονήσει ο αναγνώστης προκειμένου να εγκαταλείψει ό,τι τον κρατά δέσμιο στον συνεχή ενεστώτα ενός τυφλού παρόντος, χωρίς αγωνίες, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς ανάγκη για υπέρβαση- τάχτηκε όλα αυτά τα χρόνια η «Βιβλιοθήκη». Επενδύοντας πάνω απ’ όλα στο κείμενο, χωρίς να φοβάται τη μεγάλη έκταση ή τη «στρυφνότητα» των θεμάτων. Θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν «στρυφνά» θέματα, αλλά μόνο στυφή και άχαρη, διεκπεραιωτική και πεζή διαπραγμάτευση. Οσο γι’ αυτήν εδώ τη στήλη, όσο κι αν δεν το κατάφερνε πάντα, στόχο είχε να ανταποκριθεί στην ανάγκη του ιδανικού αναγνώστη, που δεν είναι παρά μία, επίμονη και αναμφίλεκτη: η αναζήτηση του νοήματος, ακόμη και υπό το καθεστώς της γραφειοκρατίας της πληροφορίας.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ
«βιβλιοθήκη» τεύχος 542 – τελευταίο (27/02/2009) –
Γιώργου Κοροπούλη: «Υπενθύμιση»
07/09/2008 § Σχολιάστε
Ένα εξαιρετικό άρθρο του πάντα εύστοχου και ορισμένες φορές δυσκολονόητου κ. Γιώργου Κοροπούλη στη Βιβλιοθήκη της «Ε» της Παρασκευής 5 Σεπτ. ’08.
διαβάστε το.
25. Υπενθύμιση
Ο συγγραφέας διαφημίζεται για να πουληθεί το έργο, επειδή -για να πουληθεί το έργο- πρέπει ολοένα συχνότερα να παρακάμπτονται οποιαδήποτε κριτήρια. Η δημόσια εικόνα τού «καλλιτέχνη» εγγυάται αυτήν την αδιαφάνεια – η οποία πρέπει, περαιτέρω, να αναπαρασταθεί ως ιδεώδης ορατότητα. Για να αγοράσει ο καταναλωτής, πρέπει να αποσιωπηθούν οι αληθινές ανάγκες του και ταυτοχρόνως να δίνεται η εντύπωση ότι ικανοποιούνται: Όσο εντείνεται η παραγωγή λογοτεχνικών υποπροϊόντων και λησμονιέται η τέχνη της ανάγνωσης τόσο κατακλυζόμαστε από κουτσομπολιά και «πληροφορίες» για τον συγγραφέα. Κρυφοκοιτάζοντας τα πάντα, εθιζόμαστε σε μιαν ουσιώδη αντίφαση: η τερατώδης διεύρυνση του δημόσιου πεδίου βασίζεται, πράγματι, στην αδιατύπωτη αλλά διάχυτη βεβαιότητα ότι το ουσιώδες δεν είναι αυτονοήτως και εξ υπαρχής δημόσιο. Ο λόγος που οι συνεντεύξεις παίρνουν ενδημικό χαρακτήρα είναι η πεποίθηση πως «η αλήθεια είναι εκεί έξω», εκτός κειμένων, εκτός ανάγνωσης. Επιπλέον, είναι ανάγκη να σκηνοθετηθεί η συνενοχή των συγγραφέων, η συναίνεσή τους.
Ήδη η διάδοση της γραπτής συνέντευξης εξασφάλιζε μια δημοσιότητα η οποία, εφόσον εκ των πραγμάτων ανταγωνίζεται τη δημοσιοποίηση μιας βάσει κριτηρίων ανάγνωσης και αξιολόγησης του έργου, μπορεί να ερμηνευτεί ως συναίνεση του συγγραφέα στην κατασυκοφάντησή των κειμένων του: Παραδέχεται, λέει αυτό το επιχείρημα συνενοχής , ο ίδιος ότι τα έργα του δεν αρκούν και ότι επιπλέον δεν περιμένει να κριθούν. Παραδέχεται επιπλέον ότι το υποκατάστατο κριτικής που διανέμεται μέσω εφημερίδων και περιοδικών τείνει να προβληθεί στη δική του, προσωπική στάση και να την καταστήσει σύμμορφη. Αυτή η δίκη προθέσεων, που αντλεί τη νομιμότητά της από την αυτοκρατορία της διαφήμισης, αξιοποιεί το αντίθετό της:
Η φυσική σε κάθε συγγραφέα (αρκεί να παραμένει υπό έλεγχο) ματαιοδοξία τον ωθεί συχνά να εμπλακεί στον μηχανισμό της πιο ευτελούς διαμεσολάβησης προκειμένου να πετύχει – τι; να διαβαστούν, έστω και δι’ αυτής της οδού, τα έργα του; να ακουστεί τουλάχιστον η ένστασή του, που είναι (πάντα είναι) τόσο πρωτότυπη; Μα οι maitres των δημοσίων σχέσεων διατυπώνουν εβδομαδιαίως πανομοιότυπες (φαινομενικά) ενστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, τη στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τη συνέντευξη, έχει συνάψει με τον συγγραφέα μια σιωπηρή και δυσμενή για όλους συνθήκη: γυρνάει να κοιτάξει τη φωτογραφία του «δημιουργού», τα ευφυή ή ανόητα σχόλιά του – οπότε δίνει ακόμη μια σπρωξιά στα κείμενα, ώστε να απωθηθούν στο βάθος της σκηνής. Ταυτοχρόνως, ο συγγραφέας απωθεί την αυτογνωσία και το χιούμορ του. Δύο φωτογραφίες του «ποιητή» (ας διαλέξουμε την πιο «αντι-εμπορική» περίπτωση), λόγια που μπορεί και να καλύπτουν ολόκληρη σελίδα εφημερίδας, συνοπτικά μια καλή δόση δημοσιότητας – όλ’ αυτά σημαίνουν, από την άποψη της εμβαδομέτρησης έστω, ότι η ποίηση εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία, κι ότι επιπλέον η σημασία της είναι δυνατόν να καταδειχθεί; Δεν είναι αλήθεια αυτό. Κατ’ αρχάς, πιθανότερο φαίνεται ότι γράφει κάποιος όσο καλύτερα μπορεί για να μην παραδεχτεί πως έχει εμπλακεί σε κάτι μάταιο. Γράφει για λίγους φίλους ή για αγνώστους των οποίων εκτιμά τα κείμενα είτε το καλλιεργημένο γούστο. Αυτοί σχηματίζουν έναν οικολογικό δρυμό, όπου διασώζεται η υπό εξαφάνισιν επίγνωση τού τι σημαίνει ποίηση. Επειτα, οι ποικίλες τεχνικές δημοσιότητας δεν είναι πιά δυνατόν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με ό,τι στ’ αλήθεια είναι χρήσιμο να ειπωθεί, γιατί η ίδια η δημοσιότητα απέκτησε ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Αυτή η αλλαγή είναι ολοφάνερη στις «εναλλακτικές» συνεντεύξεις: Ο δημοσιογράφος ονειρεύεται να ενσφηνώσει στην επικαιρότητα αυτό που η επικαιρότητα απορρίπτει – ό,τι διεκδικεί τη διάρκεια, τη βραδύτητα και την επαναληπτικότητα της ανάγνωσης. Ομως αυτές οι συνεντεύξεις εκτυλίσσονται σαν το ριάλιτι σόου της λογοτεχνικής ζωής, γιατί, εδώ, η δημοσιότητα εμφανίζεται σαν η κοινή ανάγκη που εν προκειμένω δεν ικανοποιήθηκε. Ταυτοχρόνως -κι αυτή είναι η ένδειξη πως το κύκλωμα έκλεισε-, σε άλλα κανάλια, οι επιτυχημένοι (ή όσοι φαντασιώνονται τέτοιαν επιτυχία) μιλούν πια βάσει προγράμματος τη θριαμβεύουσα διάλεκτο της, ενδεχομένως ακούσιας, αποβλάκωσής τους.
Θα καταφύγω σε μια μεταφορά. Ολες οι συνεντεύξεις είναι εξ ορισμού συνεντεύξεις στον Λάλα – και δίνονται στο μελλοντικό Μέγαρο Λογοτεχνίας. Θέλω να πω: η κοσμικότητα, η πλήξη, η ομολογημένη πια συγκέντρωση εξουσιών με επίκεντρο τα media – όλ’ αυτά προϋποτίθενται, θεωρούνται αυτονόητα πια. Το κρίσιμο όμως δεν είναι καν η αποδοχή της ομογενοποίησης. Το κρίσιμο είναι ότι η συνέντευξη μετατράπηκε οριστικά σ’ ένα τηλεοπτικό σόου δίχως τα πλεονεκτήματα της τηλεθέασης. Δεν υπάρχει καν ελπίδα να κοπεί το ρεύμα. Προσερχόμαστε εν σώματι στον ώς χθες ασώματο κόσμο των εικόνων – κι αυτό είναι το άκρον άωτον της virual reality. Προσετέθη η σκηνοθεσία της μαζικής ενοχής. Εκκρεμεί, εντέλει, ο κίνδυνος ενός μικρού σοκ (αν νοείται ηλεκτροπληξία οφειλόμενη σε λογοτεχνικό κύκλωμα) μόλις συνειδητοποιήσουν οι συγγραφείς ότι οι συνεντεύξεις αυτές, που χορηγούνται με συχνότητα επεισοδίων σίριαλ, προαναγγέλλουν την τηλεοπτικοποίηση συλλήβδην της λογοτεχνίας. Τα φαιδρά αποκαλυπτήρια των αδύτων της τέχνης προϋποθέτουν ότι ο αναγνώστης είναι προσομοίωση τηλεθεατή. Ο συγγραφέας καλείται να προσαρμόσει την παραγωγή του – κι ολοένα περισσότεροι ανταποκρίνονται: χρειάζεται να το αποδείξω αυτό;
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 05/09/2008
