[διανοούμενοι και τύφλωση: η παθολογία της «ιδεολογικής συνέπειας»·

11/05/2025 § 1 σχόλιο

ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι…

Γιατί οι διανοούμενοι κάνουν εγκληματικά λάθη
Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους

Αποσπάσματα από άρθρο της ©Σώτης Τριανταφύλλου στην Athens Voice >>

«[…] Σε πλήθος περιστάσεων στην ιστορία, ιδιαίτερα σ’ εκείνη του 20ού και 21ου αιώνα, που μας αφορά περισσότερο, οι διαμορφωτές κοινής γνώμης στήριξαν αιμοσταγή καθεστώτα, επέμειναν πεισματικά σε ξοφλημένες ιδεολογίες και προσκολλήθηκαν σε θεωρίες και σε θεωρητικούς που είχαν ήδη διαψευστεί με τον πιο κατάφωρο τρόπο. Πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας διεπράχθησαν με την πρωτοβουλία μορφωμένων ατόμων — στην Καμπότζη, ανάμεσα στους Ερυθρούς Χμερ, υπεύθυνους για τον βίαιο θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους στη δεκαετία του 1970 ήσαν οκτώ γαλλόφωνοι διανοούμενοι, πέντε εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Σορβόνη: εκεί είχαν διδαχθεί τις ανοησίες του Ζαν-Πολ Σαρτρ για την επαναστατική βία και για τον καθαγιασμό των μέσων «με καλό σκοπό».

Ο Σαρτρ, αν και σήμερα δεν έχει την επιρροή που είχε πριν από πενήντα χρόνια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα παραπλανημένου και φανατικού διανοούμενου που έγινε σύμβολο των απανταχού παραπλανημένων και φανατικών. Αλλά ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να ήταν ακόμα χειρότερος σε ακρισία και σε πολιτική (και προσωπική) εχθροπάθεια· αμφότεροι στήριξαν τις σταλινικές δίκες-φάρσες, τις εκτελέσεις διαφωνούντων ή και μη διαφωνούντων των κομμουνιστικών καθεστώτων, τους δικτάτορες και τους τυράννους. Δεν ήσαν απλώς χρήσιμοι ηλίθιοι, ήσαν ενεργά όργανα προπαγάνδας.

Μπορώ να απαριθμήσω πολλούς από μια μακρά σειρά μελών της ελίτ που προσχώρησαν στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον κομμουνισμό: Μαρινέτι, Ντ’ Ανούντσιο, Έζρα Πάουντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα, Γιάννης Ρίτσος, Καρλ Σμιτ, Λένι Ρίφενσταλ, Λουί Αλτουσέρ, Αντρέ Γκλυξμάν, Νόαμ Τσόμσκι. Σε ολόκληρες γενιές διανοουμένων, λιγοστοί ήσαν όσοι έβλεπαν τι συνέβαινε ολόγυρά τους· κι αυτοί όχι από την αρχή —απλώς, κάποιοι είχαν το στοιχειώδες θάρρος, τη στοιχειώδη εντιμότητα, να παραδεχτούν ότι σε μια περίοδο της ζωής τους έκαναν φρικτά λάθη παρασύροντας σε πλάνες και πολλούς άλλους ανθρώπους. Ο Τζορτζ Όργουελ ήταν ένας απ’ αυτούς: σήμερα, παραδόξως, τον επικαλείται η αριστερά· ίσως αυτή η συχνή αναφορά να οφείλεται σε άγνοια· ο Όργουελ υπήρξε σφοδρός επικριτής της. Όσο για τους διανοουμένους που δεν έπεσαν στην παγίδα της αγελαίας νοοτροπίας —η Άιν Ραντ, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τόμας Μαν— αν και το έργο τους αναγνωρίστηκε, οι απόψεις τους λοιδορήθηκαν.

[…]καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η τύφλωση, η αφέλεια, η κακή πίστη έναντι της δημοκρατίας και ο κυνισμός οργίαζαν: […]μεγάλη επιτυχία γνώρισαν ο Τσε Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι, ως ρομαντικοί επαναστάτες, δέχονταν επισκέψεις πολλών Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων. Εκτός του ότι η Ανιές Βαρντά γύρισε προπαγανδιστική ταινία όπου συνέκρινε τον Φιντέλ με τον Γκάρυ Κούπερ (ο Σολ Λάνταου επίσης), ο Σαρτρ έγραψε δεκαέξι εγκωμιαστικά άρθρα στην εφημερίδα France-Soir και η Σιμόν ντε Μποβουάρ —ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο πνεύμα— τον επαίνεσε ξανά και ξανά σε τηλεοπτικές εκπομπές και στον Nouvel Observateur. Αλλά, το αποκορύφωμα της τύφλωσης δεν ήταν η εκτίμηση για τον Φιντέλ Κάστρο, αλλά εκείνη για τον Μάο τσε Τουνγκ: ο μαοϊσμός των διανοουμένων στη δεκαετία του 1960 και 1970 υπήρξε η πιο τρομακτική διάθλαση της όρασης στον 20ό αιώνα.

Στη Γαλλία, κυρίως στους κύκλους της Ecole Normale, καθώς και στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, φούντωσε το κίνημα εναντίον της υλιστικής και φιλελεύθερης Δύσης, με παράλληλη ανάπτυξη της φιλοκινεζικής ρητορικής. Προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Αλτουσέρ, ο Αλέν Μπαντιού, ο Σιλβάν Λαζαρούς, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Μισέλ Φουκό χειροκρότησαν την Πολιτιστική Επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση στην Κίνα στηλιτεύοντας τον δυτικό «κομφορμισμό» και «ατομισμό». Οι δηλώσεις τους δεν απείχαν πολύ από την προσωπολατρία: η Μποβουάρ εξήρε την «αμίμητη φυσικότητα» του Μεγάλου Τιμονιέρη και το πώς τα πρόσωπα του Μάο και του Τσου Ενλάι «όχι μόνο σαγηνεύουν αλλά και εμπνέουν ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα, τον σεβασμό».

Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μάο ήταν υπεύθυνος για καμιά 50ριά εκατομμύρια θανάτους, κάτι που τον καθιστά τον χειρότερο κατά συρροή δολοφόνο στην ανθρώπινη ιστορία — αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για όσους στοχάζονταν στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στα campuses των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο δε Ρολάν Μπαρτ ταξίδεψε στην Κίνα, τα βρήκε όλα υπέροχα κι έγραψε, μεταξύ άλλων, για την ειρήνη που επικρατούσε στη χώρα, για τη «σύνθετη κουζίνα» της και για τα «παιδιά που δεν κουράζεσαι να κοιτάς τις εκφράσεις τους, τόσο διαφορετικές είναι» (;;;). Τσιμουδιά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Κινέζων. Αντιθέτως: «Στον δρόμο, στα εργαστήρια, στα σχολεία, στους επαρχιακούς δρόμους, ένας λαός που μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχει ήδη χτίσει ένα σημαντικό έθνος, μετακινείται, εργάζεται, πίνει το τσάι του ή κάνει τη μοναχική του γυμναστική, χωρίς θέατρο, χωρίς θόρυβο, χωρίς να ποζάρει, με λίγα λόγια χωρίς υστερίες» (Le Monde, Μάιος 1974).

[…] Το 1979, οι τιτάνες της αριστερής σκέψης χειροκρότησαν την επανάσταση των μουλάδων στο Ιράν. Ήδη πριν από την ισλαμική επανάσταση, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε στη Γαλλία ως δήθεν πιθανό θύμα του καθεστώτος του Σάχη, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αριστερών διανοουμένων: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Έτσι, ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι, το οποίο υποτίθεται ότι στο εξής θα διείπε την ενάρετη ιρανική ζωή με την αξία της εργασίας, με την κοινοκτημοσύνη των πόρων (νερό, υπέδαφος), με όρια της ελευθερίας που να τηρούνται έτσι ώστε να μη βλάπτουν τους άλλους, με σεβασμό των μειονοτήτων, με ισότητα και αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, με λογοδοσία των κυβερνώντων. Αυτά διάβαζε στο Κοράνι ο Φουκό. Σήμερα, αν και έχει μειωθεί ο αριθμός εκείνων που ξεστομίζουν τέτοιες μωρίες, στον χώρο της αριστεράς σ’ αυτές τις μωρίες στηρίζεται η ισλαμοφιλία, όπως και όλα τα φιλο-ολοκληρωτικά ιδεολογήματα. Άλλωστε, τα ινδάλματα των αριστερών διανοουμένων εξακολουθούν να είναι ο Φουκό και ο Έντουαρντ Σαΐντ· όσοι εμπότισαν την αριστερά με μεταφυσικές ιδέες, αυθαιρεσία, ψευδοεπιστήμη, αντιδυτικισμό, οικοφοβία.

[…]ενώ οι πολιτικοί που κάνουν γκάφες συνήθως τιμωρούνται με μη επανεκλογή ή με γελοιοποίηση, οι διανοούμενοι μπορούν να κάνουν τη μια γκάφα πάνω στην άλλη χωρίς να χάνουν το κύρος τους· πάντοτε θα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θα τους θαυμάζει και θα τους ακολουθεί. Κι εκτός αυτού, όσο πιο εξωφρενική είναι μια ιδέα, τόσο περισσότερο ερεθίζει το ενδιαφέρον του κοινού, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από περγαμηνές, τίτλους και ύφος χιλίων καρδιναλίων. (δικές μου οι υπογραμμίσεις)

*

Μπορείτε να διαβάσετε Όλο το κείμενο της ©Σώτης Τριανταφύλλου ΕΔΩ >>>

[στολισμένες «φιλοσοφικά» άποψεις που… δικαιολογούν τη βία κατά της ελεύθερης έκφρασης·

01/05/2025 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

φωτο: polilegal.com/

Ένας γνωστός, από αυτούς που αρέσκονται να λένε με δέκα λέξεις,[*] ό,τι μπορεί να ειπωθεί με δύο, αναμορφώνει αισθητικά το επιχείρημα του Νίκου Μπίστη – περί γέρων που μισούν τη νιότη τους – για να καταφερθεί εναντίον όσων αντέδρασαν στην αχρειότητα που συνέβη στον «Ιανό».

Κι αφού χλευάσει τους «γέροντες που συνασπίστηκαν κατά της εικόνας της νιότης τους», διαπιστώνει ότι: «απείρως πιο βίαιη και “φανατική” ήταν η πολιτικοποιημένη νεολαία πριν σαράντα πενήντα χρόνια».

Και «πριν στεγνώσει το μελάνι» της εξυπνάδας του – η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τέσσερις λέξεις: «Μπράβο παιδιά, πάντα τέτοια!», ένα νέο περιστατικό επιβεβαίωσε τις «ομορφιές» στις οποίες επιδίδονται οι τραμπούκοι τους οποίους υπερασπίζεται:

Χτες ένας μεταπτυχιακός φοιτητής που αντιστάθηκε, στην εισβολή κρανοφόρων ΑΝΤΙΦΑ στη Νομική, διακομίστηκε στο νοσοκομείο, με τραύματα στο κεφάλι …

Ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα αυταρχικότητας και τρομοκρατίας με την οποία οι νταήδες καταλύουν για δεκαετίες την ακαδημαϊκή ελευθερία, χτίζοντας καθηγητές στο γραφείο τους, διαπομπεύοντας πρυτάνεις, απαγορεύοντας την είσοδο στο Παν/μιο ομιλητών που δεν εγκρίνουν, και βανδαλίζοντας ή παραδίδοντας στις φλόγες ιστορικά κτίρια, όπως του ΕΜΠ.

Και καλά, ο συντάκτης- που είναι γνωστό ότι παρασύρεται από τον οίστρο της ωραιοπαθούς κενολογίας του – οι φίλοι μου που τον επιδοκίμασαν, αντιλαμβάνονται σε ποια ασχήμια συναίνεσαν; [©Θάνος Χ. Καψάλης στο fcbk >>]

______________

[*]  η απάντησή μου στον σεβαστό κύριο καθηγητή: «πάντως δεν δικαιολογούνται τα «ντού» προκειμένου να εμποδιστεί η (οποια) ελεύθερη άποψη, με ό,τι κι αν στολίσουμε με λέξεις για να δώσουμε νόημα σε πράξεις που χαρακτηρίζονται από ολοκληρωτική νοοτροπία».

[είμαστε μια χώρα όπου…

18/04/2025 § Σχολιάστε

Δημήτρης Ραυτόπουλος 1924 – 2025

Ύστερα από δύο δικτατορίες, του Μεταξά και της Χούντας των Συνταγματαρχών, τη γερμανική Κατοχή, την εμπειρία του Εμφυλίου και τις εξορίες, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, εμβληματική μορφή της Aριστεράς, εξακολουθεί να γράφει και να ασκεί κριτική. «Η Αριστερά», έχει πει, «πρέπει να λέει αλήθειες. Δεν μπορεί να παραμένει προσκολλημένη στους μύθους της, να κατασκευάζει εχθρούς σε όσους λένε κάτι άλλο».

[…]Είμαστε μια χώρα, όπου ο νόμος δεν είναι υποχρεωτικός. Ο ίδιος ο νόμος μάλιστα συχνά προτρέπει στην παράβαση ή την επιβραβεύει, ενώ τιμωρεί τη νομιμοφροσύνη, μειονεκτούσα στον ανταγωνισμό. Αυτό δεν ισχύει μόνο στα οικονομικά (φορολογία, πίστωση, πολεοδομία), αλλά σε όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής. Δημοκρατικό, προοδευτικό, ιερό δικαίωμα θεωρείται η βία των λίγων επί των πολλών, που πληρώνουν τα σπασμένα, οι καταλήψεις και οι καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, ο αποκλεισμός της κυκλοφορίας και των μεταφορών, η ομηρεία πόλεων, παραγωγών, τουρισμού, μαθητών, σπουδαστών, ασθενών… οι βαρβαρότητες σε μνημεία, το κιτσαριό των συνθημάτων και γκράφιτι, η ηχορύπανση της ντουντούκας και των ηρωικών παιάνων, οι ρεβανσιστικές φαντασιώσεις του νέου Δεκέμβρη, του Γράμμου και των γουναράδικων. Λες και το αύριο του έθνους, το μέλλον αυτών των παιδιών είναι… η κάθοδος στον Ομαλό για να κάνουν μάνες δίχως γιους… ή το Κούγκι, η Έξοδος των Βρυξελλών!

Όλα αυτά δεν είναι σύμπτωση ή άσχετα μεταξύ τους, είναι αλληλένδετα, πραγματική κουλτούρα αντικοινωνικότητας και ανομίας, όπου συμπράττουν η αναξιοκρατία, η καταδίκη της αριστείας, η παιδαγωγική της ελάσσονος προσπάθειας. Η πίστη στη θέση της γνώσης, όπως στον Μεσαίωνα: το πανεπιστήμιο δεν είναι αυτό που σημαίνει η λέξη, είναι πεδίο αγώνα, μετερίζι. Στη λογική αυτή η πρόοδος δεν είναι στην έρευνα, στην παραγωγικότητα, είναι στην καταστροφή και στον αγελαίο δυναμισμό, στο δρόμο, στα κάγκελα.[…]

[διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη με τίτλο «Σκληρές αλήθειες από έναν άνθρωπο που έζησε έντονα τον ταραγμένο 20ό αιώνα»

 

[αυτό το κείμενο «ενόχλησε» την ΕΣΗΕΑ

03/04/2025 § Σχολιάστε

Γραφικότητες σε Ζητήματα ελευθερίας

Απίστευτο/Αδιανόητο: Το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ καλεί σε απολογία τη δημοσιογράφο Σοφία Γιαννακά

Το άρθρο της Σοφίας Γιαννακά στο iefimerida:

Μαρία Καρυστιανού: Μήπως το έχει παρακάνει;

Πρώτα τα αυτονόητα: Η αδιανόητη απώλεια του παιδιού για μια μάνα (ή έναν πατέρα) ξεπερνά κάθε ανθρώπινη εμπειρία. Ο κόσμος καταρρέει, η φυσική τάξη πραγμάτων ανατρέπεται. Ειδικά όταν ο γονιός σκέφτεται ότι η απώλεια δεν ήταν μοιραία, αλλά μπορούσε να αποφευχθεί. Τότε το πένθος των συγγενών γίνεται θυμός, μετατρέπεται σε συλλογικό βίωμα και καταγράφεται ως πάνδημη απαίτηση για δικαιοσύνη. Και ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους.

Αυτό συνέβη για τα Τέμπη. Δικαιούμαστε όμως να αναρωτηθούμε: Γιατί δεν συνέβη κάτι παρόμοιο σε άλλες πρόσφατες τραγωδίες, όπως ήταν το Μάτι με 104 νεκρούς; Εκεί δεν γνωρίσαμε ποτέ πραγματικά τις μάνες που έχασαν συζύγους και παιδιά. Το πένθος έμεινε προσωπική τους υπόθεση, κανείς συγγενής δεν βγήκε στον δρόμο. Ελάχιστοι παρακολούθησαν τη δίκη, που κράτησε έξι χρόνια. Ακόμη λιγότεροι γνωρίζουν ότι οι συγγενείς των θυμάτων νιώθουν αδικημένοι από τις ποινές που επιβλήθηκαν. Δεν προσκάλεσαν ωστόσο ποτέ σε συλλαλητήρια. Γιατί; Διότι η Αριστερά (επί των ημερών της οποίας έγινε η τραγωδία) έχει αποκλειστικά την τέχνη να εργαλειοποιεί και να μεγιστοποιεί τις ευθύνες των αντιπάλων της και να αποσιωπά τις δικές της. Ξέρει να καταλογίζει «εγκλήματα» μόνο στους άλλους και να αποσύρεται από τη σκηνή όταν αυτά αφορούν την ίδια. Κινητοποιεί τα πλήθη και οξύνει τα πάθη μόνο όταν έχουν το αντίπαλο πολιτικό χρώμα. Για παράδειγμα, η Δικαιοσύνη -κατά την Αριστερά- είναι αξιέπαινη όταν αθωώνει τη Ρένα Δούρου για τους νεκρούς στη Μάνδρα, και ανίκανη ή διαβλητή όταν καταπιάνεται με τα Τέμπη.

Πρόκειται σαφώς για μια αφηγηματική υπεροπλία. Στην τραγωδία των Τεμπών η Αριστερά ανέδειξε τη μορφή της Μαρίας Καρυστιανού σε αρχέτυπο μητρικού πένθους. Την αγκάλιασε και τη μετέτρεψε σε σύμβολο αντίστασης, όπως έκανε με τη μητέρα του Παύλου Φύσσα. Προσωποποίησε την οργή και την απώλεια. Η Μαρία Καρυστιανού έγινε σύμβολο, μετατρέποντας τον θυμό της σε ερωτήματα με πολιτική απήχηση. Έγινε η μητέρα των Τεμπών. Πρόσφατα ηγήθηκε μιας τεράστιας πανελλαδικής κινητοποίησης, που δεν δίστασε να αξιοποιήσει τη φράση της τραγωδίας «Δεν έχω οξυγόνο».

Όσο όμως οι αποκαλύψεις για τα Τέμπη περιπλέκονται και οι θεωρίες συνωμοσίας συγχέονται με τα αληθινά περιστατικά, τόσο αντιλαμβανόμαστε ότι το αίτημα για δικαιοσύνη δεν είναι ακηδεμόνευτο, έχει πολιτική κατεύθυνση. Το κίνημα των Τεμπών δεν χρεώνει στην κυβέρνηση απλώς την καθυστέρηση της δίκης. Παρεμβαίνει ανοιχτά στην πολιτική διαδικασία. Την περασμένη Τρίτη η κ. Καρυστιανού ζήτησε αλλαγή του εφέτη ανακριτή και ανήρτησε τη φωτογραφία του βορά στο Διαδίκτυο. Την Τετάρτη ζήτησε από τα κόμματα να εκκενώσουν την Ολομέλεια της Βουλής στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το ίδιο βράδυ μέλη του Ρουβίκωνα έκαναν έφοδο με τρικάκια στην οικία του Κώστα Τασούλα. Κάπως έτσι οδηγούμαστε από το αίτημα για διαλεύκανση, στον πολιτικό ανταγωνισμό. Οι ακραίες φωνές παίρνουν προτεραιότητα, τα λογικά επιχειρήματα υποχωρούν και οι όποιες αποδείξεις στιγματίζονται ως «συγκάλυψη».

Αναμφίβολα, υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι παράγοντες να πολιτικοποιήσουν κάθε πτυχή της τραγωδίας των Τεμπών και να ρίξουν λάδι στη φωτιά με συνθήματα και ρητορικές υπερβολές («δολοφόνοι», «έγκλημα», «συγκάλυψη»). Βλέπουν τη μεγάλη ευκαιρία να ανατρέψουν τις πολιτικές ισορροπίες. Ακόμη και ο κ. Τσίπρας, ξεχνώντας την τραγωδία στο Μάτι, αποφάνθηκε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός ενορχήστρωσε συγκάλυψη για να διατηρηθεί στην εξουσία. Πολλοί επιθυμούν η υποψία της συγκάλυψης να εμπεδωθεί ως βεβαιότητα: «Κάποιος» -κατά προτίμηση ο Μητσοτάκης προσωπικά- αλλά και συλλήβδην οι πρόεδροι της Βουλής, οι δικαστές, η κυβερνητική πλειοψηφία, «συγκαλύπτουν», κατηγορία χωρίς αποδείξεις. Η αλήθεια δείχνει πλέον τόσο απαξιωμένη έννοια, ώστε οι φήμες δεν χρειάζονται στοιχεία πριν μεταδοθούν και εξαπλωθούν.

Πλέον τα γεγονότα ωχριούν, οι αμφιβολίες γεννούν τέρατα και κρίση εμπιστοσύνης. Ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι η αμαξοστοιχία μετέφερε λαμαρίνες και όχι ξυλόλιο, δεν έχει σημασία. Κάτι μας κρύβουν. Κάποιον ισχυρό προστατεύουν. Για την αντιπολίτευση, σημασία έχει να μείνει ζωντανή η υποψία πως κάτι συγκαλύπτεται. Γιατί αυτή είναι η ιδανική πρώτη καύσιμη ύλη για να παραγάγει σαν πυρκαγιά το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα.

Συμπέρασμα: Φυσικά, σκύψαμε όλοι το κεφάλι στους συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών, πριν καν το ζητήσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Όμως, όταν το πένθος γίνεται εργαλείο πολιτικό, τότε δικαιολογημένα πληθαίνουν οι απορίες για τα κίνητρα και τις επιδιώξεις.

Και μια διαπίστωση: Η αφορμή (και όχι η αιτία) της τραγωδίας ήταν ένα ανθρώπινο λάθος, το οποίο κοντεύει να ξεχαστεί. Ένας ακατάλληλος σταθμάρχης αγνόησε τις διαδικασίες και έβαλε τα δύο τρένα στην ίδια γραμμή, χωρίς να το αντιληφθεί για 12 λεπτά. Όμως, ο ΟΣΕ είναι ένα εμβληματικό κρατικό απομεινάρι της πελατειακής Ελλάδας και η Αριστερά ποτέ δεν θα βάλει μαζί του. Και η κυβέρνηση; Καμία μεταρρύθμιση δεν είναι γνωστή για τον ΟΣΕ, από τα Τέμπη και μετά. Οι αρμόδιοι τηρούν σιγή ασυρμάτου για την αναδόμησή του. Η Hellenic Train, που έκοβε εισιτήρια για διαδρομές που δεν ήταν ασφαλείς, παραμένει ανέγγιχτη. Έχει, επομένως, ευθύνες η κυβέρνηση για την ενίσχυση της καχυποψίας και την τροφοδότηση των θεωριών συνωμοσίας. Στο κλίμα δυσπιστίας έβαλε το χεράκι της.

 

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.