[οι ρίζες του μίσους·
06/08/2022 § Σχολιάστε
Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997)

Η πλήρης δημοκρατία και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.
Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δύο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.
Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά στις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς -την εκμετάλλευση της φύσης, το συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κ.τ.λ.). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολό τους.
Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων -δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δε σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πολέμου.
Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού. Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτόν τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δε θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δε βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητά τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένα, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.
Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στο δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.
Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές, αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό, το καλό είναι οι κανόνες μας, οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους, άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί.
Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός, η αλήθεια είναι ο θεός μας, ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους, άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.
Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους, αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς, είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι, θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.
Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δε συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;
Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δε μπορούμε να δεχτούμε αυτήν την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».
Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν στον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».
Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά στις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα», και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιοποίηση των παραδοσιακών σημείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.[…]
Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.
[Πηγή: http://www.doctv.gr
◉
[αντι-ανθρωποφαγίας εγκώμιον·
26/07/2022 § Σχολιάστε
Εξοχο απόσπασμα του λόγου της Προέδρου της Δημοκρατίας
(όσοι διαφωνούν να ασχοληθούν με σαγιονάρες)

«[…]Η οικονομική κρίση και η πανδημία του κορωνοϊού επέδρασαν σωρευτικά και δοκίμασαν τα όριά μας, υλικά και ψυχικά. Οι κρίσεις δημιουργούν νέες κανονικότητες και ευνοούν φυγόκεντρες τάσεις, εντός και εκτός Ευρώπης. Ο λαϊκισμός ριζώνει στις αντιφάσεις και τις ανισότητες, αμφισβητώντας ανοικτά τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υπονομεύει τη διάκριση των εξουσιών και την ισορροπία του πολιτεύματος. Τα θεσμικά αντίβαρα, όμως, είναι θεμέλια του Κράτους Δικαίου και δεν υποτάσσονται στις πλειοψηφίες και τους εφήμερους συσχετισμούς. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Οι δικαστές απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του λειτουργήματός τους και οφείλουν να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι, διαφυλάσσοντας το κύρος και την αποστολή τους. Κρίνονται για τις αποφάσεις τους, δεν στοχοποιούνται. Ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας.[…]»
◉
[ο Γκοντάρ στον «αντισυστημικό» ρωσόφιλο γαλαξία·
27/06/2022 § Σχολιάστε
Η δυτική αισθητική, ο Γκοντάρ και ο Ζελένσκι
Ο ©Νικόλας Σεβαστάκης στο lifo.gr »»»
«Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΖΕΛΕΝΣΚΙ στο Φεστιβάλ των Καννών είναι προφανής, αν την εξετάσουμε από την άποψη αυτού που ονομάζεται “σκηνοθεσία”: ένας κακός ηθοποιός, ένας επαγγελματίας κωμικός υπό το βλέμμα άλλων επαγγελματιών οικείων επαγγελμάτων. Νομίζω ότι έχω πει κάτι ανάλογο πριν από πολύ καιρό. Χρειάστηκε έτσι η σκηνοθεσία του νιοστού παγκόσμιου πολέμου και η απειλή μιας ακόμη καταστροφής για να μάθει ο κόσμος ότι οι Κάννες είναι ένα εργαλείο προπαγάνδας, όπως όλα τα άλλα. Προπαγανδίζουν τη δυτική αισθητική…»
Έτσι σχολίασε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ την παρέμβαση του Ουκρανού Προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Φεστιβάλ των Καννών. Και συμπλήρωσε με μια αναφορά στα «συμφέροντα» και τους πολέμους, ανατρέχοντας στην Ιστορία, από τον Βρούτο μέχρι τον Μπάιντεν και τον Πούτιν.
Δεν έχει, νομίζω, τόση σημασία η ενθουσιώδης υποδοχή των λόγων του Γκοντάρ από ιστολόγια και φόρουμ του δικού μας «αντισυστημικού» ρωσόφιλου γαλαξία, όπου, έτσι κι αλλιώς, ο Ζελένσκι ήταν απεχθής εξαρχής. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει αυτή η παράξενη αναφορά στη δυτική αισθητική. Τι σημαίνει αυτό; Γιατί κάποιος με λίγες γνώσεις της πολιτισμικής ιστορίας των χρόνων από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα θα μπορούσε να κάνει την άβολη σκέψη ότι μέρος της δυτικής αισθητικής ήταν και ο ίδιος ο Γκοντάρ. Όχι ως συγκεκριμένος σκηνοθέτης της πρωτοπορίας αλλά ως ένας από τους καλλιτέχνες-γκουρού του ανθηρού και ευπώλητου προϊόντος που ονομάστηκε «γαλλικός μαοϊσμός». Που ήταν βέβαια κάτι άλλο από την κινέζικη, πρωτότυπη εκδοχή, κάτι εξαιρετικά γαλλικό και ευρωπαϊκό στα συστατικά του. Και θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι η ίδια η σαρωτική, ειρωνική ή απομυθοποιητική επίθεση στη δυτική αισθητική ήταν (και είναι ακόμα) ένα σημαντικό μέρος της δυτικής κουλτούρας.
Ας πούμε ότι από το 1968 (σχηματικά) και μέχρι τις μέρες μας η «δυτική αισθητική» θα περιέχει και το πανκ και τις αυτοδιαχειριστικές κολεκτίβες και τους αριστερισμούς των διανοουμένων και τις παλιότερες και σύγχρονες θεωρίες για το τέλος ή τον θάνατο της Δύσης. Δηλαδή, εκτός από τις επίσημες σκηνές της ποπ αισθητικής, η δυτική αισθητική θα φιλοξενεί και τους πειραματικούς κάθε λογής, τους αναγνώστες του Λακάν, εκείνους που μυθοποίησαν την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα αλλά και τους συντηρητικούς και φιλελεύθερους που πήραν αργότερα τη ρεβάνς.
Ο Γκοντάρ ήρθε όμως τώρα απλώς να συναντήσει όλους εκείνους που, κατά βάθος, θεωρούν τον Βολοντίμιρ Ζελέσνκι βασικό υπαίτιου του κακού. Γιατί; Γιατί με κάποιον τρόπο ο Ζελένσκι, παρότι «κακός ηθοποιός», πείθει περισσότερο για την αλήθεια αυτού του συγκεκριμένου πολέμου. Και γιατί επίσης ο Ουκρανός Πρόεδρος χρησιμοποιεί όντως την ποπ αισθητική για να δώσει ζωντάνια σε εκείνους τους πολιτικούς και ηθικούς συμβολισμούς της Δύσης που είχαν ξεθυμάνει ή είχαν σκεπαστεί κάτω από τους κυνισμούς της ψευτο-ρεαλιστικής πολιτικής και των συμβολαίων με την Gazprom.
Και κάτι ακόμα, ενοχλεί εκείνους που θεοποίησαν την κατεδαφιστική επίθεση του ιερού τέρατος Γκοντάρ στις Κάννες στον Ουκρανό Πρόεδρο: το ότι αυτή η ποπ αισθητική αποκτά νόημα ως στήριγμα και ενθάρρυνση μιας δημοκρατικής αυτοάμυνας που υπερβαίνει πλέον το Ουκρανικό και τον ίδιο τον Ζελένσκι.
Θα πει κανείς πως ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι η κληρονομιά μιας γενιάς που την καθόρισε η επιθυμία για πάση θυσία αντικομφορμισμό. Δεν έχει, άλλωστε, κάτι πρωτότυπο η επίθεση στις Κάννες ή σε οποιαδήποτε επίσημη διοργάνωση όπου ο κόσμος του θεάματος βραβεύει και βραβεύεται λέγοντας συνήθως καλά, συγκινητικά, στρατευμένα λόγια. Υπάρχει πάντα ο πειρασμός της άρνησης των τελετών και ακόμα περισσότερο ο πειρασμός να επιτεθείς σε κάποιον που η συγκυρία τον έχει ανεβάσει ψηλά.
Θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μια χειρονομία κριτικής σκέψης, μια δήλωση πνευματικής ανεξαρτησίας, ένα αίτημα ριζοσπαστικής διαφωνίας. Να όμως που όλα αυτά –η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη‒ είναι κεκτημένα της «δυτικής αισθητικής». Αυτό δηλαδή που ο Γκοντάρ βλέπει με την περιφρόνηση του μεγάλου, ανατρεπτικού μαέστρο, αυτό το ίδιο αναπτύσσεται μέσα σε αυτή την καταραμένη αισθητική.
Και η μεγάλη διαφορά μεταξύ του κακού ηθοποιού της Ουκρανίας και του τυράννου της Μόσχας –αυτή η διαφορά που την καταργεί κανείς κάτω από κοινότοπες κουβέντες περί συμφερόντων και προπαγάνδας– είναι ότι ο κόσμος του Ζελένσκι δεν ξαναστήνει τον ολοκληρωτισμό στα πόδια του. Έχει κι αυτός τις τεχνικές επικοινωνίας, τη «σκηνοθεσία», την αισθητική του επιμέλεια. Προφανώς, μόνο που αυτή η αισθητική δεν οδηγεί στην ισοπέδωση πόλεων, στη δικτατορία και στο καθεστώς του φόβου.
Με μια λέξη: στον κόσμο του Βλαντίμιρ Πούτιν το συμβάν Γκοντάρ δεν θα υπήρχε ή θα δυσκολευόταν να αποφύγει την αναγκαστική σιωπή. Ή, αν υπήρχε, θα ήταν ο κακός ηθοποιός ενός νάρκισσου αντισυστημισμού που όλους αυτούς τους μήνες υπηρετεί –από την άνεση των δυτικών καναπέδων‒ τον κυνισμό του Κρεμλίνου.
◉
[σπάστε το, το ρημάδι·
22/06/2022 § Σχολιάστε

Ξέρεις τι είναι ένα κομμάτι μάρμαρο να σου υπενθυμίζει συνεχώς ότι δεν υπάρχει μόνο ένα άκρο; Ζημιά. Κάθε μέρα και ένα μύθος γκρεμίζεται. Δεν πάει άλλο. Κάποτε αυτό πρέπει να σταματήσει· και αυτό το γ@μημένο μάρμαρο γκρεμίζει πολλούς μύθους· κυρίως έναν που μας ξεβρακώνει. Σπάστε το, το ρημάδι!
Άσταδιάλα.
