η δραπέτης
24/03/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο η δραπέτης

«Και Σύ; Εσύ, γλυκειά και Μεγαλόχαρη, μέσα στο χέρι σου, κρατούσες την καρδιά μου»• Γεννήθηκες με το σημάδι στο δεξί μάγουλο, έναν λεκέ. Το σήμα του διαβόλου, είπε η γιαγιά. Το φιλί του Θεού, επέμενε ο παππούς. Στο σχολείο σε απέφευγαν. Στο σπίτι δεν σε είπε όμορφη κανείς. Στα γλυκά, χαριτωμένα σου δεκαέξι γνωρίζεις τον νέο με το ίδιο σημάδι-λεκέ στο αριστερό μάγουλο. Βύρωνας, σου είπε. Παγκράτι απάντησες γελώντας. Μοιράστηκες μαζί του ειδυλλιακούς απογευματινούς, βραδινούς και κυριακάτικους ρομαντικούς περιπάτους. Ερωτεύτηκες. Ένα βράδυ τ’ αστέρια αναβόσβηναν αχνά, σιωπηλά• σε άρπαξε, σε έσφιξε τυλίγοντάς σε στην αγκαλιά του. Εσύ, στις μύτες των ποδιών σου, κόλλησες το φλεγόμενο μάγουλό σου στο δικό του. Δύο μάγουλα -σημαδεμένα- φλέγονταν, το ένιωσες. Συνάντησέ με εδώ αύριο βράδυ, σου είπε, θα έρθω απάντησες• κι ήρθε το επόμενο πρωινό όλο φως, ο λεκές στο μάγουλό σου δεν υπήρχε πια• μη πιστεύοντας το ακατανόητο, γύρισες ταραγμένη όλους τους καθρέπτες του σπιτιού, όλες τις γυαλιστερές του επιφάνειες παρατηρώντας με προσοχή το πρόσωπό σου ξανά και ξανά• ο λεκές στο δεξί σου μάγουλο απουσίαζε, κι ήρθε το βραδινό ραντεβού, κι έσπευσες, κόλλησες επάνω του• σε ρώτησε με μάτια γκρίζα και θαμπά: Που είναι. Πάει; Όχι! Σκέφτηκες αίφνης τον εαυτό σου μόνο, ελεύθερο. Έφυγες. Δεν ξαναγύρισες ποτέ. «Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί, ρεμβάζει στο κατάστρωμα, με ένα μωρό στην αγκαλιά της.»
…
Το κείμενο αρχίζει και τελειώνει με δάνεια του Ανδρέα Εμπειρίκου από τα «Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία», εκδ. Άγρα, 1988
[1η]
[…]
14/08/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο […]

Κενό παύση σιωπή. Αναπνοή πνοή εστίαση, αμηχανία. Μπρος η ατέλειωτη γραμμή της αλμύρας. Πίσω το φάντασμα, η ζωή της πόλης απούσα παρούσα απούσα παρούσα απούσα. Παρούσα, μέσα της κι εγώ, μία χορδή στα σπλάχνα της, φροντίζοντας, κατατάσσοντας αποστάσεις σε εφηβικές εμπειρίες.
Τώρα.
Ένα ψυχρό αεράκι μου δροσίζει τη γυμνή
πατούσα.
.
.
αυθαιρεσία 16η
29/06/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο αυθαιρεσία 16η

αιχμαλωτισμένη φιγούρα απ’ το βλέμμα, σφηνωμένη στο δίχτυ της πεισματικής μνήμης· που η θέληση την επιθυμεί ανέγγιχτη έως το βράδυ, την ώρα του λευκού χαρτιού, την ώρα της αποτύπωσης· κι ο χρόνος, που πάντα σωστά μετρά πνοές, κι η μνήμη όπως η χαρά που εγκαταλείπει τα όρια των πόλεων, αφήνεται με την αιχμαλωτισμένη πανώρια φιγούρα του πρωινού βλέμματος, χάνεται πάει ξεχνιέται. διακρίνεις κάτι, κάτι κάτι· κάτι να αξιοποιεί την επιφάνεια των πραγμάτων, το μέλλον για παράδειγμα.
.
.