Jose Angel Buesa: Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα

25/04/2009 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Jose Angel Buesa: Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα

buesa

Αυτή δεν ήταν, ανάμεσα σ’ όλες, η πιο όμορφη
αλλά μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο· και, χωρίς αμφιβολία,
καμιά δεν αγάπησα όπως αυτήν.

Ίσως ήταν επειδή την αγάπησα από μακριά,
σαν ένα αστέρι απ’ το παράθυρό μου…
Και το αστέρι που λάμπει πιο μακριά
μας φαίνεται πως έχει περισσότερες λάμψεις.

Είχα τον έρωτα της σαν ένα πράγμα αλλουνού
σαν μια παραλία κάθε φορά πιο μόνη,
που κρατούσε απ’ το κύμα αποκλειστικά
ένα νότισμα του αλατιού πάνω στην άμμο.

Βρισκόταν στην αγκαλιά μου χωρίς να είναι δική μου,
σαν το νερό σε μια διψασμένη κανάτα,
σαν ένα άρωμα που ‘φευγε με τον άνεμο
και που επέστρεφε με τον άνεμο πάλι.

Με διατρυπούσε η ανικανοποίητη δίψα της
σαν ένα αλέτρι στο λιβάδι,
ανοίγοντας στη φευγαλέα σχισμή της
την ευτυχισμένη ελπίδα της συγκομιδής.

Αυτή ήταν το προσιτό στο απρόσιτο,
αλλά γέμιζε όλο το κενό,
όπως ο άνεμος στα πανιά του καραβιού,
όπως το φως στο σπασμένο καθρέφτη.

Γι αυτό σκέφτομαι ακόμη εκείνη τη γυναίκα,
αυτή που μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα…
Ποτέ δεν ήταν δική μου. Δεν ήταν η πιο όμορφη.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο… Και, χωρίς αμφιβολία,

καμιά δεν αγάπησα όπως εκείνη.

…………

José Angel Buesa
Μετάφραση-  Μαριάννα Τζανάκη

Κώστας Μόντης, Το φθινόπωρο και το καλοκαίρι

24/04/2009 § Σχολιάστε

montis

Το καλοκαίρι εκείνο το φοβήθηκε το φθινόπωρο,
το κύτταζε και δίσταζε:
Ν’ αποπειραθεί, να μην αποπειραθή;
Έχουν ένα όνομα, ξέρετε, οι εποχές,
έχουν μια παράδοση,
έχουν μια ιστορία,
έχουν μια αξιοπρέπεια,
είναι επιτέλους ελέω Θεού,
και δεν μπορούν εύκολα να το διακινδυνεύσουν.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανυπακοή.
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανταρσία.

[από «Ως εν κατακλείδι». Λευκωσία 1984]

Γιάννης Σκαρίμπας, Ταμάρα

19/04/2009 § Σχολιάστε

skarib1

Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι’ είχε κάτω απ’ τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι’ εγώ την ειχ’ αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ’ τ’ αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι’ ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι’ οι Άγιοι του, για με πια ουδ’ αρωτάγαν
κι’ ενώ ουδ’ εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ’ αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ’ τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε.
.
.
.

νότα LXXXV

17/04/2009 § Σχολιάστε

deprofundisnotes1

ο δρόμος πέλαγο ανοιχτό και τα φύλλα των δέντρων να σκύβουν με απέραντη στοργή κλείνοντάς μου τον μακρινό και σκοτεινό ορίζοντα. η ηρεμία έχανε συνεχώς σχήμα καθώς τεντώνονταν τα ιδρωμένα χέρια στο τιμόνι. μια ιδανική θερμοκρασία αγκάλιαζε ότι υπήρχε μόνο. οι φευγαλέες εικόνες σαν χέρια επίμονα να επιδιώκουν το άγγιγμα μου και η υγρασία στο καθήκον να παράγει κατάλληλες

θερμότητες που εναποθέτουν επιθυμίες στην τύχη και στη σύμπτωση.

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the ποίηση category at αγριμολογος.