[χορεύουν στη ζώνη σου σαν ασημένια ψάρια·

13/02/2009 § Σχολιάστε

Ε.Χ. Γονατάς

yia_gonatas

Στη σκηνή σβήσαν τα φώτα. Η αίθουσα
άδειασε. Ένα κερί πετάει από κάθισμα
σε κάθισμα.

#

Μέσα στα μήλα είναι μωρά φχαριστημένα
που γελάνε.

#

Τα κλειδιά του φεγγαροφράχτη χορεύουν στη
ζώνη σου σαν ασημένια ψάρια.

#

[E. X. Γονατάς, από την συλλογή «Η Κρύπτη» – Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1979

νότα LXVII

08/02/2009 § Σχολιάστε

deprofundisnotes1

μα, γιατί μας θέλουν αγέλαστους κι αγλύκαντους, δεν αντιλαμβάνονται ότι· δεν γίνεται κανείς να προχωρά με οδηγό αξιολογήσεων υποκριτικής. δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι μέσα από την αφελή δροσερότητα μιας παρουσίας προσφέρονται απλόχερα τα χαμόγελα έτοιμα στη πρώτη ζήτηση; δεν χρειάζονται ειδυλλιακές ερμηνείες. ούτε καν ερμηνείες. ένα

χάδι αρκεί, γιατί ο χρόνος φυσά και ξεφυσά και οι επιλογές μας δεν είναι παγκοσμίου βεληνεκούς.

.

.

.

Francesco Petrarca, Πέντε Σονέττα, (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

05/02/2009 § Σχολιάστε

petrarca

ΣΟΝΕΤΤΟ 82 [ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕ ΚΟΥΡΑΖΕΙ, ΔΟΝΝΑ]
Να σ’ αγαπώ ποτέ δεν με κουράζει, Δόννα,
κι ούτε θα με κουράσει για όσο θ’ ανασαίνω·
πλην έχω πια τον εαυτό μου μισημένο,
των δε δακρύων μου τα λούκια ώς το γόνα
μού φτάνουν. Σ’ έναν τάφο θέλω να με χώνα-
νε, και στο μάρμαρό του νά ’χει χαραγμένο
ποιός μ’ έβαλε στο χώμα σκέλεθρο λυωμένο
και θύμα αγώνα ερωτικού εις τον αιώνα.
Αν, όθεν, μια καρδιά πιστή να βλέπεις χάμου
ποθείς (μα δίχως να την τυραννάς), σου μένει
-και πάρ’ την να τη λυπηθείς, Κυρά- η καρδιά μου.
Μα αν, πάλι, η περιφρόνησή σου δεν χορταίνει
με αυτό τον τρόπο, τότε ξέχνα τη δικιά μου –
στον Έρωτα θε νά ’ναι και σ’ εμέ δοσμένη.

178 [: ΒΑΣΤΩΝΤΑΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΚΕΜΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΣΠΙΡΟΥΝΙΖΕΙ]
Βαστώντας μου τα γκέμια ο Έρωτας με σπιρουνίζει·
τρομάζει, καλοπιάνει την καρδιά μου· την παγώνει
και τη φλογίζει· με καλεί, με σπρώχνει· με σιμώνει,
με διώχνει· πότε φόβο, πότε ελπίδες με γεμίζει·
επάνω με ανεβάζει και κάτω με σφεντονίζει,
σαν χάσω πια τα χνάρια και το δρόμο. Σαν αγχόνη
φοβάμαι το δεσμό της ζωής που πνίγει και σκοτώνει
τον όλβο, πριν καν γεννηθεί. Στον νου μου τριγυρίζει
μια σκέψη φιλική, που διασκεδάζει την απάτη
και θέλει να διαβώ ροές ρυάκων που σχηματιστήκαν
από δακρύων ρανίδες για τον αιώνιο βίο. Ωθώντας
τα βήματά μου σθένη αλλούτερα, στο ρεύμα μπήκαν·
μα εγώ διαλέγω έν’ άλλο να διαβώ, άγριο μονοπάτι –
αργό κι επώδυνο να ρθεί το τέλος μου ποθώντας.

221 [: ΠΟΙΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ, ΠΟΙΟ ΓΚΟΥΒΕΡΝΟ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΠΛΑΝΗ]
Ποιό πεπρωμένο, ποιό γκουβέρνο και ποιά πλάνη
με στέλνουν άοπλον τελείως να πολεμήσω;…
να νικηθώ και πάλι;… Θαύμα θά ’ναι, πίσω
αν έλθω· κι αν χαθώ, της μοίρας θά ’ν’ φιρμάνι.
Πλην ο χαμός μου κέρδος μάλλον είναι, σαν οι
γλυκιές φωτιές του βλέμματός της πώς να ζήσω
με μάθαν μέσα στην πυρά, τυφλός, στο γείσο
του πόνου χρόνους είκοσι αφημένος. Φτάνει
ν’ ακούσω τους αγγέλους του θανάτου χαίρο-
ντες, σαν ιδώ το λάμπρος των αγαπημένων
ματιών της να με λούζει με αστραπές. Τον Έρω-
τα δέχομαι που με λαβώνει πεθαμένον·
τον νου μου χάνω τότε και τί λέω δεν ξέρω –
η γλώσσα μου όντως αγνοεί το όντως συμβαίνον.

292 [: ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΑΘΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑ]
Τα μάτια, που με τόσο πάθος τραγουδούσα·
τα μπράτσα και τα χέρια και τα πόδια και η όψη
που μ’ είχαν (και μαζί και μόνα) στα δύο κόψει
και ξένος μες στον φίλιο κόσμο επερπατούσα·
η κόμη (ο χρυσαφένιος ρύακας) που εκοιτούσα·
του αγγελικού της γέλιου η αστραπή, στα σώψυ-
χα μέσα που τον ουρανό έφερνέ μου σό-
ψιον, λίγη στάχτη είναι πια: η Καλλονή είναι α π ο ύ σ α.
Εγώ όμως ζω, στον πόνο μέσα και στη θλίψη·
χωρίς το φως, που τόσο ελάτρευα, έχω μείνει
– με σάπιο ξύλο σε φουρτούνα μόνος. Τα ύψη
της λύρας τής ερωτικής τα καταπίνει
ο θρήνος, που έως τρυγός τη φλέβα μού έχει στύψει
– απότιστο το πνεύμα, και άμουσο πια, σβήνει.

ΡΥΑΚΙ Ή ΛΙΜΝΗ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕΝ, ΟΥΡΣΕ, Ή ΡΕΥΜΑ
Ρυάκι ή λίμνη δεν υπήρχεν, Ούρσε, ή ρεύμα
ή θάλασσα, όπου τα ποτάμια τα νερά τους
εκβάλλουν, ή καν ίσκιοι μάντρας, και ψηλά τους
νεφέλες ξαπλωτές γιομάτες βρόχιο χεύμα,
ούτε άλλο εμπόδιο πουθενά, να κάνουν νεύμα,
τα μάτια της να μην κοιτώ, το ξάστραμμά τους,
ε κ τ ό ς από το βέλο εκείνο, που η Κυρά τους
να γεύομαι του πόνου γεύμα.  ε γ ώ εφόρειε,
Κι εκειό το γέρσιμο του βλέμματός της φτάνει,
σεμνό ή περήφανο, μια μαύρη νά ’ρθει μέρα,
φριχτή, και πριν της ώρας μου να με πεθάνει.
Μα πιο πολύ, θαρρώ το χέρι-περιστέρα
της Δόννας δίνει μου τον πόνο, ωσάν δρεπάνι
στα μάτια μου όταν μπρος υψώνεται ή σαν ξέρα.
.
.

.

Ευχαριστίες
Στοαλωνάκι της ποίησης του καλού φίλου, ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Κεντρωτή
Πρώτη δημοσίευση, στους αγαπητούς φίλους του Ποιείν Σωτήρη και Σπύρο

Σπύρος Αραβανής, «Η ανοσία της άγνοιας»

30/01/2009 § Σχολιάστε

sparavanisbookΟ Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και υποψήφιος διδάκτορας στον τομέα της Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε μουσικά περιοδικά (Δίφωνο, Όασις κ.α).

Είναι συνεκδότης της διαδικτυακής Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν», και μέλος της ομάδας ανάπτυξης του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού «www.musicheaven.gr».

Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Καλειδοσκόπιο», «Πλανόδιον», «Οδός Πανός», «Osiris» (USA), «HQ-Poetry Magazine» (England), στην ποιητική Ανθολογία του 25ου Συμποσίου Πάτρας, και στα διαδικτυακά περιοδικά και πύλες e-poema.euΑνεμολόγιο, Στάχτες e-missos.gr

Το Δεκέμβριο του 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Η ανοσία της άγνοιας» από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

Ποιήματα από το βιβλίο «Η ανοσία της άγνοιας»

Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι θάβω στο χώμα κάλυκες
από σφαίρες
που η ζωή ανάλωσε στη μάχη με το χρόνο,
από άνθη
που ο χρόνος προσέφερε, σημάδι αγάπης, στη ζωή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
οτι στα σπλάχνα μιας γυναίκας
κάπου στον κόσμο,
κυοφορείται ένα έμβρυο
που θα γίνει
η αυριανή λέξη,
η αυριανή σιωπή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι ο κόσμος θα συνεχίζει
να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται
και να θρηνεί,
ασφαλής
ότι κάποιος άλλος πέθανε στη θέση του,
ότι κάποιος άλλος έζησε γι’ αυτόν.

#

Ποιος μας λυπάται;

Εκείνες οι λέξεις
που πέσανε στο χαρτί
-ρινίσματα από σκέψεις-
ποιος τις θυμάται;
Κι εκείνα τα χρόνια
που μπήκαν στη ζωή μας
-λαθρομετανάστες σε φορτηγό-
ποιος τα χρεώθηκε;
Τώρα που μιλάμε
με φιμωμένη την πένα
και οι μέρες κρατούν το διαβατήριό μας
μέσα στα δόντια
-λεία από άγριο κυνήγι-
ποιος μας λυπάται;

#

Νεκρικές φωνές

Άκουσα
τους πρώτους μου νεκρούς
να μου φωνάζουν:
«Σκάψε τη θάλασσα
όργωσε τον άνεμο
άντλησε τη γη»
Άσ’ τους, είπα.
Θα ’ναι οι παρενέργειες της Αγρύπνιας.
«Τρύγησε τον ήλιο
σκάλισε τα φύλλα
μύρισε την πέτρα»
Συνέχισαν εκείνοι.
Άσ’ τους, σκέφτηκα
Θα ’ναι τα παραμιλητά της Σιωπής.
«Φίλησε τον λύκο
πρόδωσε το πρόβατο
ξεγέλασε το γύπα»
Επέμεναν αυτοί.
Μα επέμενα και εγώ.
Αυτοί νεκροί.
Εγώ εδώ.
Τα ίδια λάθη για να κάνω.

#

Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες

Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες
Επέστρεψε μια νύχτα ακροπατώντας
Την δέχτηκαν στο πάτωμα οι σανίδες
Χωρίς ούτε ένα τρίξιμο, σιωπώντας
Μπήκε στο σπίτι μέσα απ’ το φεγγίτη
Κόρη στερνή της λήθης και του ονείρου
Το δέρμα τρύπησε βαθιά με το νύχι
Κι έσταξε αίμα ως την πόρτα του κήπου
Την κύκλωσαν τα δυο σκυλιά στην πύλη
Την μύρισαν σαν πρόσωπο δικό τους
Αυτή τους χάιδεψε τη ράχη σαν μια φίλη
Και πρώτη χάθηκε πριν το φευγιό τους.

#

Πουθενά εσύ

Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Σαν σκοτωμένα ζωύφια σε τζάμι.
Μυαλό κλειστό
κηλιδωμένο από το αίμα.
Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Πουθενά εσύ.
Έστω στο αίμα.

Από: Λογοτεχνικά Επίκαιρα

Where Am I?

You are currently browsing the ποίηση category at αγριμολογος.