Σπύρος Αραβανής, «Η ανοσία της άγνοιας»

30/01/2009 § Σχολιάστε

sparavanisbookΟ Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και υποψήφιος διδάκτορας στον τομέα της Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε μουσικά περιοδικά (Δίφωνο, Όασις κ.α).

Είναι συνεκδότης της διαδικτυακής Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν», και μέλος της ομάδας ανάπτυξης του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού «www.musicheaven.gr».

Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Καλειδοσκόπιο», «Πλανόδιον», «Οδός Πανός», «Osiris» (USA), «HQ-Poetry Magazine» (England), στην ποιητική Ανθολογία του 25ου Συμποσίου Πάτρας, και στα διαδικτυακά περιοδικά και πύλες e-poema.euΑνεμολόγιο, Στάχτες e-missos.gr

Το Δεκέμβριο του 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Η ανοσία της άγνοιας» από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

Ποιήματα από το βιβλίο «Η ανοσία της άγνοιας»

Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι θάβω στο χώμα κάλυκες
από σφαίρες
που η ζωή ανάλωσε στη μάχη με το χρόνο,
από άνθη
που ο χρόνος προσέφερε, σημάδι αγάπης, στη ζωή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
οτι στα σπλάχνα μιας γυναίκας
κάπου στον κόσμο,
κυοφορείται ένα έμβρυο
που θα γίνει
η αυριανή λέξη,
η αυριανή σιωπή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι ο κόσμος θα συνεχίζει
να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται
και να θρηνεί,
ασφαλής
ότι κάποιος άλλος πέθανε στη θέση του,
ότι κάποιος άλλος έζησε γι’ αυτόν.

#

Ποιος μας λυπάται;

Εκείνες οι λέξεις
που πέσανε στο χαρτί
-ρινίσματα από σκέψεις-
ποιος τις θυμάται;
Κι εκείνα τα χρόνια
που μπήκαν στη ζωή μας
-λαθρομετανάστες σε φορτηγό-
ποιος τα χρεώθηκε;
Τώρα που μιλάμε
με φιμωμένη την πένα
και οι μέρες κρατούν το διαβατήριό μας
μέσα στα δόντια
-λεία από άγριο κυνήγι-
ποιος μας λυπάται;

#

Νεκρικές φωνές

Άκουσα
τους πρώτους μου νεκρούς
να μου φωνάζουν:
«Σκάψε τη θάλασσα
όργωσε τον άνεμο
άντλησε τη γη»
Άσ’ τους, είπα.
Θα ’ναι οι παρενέργειες της Αγρύπνιας.
«Τρύγησε τον ήλιο
σκάλισε τα φύλλα
μύρισε την πέτρα»
Συνέχισαν εκείνοι.
Άσ’ τους, σκέφτηκα
Θα ’ναι τα παραμιλητά της Σιωπής.
«Φίλησε τον λύκο
πρόδωσε το πρόβατο
ξεγέλασε το γύπα»
Επέμεναν αυτοί.
Μα επέμενα και εγώ.
Αυτοί νεκροί.
Εγώ εδώ.
Τα ίδια λάθη για να κάνω.

#

Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες

Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες
Επέστρεψε μια νύχτα ακροπατώντας
Την δέχτηκαν στο πάτωμα οι σανίδες
Χωρίς ούτε ένα τρίξιμο, σιωπώντας
Μπήκε στο σπίτι μέσα απ’ το φεγγίτη
Κόρη στερνή της λήθης και του ονείρου
Το δέρμα τρύπησε βαθιά με το νύχι
Κι έσταξε αίμα ως την πόρτα του κήπου
Την κύκλωσαν τα δυο σκυλιά στην πύλη
Την μύρισαν σαν πρόσωπο δικό τους
Αυτή τους χάιδεψε τη ράχη σαν μια φίλη
Και πρώτη χάθηκε πριν το φευγιό τους.

#

Πουθενά εσύ

Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Σαν σκοτωμένα ζωύφια σε τζάμι.
Μυαλό κλειστό
κηλιδωμένο από το αίμα.
Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Πουθενά εσύ.
Έστω στο αίμα.

Από: Λογοτεχνικά Επίκαιρα

Μαρσέλ Προυστ: τυχαία αποσπάσματα (2)

17/01/2009 § Σχολιάστε

proust2

«…Ένας άνθρωπος που κοιμάται κρατά σε κύκλο ολόγυρά του το νήμα που δένει τις ώρες, την τάξη που ακολουθούν τα χρόνια και οι κόσμοι. Τα συμβουλεύεται όλ’ αυτά με το ένστικτό του μόλις ξυπνήσει και διαβάζει σ’ ένα δευτερόλεπτο το σημείο της γης που κατέχει ο ίδιος, το χρόνο που κύλησε όσο κοιμόταν• όμως οι σειρές τους μπορούν να μπερδευτούν, να κοπούν. Αν τα ξημερώματα, ύστερα από αϋπνία, τον πάρει ο ύπνος ενώ διαβάζει, σε μια στάση πολύ διαφορετική απ’ αυτή που συνηθίζει όταν κοιμάται, τότε το υψωμένο χέρι του αρκεί να σταματήσει τον ήλιο, να τον κάνει να υποχωρήσει και, στην πρώτη στιγμή του ξύπνου του, δεν θα γνωρίζει πια την ώρα, θά ‘χει την εντύπωση πως μόλις πλάγιασε να κοιμηθεί…»

Από «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.

.

.

Μαρσέλ Προυστ: τυχαία αποσπάσματα (1)

09/01/2009 § Σχολιάστε

Man Ray

φωτογραφία: Man Ray

«[…]Αναρωτιόμουν τι ώρα μπορούσε νά ‘ναι· άκουγα το σφύριγμα των τραίνων που, κοντινό ή απόμακρο, όπως το κελάηδημα πουλιού στο δάσος φανερώνει τις αποστάσεις, μου περιχαράζει την έκταση του έρημου κάμπου, όπου ο ταξιδιώτης προχωρεί βιαστικά για να φτάσει στον επόμενο σταθμό· και το μονοπάτι που ακολουθεί θα χαραχτεί στη μνήμη του απ’ τον ερεθισμό που προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ασυνήθιστες, η πρόσφατη συζήτηση κι ο αποχαιρετισμός κάτω απ’ την ξένη λάμπα που τον συντροφεύουν ακόμα μέσα στη σιωπή της νύχτας, η γλυκειά γαλήνη της επιστροφής σε λίγο.[…]»

Από «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.

.

.

Σωτήρης Παστάκας, Χόρχε, εκδ. Μελάνι, 2008

08/01/2009 § Σχολιάστε

pastakasjorge

(στα καλά βιβλιοπωλεία)

O γάτος μου κι εγώ
αγαπιόμαστε
σαν το ζευγαράκι
που κάθεται
σε ξεχαρβαλωμένο παγκάκι
κι ανταλλάσσει φιλιά
μεσοχείμωνο: νιφάδες
στα μαλλιά, στα μάγουλα,
στ’ αυτιά που λιώνουν
μόλις κάτσουν.
Έτσι γυμνοί που μείναμε
σαν ηλικιωμένο ανδρόγυνο
που δεν χόρτασε ακόμη
τα φιλιά
και τρυφερά ανταλλάσσει
χάδια στα μαλλιά
και στο μέτωπο
αυστηρά από δω και πέρα
με τα χείλη μόνο και τα χέρια.
*
Ζει σε κρυστάλλινη διάρκεια
ο γάτος μου,
μέσα σε κολονάτα ποτήρια.
Τα μουστάκια του είναι οι φυσαλίδες
του αφρώδους οίνου
μία προς μία τις κτενίζω
προς τα ουράνια.
Αν πεθάνει ο γάτος μου
θα ξεχειλίσει το ποτήρι
άσπρος αφρός θα χυθεί
στο τραπέζι από ξύλο κερασιάς.
Καθώς θα βλασταίνει
ο θάνατός του, σαν κερασιά
σε ανθοφορία
κάθε παρακλάδι θανάτου
θα ξεχύνεται
από ένα παραγεμισμένο
ποτήρι καμπανίτη.
*
Ο γάτος μου
γεννήθηκε κάτω απ’ όλους
τους αστερισμούς. Είναι
αδύνατο ν’ ανακαλύψω
ανιόντες και θέσεις πλανητών
κατά τη γέννησή του.
Έχει καταργήσει τον ζωδιακό
κύκλο, ζώο αληθινό,
που αποστρέφεται τα ζωώδη.
Ο γάτος μου δεν αναφέρεται
στο ηλιακό σύστημα,
η γέννησή του έγινε
ερήμην των άστρων
και των επιρροών τους.
Είναι ένας γάτος
που αμφισβητεί το πεπρωμένο του,
αφού έπεσε τουλάχιστον
μια φορά ηθελημένα
απ’ το μπαλκόνι
του δευτέρου
στον ακάλυπτο.
*
Ο γάτος μου κι εγώ
διαμένουμε στη γη
κι από δω απευθύνουμε
τα νιαουρίσματά μας
στο φεγγάρι.
Όποιος μας ακούει
ας σηκώσει πρώτος το χέρι
μπαλκόνι κατάκλειστο
ταράτσα πισσομένη
στον ακάλυπτο βγαίνουμε
σαν ανατέλλει το φεγγάρι
νιαουρίζει ο γάτος μου
τ’ αφεντικό του κλαίει.
*
Ανάμεσα στα θαύματα
της μοίρας που μόλις διανύσαμε,
σας παρακαλώ να συμπεριλάβετε
το γάτο μου κι εμένα.

(kind courtesy of) Από το poiein.gr

Where Am I?

You are currently browsing the ποίηση category at αγριμολογος.