[plaisir: Ô mon Dieu
24/10/2019 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 23.10.2019
Όσο υπάρχει ποιοτική γελοιογραφία, υπάρχει Ελπίδα.
Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να ψηφίζουν οι Έλληνες του εξωτερικού που έχουν δικαίωμα ψήφου;
17/10/2019 § Σχολιάστε
Το νομοσχέδιο κάνει το αυτονόητο
για μια πολιτεία που θέλει να διευκολύνει όσους η ίδια έχει κρίνει κατάλληλους να ψηφίσουν.

photo: protagon.gr
Η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού: Ο Μάνος Βουλαρίνος σχολιάζει την επικαιρότητα.
Για αρχή να προσπαθήσω να κάνω σαφές κάτι που κάποιοι συμπολίτες δεν έχουν καταλάβει επειδή πολλοί πολιτικοί και πολλοί δημοσιογράφοι είναι τόσο απασχολημένοι με το να αποκαλύπτουν τα μεγάλα, που δεν προλαβαίνουν να εξηγήσουν τα μικρά: η συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού αφορά μόνο όσους ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ δικαίωμα ψήφου και είναι ΗΔΗ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ στους εκλογικούς καταλόγους. Δεν είναι μια συζήτηση για κάποιο δικαίωμα που θα αποκτήσουν κάποιοι Έλληνες του εξωτερικού, αλλά μια συζήτηση για το πώς μπορεί να διευκολυνθούν προκειμένου να μπορέσουν να ασκήσουν ένα δικαίωμα του ΗΔΗ ΕΧΟΥΝ. Και να συμπληρώσω ότι με τον όρο «ομογενής» δεν περιγράφουμε μόνο ένα εγγόνι μετανάστη, αλλά και αυτόν που ζει π.χ. στο Όσλο εδώ και τρεις μήνες.
Συνεπώς το προς κατάθεση νομοσχέδιο δεν είναι κάποια επαναστατική απόπειρα αλλαγής του εκλογικού σώματος, αλλά μια προσπάθεια να διευκολυνθούν στην άσκηση του πιο σπουδαίου από τα δικαιώματά τους οι άνθρωποι που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ή τον χρόνο ή και τα δύο (που συχνά πάνε μαζί) να έρχονται στην Ελλάδα για τις εκλογές. Ακόμα κι αν τα οικονομικά δεν ήταν πρόβλημα για κανέναν, φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε πως όλοι οι Ελληνες που έφυγαν για το εξωτερικό είναι τόσο πολλοί που θα ήταν αδύνατο να εξυπηρετηθούν από τις πτήσεις προς Ελλάδα προκειμένου να ψηφίσουν (για τους ίδιους λόγους είναι ανόητο και να λέει κάποιος πως μπορούν οι συμπολίτες αυτοί να εξυπηρετηθούν από τις πρεβείες των χωρών στις οποίες βρίσκονται, δεν ζουν όλοι στις πρωτεύουσες). Με λίγα λόγια το νομοσχέδιο κάνει το αυτονόητο για μια πολιτεία που θέλει να διευκολύνει όσους η ίδια έχει κρίνει κατάλληλους να ψηφίσουν.
Με δεδομένα όλα τα παραπάνω γίνεται μάλλον φανερό πως αυτό που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να εμποδίσει την ψήφο ανθρώπων που έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν και στην ουσία να τους αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα. Δεν είναι ιδιαιτέρως δημοκρατικό, αλλά έτσι κι αλλιώς η δημοκρατία δεν είναι το αγαπημένο πολίτευμα των ακολούθων του Αλέκση. Είναι όμως απορίας άξιο.
Θέλω να πω πως ενώ η δυσφορία για τη δημοκρατία εξηγεί την ευκολία με την οποία τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να εμποδίσουν την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου, δεν εξηγεί το γιατί να θέλουν να το κάνουν.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό είναι ότι υποθέτουν ότι η απήχηση που έχουν στους Έλληνες που ξενιτεύτηκαν είναι πολύ μικρή. Φοβούνται (πιθανότατα δικαίως) πως αυτοί που δεν άντεξαν την ελληνική σαπίλα δύσκολα θα ψηφίσουν αυτούς που όχι μόνο πασχίζουν για τη διαιώνισή της (δεν είναι οι μόνοι), αλλά επιχειρηματολογούν για τη ανάγκη διαιώνισής της (αυτό το κάνουν λίγοι).
Αυτή η εξήγηση είναι ίσως προφανής, αλλά αρκούμενοι σε αυτήν θα ξανακάνουμε ένα λάθος που κάνουμε πολύ συχνά όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε θέσεις κομμάτων και δηλώσεις ανθρώπων. Είναι το λάθος τύπου «αφού είναι ηλίθιος».
Το λάθος τύπου «αφού είναι ηλίθιος» είναι η συνεχής προσπάθεια να αιτιολογήσουμε συμπεριφορές και να βρούμε σκεπτικό πίσω από αυτές όταν δεν υπάρχει κανένα σκεπτικό και η μοναδική αιτία της συμπεριφοράς είναι η απλή ηλιθιότητα. Παραδείγματος χάριν: -Γιατί ο Γιώργος δεν φοράει κράνος στη μηχανή; Μήπως είναι ο τρόπος του να εξωτερικεύσει την απέχθειά του για τους κανόνες που περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης; Μήπως η φιλοσοφία του είναι υπέρ μιας ασυμβίβαστης ζωής, έστω και μικρής; Μήπως έχει κάποια πληγή στο κεφάλι και το κράνος τον πονάει; – Τίποτα απ’ όλα αυτά. Ο Γιώργος δεν φοράει κράνος γιατί απλώς είναι ηλίθιος.
Αντιστοίχως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιδραστικός. Αρκεί να ακουστεί από τη Νέα τη Δημοκρατία πως το γκρέιπ το φρουτ είναι πικρό και δεν τρώγεται για να αρχίσουν εν χορώ οι σύντροφοι να υμνούν τη γλύκα του γκρέιπ του φρουτ. Αρκεί να φέρει προς ψήφισμα η κυβέρνηση ένα νομοσχέδιο (ακόμα και κάποιο που έχει ετοιμαστεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) για να το καταψηφίσουν ανεξαρτήτως περιεχομένου. Δεν έχουν κάποιο φανερό συμφέρον από τη συμπεριφορά τους αυτή (ίσα-ίσα μια αντίθετη συμπεριφορά θα τους έδινε ένα άλλοθι σοβαρότητας) αλλά την έχουν. Γιατί απλώς είναι αντιδραστικοί. Γιατί είναι… καταλαβαίνετε… Και μπράβο σας.
[plaisir: το χιούμορ απογειώνει ·
16/10/2019 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 15.10.2019
[Η Λάουρα Μπέττι για τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι:
13/10/2019 § Σχολιάστε
Ένας καθαρός άντρας «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη»
Από την ©Athens Review of Books 08/10/2019 , Tεύχος 110 – Οκτώβριος
Θυμάμαι και ξέρω πως, μια όχι και τόσο μακρινή μέρα ανάμεσα σε πολύ κόσμο που δεν θυμάμαι και δεν ξέρω, μπήκε στο σπίτι μου ένας άντρας χλωμός, κουρασμένος, κλεισμένος σε μια μυστηριώδη, αρχαία οδύνη· τα λεπτά χείλη σφραγισμένα για να αποδιώχνουν τις λέξεις, το χαμόγελο· τα χέρια υπομονετικά σαν του τεχνίτη. Είχε γεύση ψωμιού και πρίμουλας. Το ψωμί ήταν η οδύνη, η πρίμουλα η αγάπη.
Θυμάμαι λοιπόν πως είχα αποφασίσει ότι εκείνος ο άντρας ήταν ένας άντρας.
Κι έπειτα θυμάμαι πως είχα αποφασίσει να οικειοποιηθώ το ψωμί, να το κόψω στη μέση και να διανείμω ανάμεσά μας δυνατά, ψωμωμένα, υπεροπτικά, καλοκάγαθα γέλια.
Αποφάσισα ακόμη, αδείλιαστα, να ποντιστώ στις πρίμουλες.
Θυμάμαι και ξέρω πως εκείνος ο άντρας που ήταν ένας άντρας, έγινε ο άντρας μου. Και ο άντρας μου έκρυβε πίσω από τα μαύρα γυαλιά του την αγωνία της αποκάλυψης μιας εφικτής, τρεμάμενης αίτησης αγάπης που δεν θα απορριπτόταν, δεν θα αποκτηνωνόταν, δεν θα υφαρπαζόταν. Έμαθα λοιπόν να περπατάω στις μύτες των ποδιών για να μην θρυμματίσω τη σιωπή που συνοδεύει τη χειρονομία της αγάπης, για να μην τον κάνω να διαφύγει στο σκοτάδι. Αργά αργά άρχισε να εμπιστεύεται, τόλμησε μάλιστα να οσμιστεί το χέρι μου και λίγο λίγο να τρώει καρότο, ζάχαρη. Έτσι συνέβη λοιπόν που γίναμε «μαζί» μόνοι.
Θυμάμαι και ξέρω πως, ως συνέπεια, άρχισα να ζω μια ζωή επιτέλους δύσκολη. Μια ζωή με την ποίηση που διείσδυε σε κάθε απόκρυφη γωνιά του σπιτιού μου, της ηλικίωσής μου, της διαμόρφωσής μου. Έπειτα θυμάμαι και ξέρω τους βρυχηθμούς μου, τις κλοτσιές, την προστασία, τις απειλές, την κύκλωση του άντρα μου ‒ που κανείς δεν αποδεχόταν ανάμεσα στους «άντρες» ‒ με ένα πολύχρωμο προστατευτικό δίχτυ, στολισμένο με καλά πράγματα για να ανακαλυφθούν και να βιωθούν, και με ήλιο. Ένα δίχτυ με μεγάλες τρύπες που πίσω του παραμόνευαν μαύρα θεριά, φλογισμένα μάτια Καλαβρέζων ή Σικελών ανήλικων μεταμφιεσμένων σε αριστοκράτες πρωτευουσιάνους, ναοί χωρίς πίστη που έσφυζαν στο λαθρεμπόριο, μαύρες κούρσες, μαύρες ακρογιαλιές, μαύρες εφημερίδες. Αυτοί οι νεκροζώντανοι ήταν γραπωμένοι από το πολύχρωμο ηλιόλουστο δίχτυ και η αποστολή μου ήταν να μπαλώνω τις τρύπες όταν φάρδαιναν υπερβολικά.
Συνέχεια μπάλωνα, όλες τις μέρες σχεδόν.
Θυμάμαι και ξέρω ποια μέρα ακριβώς έχασα τη βελόνα και την κλωστή. Μου τα ’χαν κλέψει κι εγώ δεν είχα πια δύναμη να αγοράσω άλλη βελόνα κι άλλη κλωστή. Τριγύρω ήταν όλα μαύρα. Και όσο πιο μαύρα ήταν τριγύρω τόσο το μικρό παράφορο νησί μας βυθιζόταν στον ήλιο, στη δημιουργία, στη γενεσιουργία, στην παρασκευή, στην επηρμένη βασιμότητα πως μια ζωή προγραμματισμένη σύμφωνα με τις τάδε και τις δείνα γόνιμες ασχολίες δεν μπορούσε παρά να είναι απαραβίαστη, ιερή.
Μια μέρα, όμως, ο ήλιος λεκιάστηκε με αίμα κι όλες οι μέρες, από τότε, ονομάστηκαν 2.11.75.
Τη μέρα εκείνη εγώ τριπλασίασα το κορμί μου για να προστατεύσω και να συνοδεύσω το ραγισμένο, λειψό ουρλιαχτό μιας ρημαγμένης πρίμουλας, μιας κοπελίτσας πετσοκομμένης σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια· μιας κοπελίτσας που έφερε μέσα στην κοιλιά της, ζεστά, έναν ποιητή πετσοκομμένο σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια που κρατιούνταν ενωμένα από έναν ατσαλένιο ομφάλιο λώρο, τρομαχτικά ακατάλυτο.
Για μένα δεν θυμάμαι, δεν ξέρω. Ύστερα, μια από τις μέρες που ονομάζονταν 2.11.75 μου έφεραν το κορμί του άντρα μου και το ξάπλωσαν πάνω στο τραπέζι μου, εκεί που άλλοτε υπήρχαν πάντοτε φαγητά για την ιλαρή αδηφαγία του. Αυτό το κορμί ήταν, όντως, διαμελισμένο, κατασπαραγμένο. Μου ’βαλαν στο χέρι βελόνα και κλωστή για να μου μάθουν να το ξαναμπαλώσω.
Έτσι άρχισα να επιβιώνω σε μια ορφανή και τυφλή ζωή, και χωρίς ψωμί και χωρίς πρίμουλα.
Ψηλαφητά άρχισα να γυρεύω τον άντρα μου εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα θηρία.
Και, γυρεύοντάς τον, άρχισα να ανακαλύπτω το «δικό μας» πώς και γιατί, και το πώς και γιατί των «άλλων».
Κατάλαβα τελικά πως για να σκοτώσω «αυτούς» θα ’πρεπε, αφού θα είχα ξαναμπαλώσει τον άντρα μου, να χωθώ μέσα του έτσι ώστε να μου μιλήσει μυστικά και να μου εξηγήσει.
Να γιατί αποφάσισα ‒μαζί του, όπως πάντα‒ να μην αποδεχθώ τίποτε, να δείξω ανυπακοή, να προκαλέσω σκάνδαλο· να καταγγείλω τι μπορεί να συμβεί σε έναν καθαρό άντρα «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη».
Και άρχισα να συλλέγω όλες τις θανατικές καταδίκες που του είχαν επιβληθεί σε αγαστή συμφωνία των μαύρων δεξιών και των μαύρων αριστερών που παραμόνευαν πίσω απ’ το δίχτυ, ανάμεσα στους νεκροζώντανους.
Είδα και κατάλαβα όπως μπορούσε να δει και να καταλάβει η Εμίλια, η υπηρέτρια του Θεωρήματος.
Όλα αυτά βρίσκονται σε τετρακόσιες σελίδες.
© 1978, 2019 Garzanti Libri
— Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου
Σημ. ARB: Το κείμενο αποτελεί πρόλογο του συλλογικού τόμου: Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte, Garzanti, Μιλάνο 1977, σσ. v-vii. [Ελληνική έκδοση: Παζολίνι (εξαντλημένο): χρονικό της βίας, της δίωξης και του θανάτου, Εξάντας, Αθήνα 1983, σε μετάφραση Κούλας Κυριακίδου].
