[Το εξαιρετικό έργο των νέων διαστρώσεων στην Ακρόπολη ·

23/06/2023 § Σχολιάστε

ΜΙΖΕΡΙΑ ΤΕΛΟΣ

Το εξαιρετικό έργο των νέων διαστρώσεων στην Ακρόπολη, φαίνεται καθαρά και χωρίς παραμορφώσεις. Ακριβώς επάνω στις προϋπάρχουσες κατά 95%. Άλλα τμήματα με χώμα, χαλίκια, και ασβέστη σε πίεση, και άλλα με σκυρόδεμα χωρίς οπλισμό κατά 93%. Ακριβώς όπως ήταν στο παρελθόν, αλλά απείρως καλύτερες, και προσβάσιμες στα εκατομμύρια επισκεπτών με δυσκολίες στην κίνηση. Τα περί πλημμυρών είναι ατυχής προσπάθεια εξαπάτησης για κομματικούς λόγους. Οι λόφοι δεν πλημμυρίζουν, απλώς στα κοιλώματα του βράχου λιμνάζουν νερά που εξατμίζονται ή απορροφώνται σε ένα 24ωρο.

Σωκράτης Μαυρομμάτης >

[όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω ·

27/03/2023 § Σχολιάστε

«[…] Καταραμένε κάπελα / και κλέφτη ταβερνιάρη, τι το νερώνεις το κρασί / και πίνω απ’ το ξανθό και πίνω από το κόκκινο / κι από το γιοματάρι κι από το σώμα το τραχύ / πίνω και δεν μεθώ […]» γκρίνιαζε ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) στο ποίημά του Νερωμένο κρασί. Αλλά και ο κυρ Αλέξανδρος (1851- 1911), ο συγγραφέας που συνδέθηκε όσο κανείς άλλος με τη ζωή της αθηναϊκής ταβέρνας, μας χάρισε κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του γράφοντας πάνω σε χαρτιά περιτυλίγματος στην μπακαλοταβέρνα του Καχριμάνη στου Ψυρρή. Στο διήγημά του Ο Αμερικάνος, που πρωτοδημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 1891, περιγράφει όχι μόνο τις αναμενόμενες «περιποιήσεις» του κάπελα, αλλά και τις συνθήκες εργασίας του μικρού παιδιού που εκτελούσε χρέη σερβιτόρου: «Επεριποιείτο τον κλήτορα και τους χωροφύλακας, εκέρνα νερωμένο κρασί εις την περίπολον ή πολιτοφυλακήν της νυκτός, και του επέτρεπαν να έχη ανοικτά και ως τας ένδεκα, ευρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην να κάθηνται εκεί, παρά να περιέρχωνται την πολίχνην και να κρυώνωσι».

«Το παιδί ο Χρήστος, με την ποδιάν σχεδόν υπό τας μασχάλας περιδεδεμένην, εκοιμάτο όρθιον, νευστάζον την κεφαλήν, ως μικρά δίκωπος φελούκα, σαλευομένη υπό ελαφρού νότου εις την πλευράν της ηγκυροβολημένης βρατσέρας. Ενίοτε τον εξύπνα αποτόμως η κρούσις του ποδός του καπήλου, επαναλαμβάνοντος ηχηροτέρα τη φωνή τας διαταγάς των θαμώνων διά κεράσματα. Και τότε, ως εν υπνοβασία, εκινείτο, εκέρνα, ελάμβανε τας δεκάρας, τας έρριπτε μηχανικώς εις το λογιστήριον, κι επιστρέφων εξηκολούθει την συνέχειαν του ύπνου […]».

Πρωτοπόρος στην εποχή του κι ο Δημοσθένης Βουτυράς (1879-1958), στο διήγημά του Ο θησαυρόςζωντανεύει την παθολογία του κατατρεγμένου μπεκρή αλλά και του αδιόρθωτου γλεντζέ: «Για τον Παλούκη η ταβέρνα του Καρότη ήτανε ο παράδεισος. Εκεί όταν βρισκότανε, ενώ ήτανε σκυθρωπός, αμίλητος, άλλαζε, το σκυθρωπό χανότανε απ’ τη μορφή του, η ματιά του η άψυχη έπαιρνε ζωή και γινόταν όλος γέλιο και ομιλία. […] Και όσο ερχόταν η μισή γεμάτη απ’ το κιτρινωπό κρασί, τόσο η ευθυμία δυνάμωνε, και μόνο κάποτε, σα να ξυπνούσε ή να έβγαινε έξω απ’ την ευτυχία του, του ερχότανε λύπη πως αύριο, όλη την ημέρα, θα ήτανε μακρυά απ’ εκεί, απ’ την ταβερνούλα […]».

Μια ταβέρνα εκκλησιά για τους αυτόχειρες Λαπαθιώτη (1889-1944) και Καρυωτάκη (1896-1928) ήταν αυτή του Γιώργη Μιχαλάκου, του επιλεγόμενου κουλού, στα Εξάρχεια, όπου ο Λαπαθιώτης σύχναζε για το κρασί ή για λίγη ζεστασιά στα τελευταία του. «Για τον ποιητή!» σήκωναν τα ποτήρια τους και τον κερνούσαν οι θαμώνες, αυτόν που κάποτε είχε ευεργετήσει με την περιουσία του τη φτωχολογιά κι αυτός μπορεί και να σιγομουρμούριζε το ποίημά του Νυχτερινό κέντρο: «Τώρα που παίζει το βιολί κι έχομε πιει τόσο πολύ, που μ’ έναν έρωτα τρελό σα να ’μαστε δεμένοι, σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά να ζαλιστώ, μέσ’ στ’ όνειρό σου να κλειστώ. Το μόνο που μου μένει. Γιατί αν λείψει το κρασί και φύγεις άξαφνα κι εσύ και βουβαθεί και το βιολί με τον γλυκό βραχνά του, μεσ’ στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σα τον ουρανό, θ’ ακούσω πάλι το βραχνό τραγούδι του θανάτου».

Κι ίσως στο ίδιο ταβερνάκι να εμπνεύστηκε ο Καρυωτάκης το πολύ γνωστό στιχάκι από το ποίημά του Σε παλαιό συμφοιτητή: «Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο / που επίναμε για να ξαναζητήσω. Θα λείπεις, το κρασί τους θα ’ναι αλλιώτικο, /όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω […]».

Ιερός ο τόπος της ταβέρνας και για τις λογοτεχνικές συντροφιές, είτε μιλάμε για του Ψαρά είτε για τον Πλάτανο στην Πλάκα, έξω στις μυρωδάτες με τα γιασεμιά αυλές, αλλά και στριμωγμένοι στα πατάρια με λίγο μεζέ, ρετσίνα και κοκκινέλι: Σεφέρης, Θεοτοκάς, Παπανούτσος, Κατσίμπαλης, Καραντώνης, Πικιώνης και τόσοι άλλοι. Όμως, όσο και να πληθαίνουν οι μεταπολεμικές μαρτυρίες γι’ αυτά τα περιώνυμα στέκια, τόσο λάμπει διαμάντι αχάρακτο το απόσπασμα από τη Χαμένη άνοιξη του Στρατή Τσίρκα (1911-1980) για εκείνο το «καρβουνιάρικο του Θανάση», που μπορεί να είναι και το ξακουστό Δίπορτο στη Βαρβάκειο, όπου σύχναζε ο Βάρναλης, αλλά και κάποιο άλλο κολωνακιώτικο στέκι, γιατί πού αλλού θα έμενε μια Φλώρα; Η Φλώρα!

«[…] όταν κατέβηκα τα πρώτα σκαλοπάτια του καρβουνιάρικου, η δροσιά του, που μύριζε κρασίλα και δαδί, μου φάνηκε βάλσαμο […]», κι αφού χαιρέτησε τον Βάρναλη με έναν μοιραίο τρόπο, ένας από τους μοιραίους κι αυτός, αναγνώρισε «[…] δυο γυναικεία πόδια που […] φορούσαν κάτι ξεχειλωμένες παντόφλες, και είπα λάθος κάνω. Ήμουν κόντρα στο φως και δεν μπόρεσα να δω λεπτομέρειες […]. Ήταν η Φλώρα. Τυλιγμένη σ’ αντρικό αδιάβροχο, με παντόφλες, ξεμαλλιασμένη, και κρατώντας μια νταμιτζάνα. Εγώ πάγωσα. Εκείνη έφτασε στο πρώτο σκαλοπάτι, το φως κατέβαινε από την πόρτα και το παράθυρο και την έλουζε ολόκληρη […], γύρισε καταπάνω μου ένα πρόσωπο ζαρωμένο από τον πόνο, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τα βουρκωμένα μάτια της, μέσα τους σάλεψε σαν αστραπή μια υποψία τρέλας κι απέραντη απορία. Γύρισε τη ράχη κι άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά και με κόπο σφίγγοντας στην αγκαλιά της, σα να κρατούσε μωρό, την νταμιτζάνα […]» *.

Κι αν θα θέλαμε να πούμε την ιστορία μας κι αλλιώς, στα χνάρια του ταβερνόβιου Θωμά Γκόρπα, τότε λοιπόν ο ταβερνιάρης θα κατέβαζε τον δίσκο με τον Τσαουσάκη από το πικάπ, θα έπιανε μια καρέκλα και ένα κιλό κρασί και θα καθόταν στο τραπέζι μας. «Από τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα έμπαιναν δροσιά κι ήχοι μακρινοί των παιδικών μας χρόνων […]» **. Ο επιλοχίας θα μοίραζε έναν γύρο τσιγάρα και θα άρχιζε να λέει. Να λέει την ιστορία μας από την αρχή και εις υγείαν!

* Στρατής Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη, δέκατη έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, σελ. 216-219.
**Θωμάς Γκόρπας, Όπως τα είπε ο μόνιμος επιλοχίας, διήγημα από τη συλλογή Περνάει ο Στρατός, Εκδόσεις Πορεία.

✳︎

[της συγγραφέως ©Εύας Μ. Μαθιούδακη ―πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος της Καθημερινής, τεύχος 203.

Κάρολος Δαρβίνος: Δεν θα επισκεφτώ ποτέ ξανά χώρα που διατηρεί το καθεστώς της δουλείας ·

26/03/2023 § Σχολιάστε

photo: biology 4u

Ο Κάρολος Δαρβίνος στο βιβλίο του: Το ταξίδι ενός φυσιοδίφη, γύρω από τον κόσμο: Το ταξίδι με το Beagle, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1839, εκτός από τις περιπέτειες του ταξιδιού, τις περιγραφές των τόπων που επισκέφτηκε, και τις φυσιογνωστικές παρατηρήσεις – που αργότερα συνετέθηκαν στην περίφημη θεωρία του – αναπτύσσει, χωρίς περιστροφές, και τις σκέψεις που του γέννησαν οι ακρότητες των οποίων έγινε μάρτυρας στις χώρες που διατηρούσαν το καθεστώς της δουλείας.

Το απόσπασμα που παραθέτει η σελίδα, και σχετίζεται με τις απόψεις του συγγραφέα για τη δουλεία, έχει ληφθεί από την 11η έκδοση (σελίδες 529, 530, 531) του βιβλίου η οποία κυκλοφόρησε το 1890 και είναι αναρτημένη στη ψηφιοποιημένη συλλογή, Project Gutenberg. Εκεί ο Δαρβίνος αναφέρει τα ακόλουθα:
Την 19η Αυγούστου (σ.σ. εννοεί του 1832) εγκαταλείψαμε τελικώς τις ακτές της Βραζιλίας. Ευχαριστώ τον Θεό, που δεν θα επισκεφτώ ποτέ ξανά χώρα η οποία να διατηρεί το καθεστώς της δουλείας. Ακόμη και σήμερα, όποτε ακούω μια μακρινή κραυγή θυμάμαι με οδυνηρή ζωντάνια τα συναισθήματα που ένιωσα, όταν περνώντας από ένα σπίτι κοντά στο Pernambuco, άκουσα τους πιο αξιολύπητους θρήνους και δεν μπόρεσα παρά να υποψιαστώ ότι κάποιος φτωχός σκλάβος βασανιζόταν, γνωρίζοντας επίσης ότι ήταν τόσο ανίσχυρος, όσο ένα παιδί που δεν μπορεί ούτε να διαμαρτυρηθεί. Αν υποψιάστηκα αυτό, ήταν διότι μου είχαν διηγηθεί κάτι αντίστοιχο σε μια άλλη περίπτωση. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο κατοικούσα απέναντι από το σπίτι μιας γηραιάς κυρίας η οποία κατείχε μηχανικούς σφιγκτήρες για να συνθλίβει τα χέρια των γυναικών σκλάβων της.
Επίσης, είχα μείνει σε ένα σπίτι στο οποίο ο νεαρός μιγάς που εκτελούσε οικιακές εργασίες, υβριζόταν, ξυλοκοπιόταν και κατατρεχόταν, καθημερινά ώστε να συντριβεί ως το επίπεδο του πνεύματος ενός κατώτατου ζώου.  Είδα – πριν προλάβω να επέμβω – να χτυπούν με μαστίγιο αλόγου το γυμνό κεφάλι ενός μικρού αγοριού, έξι ή επτά ετών, μόνο και μόνο διότι μου είχε δώσει να πιω νερό, από ένα ποτήρι που δεν ήταν τόσο καθαρό. Είδα τον πατέρα του να τρέμει στη ματιά που του έριξε ο αφέντης του. 

Ήμουν μάρτυρας αυτών των αγριοτήτων ενώ βρισκόμουν στην Ισπανική αποικία, για την οποία πάντα λεγόταν, ότι μεταχειριζόταν τους σκλάβους καλύτερα απ’ ότι οι Πορτογάλοι, οι Άγγλοι και οι άλλες ευρωπαϊκές εθνότητες. Είδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, έναν δυνατό μαύρο να φοβάται να αποκρούσει το χτύπημα, που νόμιζε πως κατευθυνόταν στο πρόσωπό του. Κι ήμουν παρών όταν ένας καλόκαρδος άντρας ήταν έτοιμος να χωρίσει για πάντα τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, ενός μεγάλου αριθμού οικογενειών, με τις οποίες είχε ζήσει για πολλά χρόνια μαζί.  

Δεν θα αναφερθώ καν στις πολλές αποκαρδιωτικές φρικαλεότητες που τεκμηριωμένα μου αφηγήθηκαν. Ούτε θα ανέφερα τις εξοργιστικές λεπτομέρειες που σας διηγήθηκα, αν δεν είχα συναντήσει πολλούς ανθρώπους, τόσο τυφλωμένους από την ιδιοσυγκρασιακή ευθυμία των μαύρων, ώστε να μιλούν για τη δουλεία, ως ένα αναγκαίο κακό. Τέτοιοι άνθρωποι, μιλούν έχοντας την εμπειρία των σπιτιών των ανωτέρων τάξεων, στα οποία η μεταχείριση των οικιακών σκλάβων, είναι συνήθως καλή, και δεν έχουν ζήσει μεταξύ των κατώτερων τάξεων, όπως έζησα εγώ. Τέτοιοι ερευνητές ρωτούν συνήθως τους σκλάβους για την κατάσταση την οποία βιώνουν. Ξεχνούν όμως, ότι ο σκλάβος θα πρέπει να είναι ηλίθιος για να μην υπολογίζει το ενδεχόμενο να φθάσει η απάντηση που έδωσε, στα αυτιά του αφεντικού του.

Υποστηρίζεται ότι το προσωπικό συμφέρον (σ.σ. εννοεί του κυρίου του σκλάβου για την  «ιδιοκτησία» του) θα αποτρέψει την υπερβολική σκληρότητα, σαν τάχα, το προσωπικό συμφέρον μας να έχει προστατεύσει τα οικόσιτα ζώα, από τις διαθέσεις μας, τα οποία στο κάτω, κάτω, είναι λιγότερο πιθανό να εξοργίσουν τον κτηνώδη αφέντη τους, απ’ όσο οι εξαθλιωμένοι σκλάβοι του.

Αυτό είναι ένα επιχείρημα στο οποίο έχει αντιταχθεί, εδώ και πολύ καιρό, με ευγενή συναισθήματα και με εντυπωσιακή τεκμηρίωση, ο πάντοτε λαμπρός Humboldt (αναφέρεται στον επιφανή Γερμανό φυσιοδίφη και εξερευνητή Alexander Humboldt, τον οποίον εθαύμαζε). Συχνά επιχειρείται η υποβάθμιση της δουλείας, διά της σύγκρισης της κατάστασης των σκλάβων με την κατάσταση των φτωχότερων συμπολιτών μας. Αν η δυστυχία των φτωχών δεν οφείλεται στους νόμους της φύσης, αλλά στους θεσμούς μας, τότε το κρίμα μας είναι μεγάλο. Αλλά πώς αυτό, μπορεί να έχει κάποια σχέση με τη δουλεία, είναι αδύνατον να το δω. Καθώς αν γινόταν κάτι τέτοιο δεκτό, τότε θα μπορούσε κάποιος να υπερασπιστεί τη χρήση μηχανικών σφιγκτήρων που συνθλίβουν τα δάκτυλα, επειδή σε κάποια άλλη χώρα κάποιοι άνθρωποι υποφέρουν από τις συνέπειες μια σοβαρής επιδημίας. 

Όσοι αντιμετωπίζουν με κατανόηση τον ιδιοκτήτη σκλάβων και ψυχρή καρδιά τον σκλάβο, ποτέ δεν βάζουν τον εαυτό τους στη θέση του. Τι παρήγορη όμως προοπτική, να μην έχεις καμία ελπίδα αλλαγής. Φανταστείτε λοιπόν τον εαυτό σας στην κατάσταση όπου από πάνω σας, από πάνω από τη γυναίκα σας και τα παιδιά σας – πράγματα δηλαδή για τα οποία η φύση παροτρύνει και τον σκλάβο να τα θεωρεί δικά του- επικρέμεται το ενδεχόμενο να τα αποχωριστεί για να πωληθούν ως θηρία, στον πρώτο πλειοδότη! 

Και αυτές οι πράξεις γίνονται ή δικαιολογούνται από ανθρώπους οι οποίοι δηλώνουν πως αγαπούν τον πλησίον τους, όπως τον εαυτό τους· από ανθρώπους που επικαλούνται τον Θεό και προσεύχονται να γίνει το θέλημά του στη Γη. Θα έπρεπε το αίμα κάποιου να βράζει και η καρδιά του να συνταράσσεται στη σκέψη ότι εμείς οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί απόγονοί μας, με την υπερήφανη κραυγή ελευθερίας που εξέβαλαν, θα ήμασταν και θα εξακολουθούμε να είμαστε τόσο ένοχοι. Ωστόσο είναι παρηγοριά το να σκεφτόμαστε ότι το έθνος μας, έχει κάνει πολύ περισσότερα από κάθε άλλο, προκειμένου να εξιλεωθούμε από την αμαρτία μας. 

*

Πηγή: Biology4u 

[Σπάνιος πίνακας του Πίτερ Μπρίγκελ του νεότερου βρέθηκε πίσω από πόρτα σπιτιού στη Γαλλία ·

09/03/2023 § Σχολιάστε

Το έργο είναι μια εκδοχή του «L’Avocat du village» (Ο δικηγόρος του χωριού), ένα προσφιλές θέμα του Μπρίγκελ (Πηγή εικόνας: Wikipedia)

Ένας σπάνιος πίνακας του Πίτερ Μπρίγκελ του νεότερου βρέθηκε κρεμασμένος πίσω από μια πόρτα σπιτιού στη βόρεια Γαλλία. Το εξαιρετικό αυτό έργο τέχνης, ένα από τα μεγαλύτερα του Μπρίγκελ του νεότερου, ανήκε στην ίδια οικογένεια από το 1900.

Με ύψος 112 εκατοστά, πλάτος 184 εκατοστά και αξία ως και 800.000 ευρώ, το σπάνιο έργο είναι μια εκδοχή του «L’ Avocat du village» («Ο δικηγόρος του χωριού»), ένα θέμα που ο Μπρίγκελ είχε αναπαραγάγει 90 φορές. Πιστεύεται ότι ζωγραφίστηκε μεταξύ 1615 και 1617.

Ο Malo de Lussac του οίκου δημοπρασιών Daguerre Val de Loire, που βρήκε τον πίνακα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης εκτίμησης που ζήτησε η οικογένεια, η οποία επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που βρήκε.

«Στην οικογένεια τον πίνακα τον λέγανε “ο Μπρίγκελ”, αλλά δεν είχαν ιδέα αν είναι αληθινός. Νόμιζαν ότι ήταν αντίγραφο, τον θεωρούσαν απλά ως ένα διακοσμητικό πίνακα χωρίς ιδιαίτερη αξία», δήλωσε ο De Lussac.

«Όταν τον στείλαμε στη Γερμανία για να εξεταστεί από ειδικός και επιβεβαιώθηκε ότι ήταν του Μπρίγκελ, η οικογένεια κατάλαβε τη σημασία του και ζήτησαν να βγάλουν μια φωτογραφία όλοι μαζί μπροστά από τον πίνακα τον οποίο είχαν στην κατοχή τους τόσα χρόνια. Ήταν αστείο και συγκινητικό».

«Πρόκειται για ένα εκείνα τα μοναδικά ευρήματα που συμβαίνουν μια φορά στην καριέρα σου. Είναι ένας πολύ ασυνήθιστος πίνακας όσον αφορά στο μέγεθος και στο γεγονός ότι βρίσκεται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση», δήλωσε ο De Lussac.

Σύμφωνα με τον Guardian, ο εν λόγω πίνακας θα πωληθεί στον οίκο δημοπρασιών Drouot στο Παρίσι, συνοδευόμενος από πιστοποιητικό γνησιότητας.

Ποιος ήταν ο Πίτερ Μπρίγκελ ο νεότερος

Ο Πίτερ Μπρίγκελ ο νεότερος, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ολλανδού και Φλαμανδού ζωγράφου της Αναγέννησης του 16ου αιώνα Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Ο μικρότερος αδελφός του, Γιαν, ήταν επίσης ζωγράφος.

Ο Μπρίγκελ ο νεότερος ζωγράφιζε τοπία, θρησκευτικά θέματα (συμπεριλαμβανομένων διαφόρων απεικονίσεων της κόλασης), σκηνές χωριών και λουλούδια, ενώ αντέγραφε επίσης τα πιο διάσημα έργα του πατέρα του.

Ο πίνακας «Ο δικηγόρος του χωριού» (γνωστός επίσης και ως «Γραφείο του φοροσυλλέκτη» και με διάφορα άλλα ονόματα) είναι μια από τις σπάνιες πρωτότυπες συνθέσεις του και δείχνει μια χαοτική σκηνή με τους χωρικούς να σχηματίζουν ουρά στα γραφεία του δικηγόρου. Πολλοί από αυτούς κρατούν δώρα, όπως αυγά και πουλερικά.

Εκτός από τις υπογεγραμμένες και χρονολογημένες εκδοχές αυτού του πίνακα, υπάρχουν επίσης δεκάδες παρόμοια έργα που δεν έχει επαληθευτεί ότι έχουν φιλοτεχνηθεί από τον Μπρίγκελ ή το εργαστήριό του. Μια αυθεντική εκδοχή του πίνακα που χρονολογείται γύρω στο 1617 κρέμεται στο Λούβρο. [kathimerini.gr]

Where Am I?

You are currently browsing the πολιτισμού category at αγριμολογος.