[Περικλής Κοροβέσης, Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί;

17/11/2022 § Σχολιάστε

Αφιερωμένιο στην επέτειο του Πολυτεχνείου

«Ένας φίλος» κι ο Επίλογος από τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση

«…Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων…»

Ένας φίλος

Μια νοσοκόμα αξιωματικίνα, όταν τύχαινε να ‘ναι μόνη της στο δωμάτιο, μου μίλαγε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που ένας μη φανατικός θα μπορούσε να το ονομάσει ακόμα και συμπάθεια. Μου έσιαχνε το μαξιλάρι, τα σκεπάσματα, με φώναζε – δεν ξέρω για ποιο λόγο – Νικολάκη, επέμενε να τρώω όλο το φαγητό και πραγματικά θύμωνε όταν έπαιρνε τον δίσκο απείραχτο. Μου έλεγε πως μού χρειάζεται ένα γερό ξύλο για να βάλω μυαλό. Αλλά το έλεγε με τέτοιο αθώο τρόπο, που σίγουρα αγνοούσε τι σήμαινε πραγματικά ένα γερό ξύλο και μου ερχόταν κάτι σαν διάθεση γέλιου.

Μια μέρα ήρθε να πάρει το φαγητό. Με έκπληξη διαπιστώνει πως ο δίσκος ήταν εντελώς άδειος. Πραγματικά ενθουσιάστηκε. Ο ασφαλίτης έλειπε και ο απ’ έξω φρουρός, ο φαντάρος, είχε πιάσει την κουβέντα στο βάθος του διαδρόμου. Αφού βεβαιώθηκε δυο τρεις φορές πως έτσι έχουνε τα πράγματα, μου είπε:

«Γιατί, βρε Νικολάκη μου, δεν κάνεις κάθε μέρα το ίδιο; Είσαι πολύ αδύνατος. Τρώε το φαγητό σου να γίνεις καλά, να πας όπου αλλού στην ευχή της Παναγίας, να ησυχάσεις από δαύτους. Μην τους μπαίνεις, κάνε τον κουτό λιγάκι. Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκάσεις, φίλα το».

Μού μίλαγε με πραγματική συγκίνηση. Μού ‘ρθε να της φιλήσω το χέρι. Πήρα θάρρος και τη ρώτησα γιατί με φωνάζει Νικολάκη κι όχι με το πραγματικό μου όνομα, που είναι Περικλής Κοροβέσης. Έδειξε κατάπληξη. Μετά μου εξήγησε πολύ φυσικά πως μ’ έχουν γραμμένο Νικόλαο Πανόπουλο, Σταυρόπουλο, κάπως έτσι· δεν το θυμότανε καλά. Σταμάτησε απότομα. Κάτι κατάλαβε, κάτι κατάλαβα κι επακολούθησε εκείνη η αμηχανία που δημιουργείται μετά τις γκάφες. Ύστερα, συνέχισε με τον ίδιο πονεμένο και τρυφερό πόνο τις απόψεις της για τη Χούντα, που την πίστευε.

Από τα πολλά παραδείγματα, θα διάλεγε μόνο κάτι δικό της. Είχε ένα μικρό αυτοκινητάκι που το ‘χε πάρει με πολλές θυσίες. Εκείνη μονάχα ήξερε πώς το πήρε· το χρωστάει ακόμα. Ε, λοιπόν, πριν από την 21η, κάθε βράδυ πήγαιναν Λαμπράκηδες και της κατουράγανε την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθε πρωί πήγαινε μ’ έναν κουβά νερό να το καθαρίσει. Αυτό είχε γίνει πραγματικό μαρτύριο. Σε τι αστυνομίες είχε πάει, σε τι εκατό είχε τηλεφωνήσει! Τίποτα! Οι αστυνομίες πού να προλάβουν. Έπρεπε, κάθε μέρα, να τρέχουν στα συλλαλητήρια και να τρώνε ξύλο από τους κομμουνιστές. Μόλις έγινε η «επανάσταση», το κακό σταμάτησε με το μαχαίρι. Το αυτοκίνητο από τότε ήταν πεντακάθαρο.

«Να τι θα πει επανάσταση. Όλοι οι άνθρωποι έχουν βρει την ησυχία τους. Οι εφημερίδες πια δεν γράφουν ό,τι θέλουνε. Τα λεωφορεία δεν κάνουν απεργίες. Γιατί, βρε παιδάκι μου, δεν σ’ αρέσει το καλό του τόπου μας;»

…Επίλογος

Οι φυλακές είχανε γεμίσει και δεν χωράγανε άλλους. Όταν φτάσαμε στην Αίγινα, δεν είχανε κρεβάτια και μας δώσανε δυο σανίδες και δυο κουβέρτες. Οι παλιοί λέγανε πως όπου να ‘ναι θα δοθεί και μια αμνηστία για να βγάλουνε τουλάχιστον αυτούς που είχανε πιάσει κατά τύχη. Πράγματι, δόθηκε κάτι που το λέγανε αμνηστία, φύγανε αυτοί που είχανε πιαστεί κατά τύχη κι εμείς μείναμε στη φυλακή. Πάλι όμως δεν είχε χώρο. Ύστερα από τρεις μήνες, δώσανε απολυτήριο σε όσους από μας τύχαινε να ‘ναι η πρώτη φυλακή.

Έγινε όμως κάτι περίεργο. Μόλις υπογράψαμε το απολυτήριο, μας περάσανε πάλι τις χειροπέδες και, με τεράστια συνοδεία, μας βάλανε στη γραμμή δυο-δυο και – με το απολυτήριο στην τσέπη – μας πήγανε ξανά στην Ασφάλεια. Κάποιος από μας είχε καρφιτσώσει το απολυτήριο στον κόρφο του και φώναξε μέσα στο πλοίο που μας πήγαινε από την Αίγινα στον Πειραιά:

«Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί; Τώρα για τις χειροπέδες θα μου πείτε «ψιλά γράμματα!». Κι εσείς έχετε, αλλά δεν τις βλέπετε».

Η συνοδεία δεν του είπε τίποτα.

Στην Ασφάλεια μάς ζητάγανε δηλώσεις μετανοίας. Από μας κανείς δεν υπέγραψε. Τους πάνω από τα τριάντα τους στείλανε εξορία. Τους υπόλοιπους, ύστερα από αρκετές μέρες στην Ασφάλεια, μας άφησαν ελεύθερους, με την υποχρέωση να δίνουμε δύο φορές παρόν στην Ασφάλεια.

Είχα και δύο τελευταίες συζητήσεις με τον Γκραβαρίτη και τον Καραπαναγιώτη. Ο Γκραβαρίτης μού έλεγε πως ό,τι έγινε, έγινε και πρέπει να το ξεχάσουμε. «Πάνε αυτά, περάσανε, τώρα είμαστε φίλοι!». Δεν φταίει αυτός. Τι να σου κάνει; Υπάλληλος είναι, έχει γυναίκα και δύο παιδιά. Τι νομίζω πως παίρνει; Πενταροδεκάρες. Ύστερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας δεν μπορεί να πάρει ένα δεύτερο πουκάμισο· κι αυτός προλετάριος είναι, που τον εκμεταλλεύονται άλλοι. Βγάζει όλη τη δουλειά αυτός και τελικά ο Καραπαναγιώτης παίρνει τους βαθμούς. Έτσι του ‘ρχεται να δώσει μια κλωτσιά και να τα παρατήσει όλα, να γίνει αλήτης και να κοιμάται κάτω από τις γέφυρες. Καλύτερα θα ‘ναι. Εμένα πολύ μ’ έχει εκτιμήσει και μ’ έχει παραδεχτεί. Ό,τι θέλω, στη διάθεσή του. Να περνάω να τον βλέπω, να πίνουμε καφέ και κανένα βραδάκι να πάρουμε τις γυναίκες μας και να πάμε να πιούμε κανένα κρασάκι. Να γνωριστούμε και οικογενειακώς.

Ο Καραπαναγιώτης μ’ αποχαιρέτησε αλλιώς.

«Είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω που σ’ αφήνω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δεν σε χώνεψα. Μη γελαστείς και νομίσεις πως μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Έχω διαταγές για όλα όσα κάνω», μου έδειξε ένα ντοσιέ. «Εγώ εκτελώ διαταγές και δεν μ’ ενδιαφέρει η πολιτική. Όποια κυβέρνηση και να ‘ναι, δεν μ’ ενδιαφέρει. Εγώ διαταγές εκτελώ. Μη νομίσεις πως θα σε στείλω στην εξορία για να μου κάνεις τον ήρωα. Δεν είμαι τρελός να δώσω στελέχη στο ΚΚΕ. Και πέντε χρόνια να μείνεις εξορία, θα γυρίσεις επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μη νομίσεις πως τώρα είσαι ελεύθερος, φυλακή είσαι πάλι, αλλά με πιο μεγάλη αυλή. Κιχ να κάνεις, χάθηκες. Στη φυλακή είχες μάσες, ξάπλες, φούμες, όλα τζάμπα. Άντε τώρα να δουλέψεις, να βγάλεις το μεροκάματο, και τα λέμε. Να δούμε αν θα μείνει καιρός για πολιτική. Λοιπόν, τελευταία συμβουλή: μακριά από το θέατρο. Να αλλάξεις επάγγελμα, να γίνεις υπάλληλος, να νοικοκυρευτείς. Να ‘χεις μια τακτική ζωή. Παρέες και τέτοια κομμένα. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς. Αν τυχόν σε ξαναφέρουνε εδώ, έχεις τον λόγο της τιμής μου: χάθηκες. Τώρα μπορείς και περπατάς. Ε, την άλλη φορά δεν πρόκειται να ξανασηκωθείς. Στρίβε.»

Υστερόγραφο

Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταράτσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνομίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sunday Times, ότι «αυτές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς».

✳︎

[Ευχαριστίες στον φίλο Μανώλη Γιούργο στο fcbk

[από τις ρίζες του μισογυνισμού·

09/08/2022 § Σχολιάστε

Η κάρα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Διαβάστε το μίσος, που ξεχειλίζει ο λόγος του Ιωάννη του Χρυσόστομου για τις γυναίκες:

«Οι γυναίκες, όταν υποτάξουν κάποιον στην εξουσία τους, τον καθιστούν ευκολο- κυρίευτο από τον Διάβολο, περισσότερο απρόσεκτο, ζωηρότερο, αδιάντροπο, ανόητο, οξύ- θυμο, θρασύ, ενοχλητικό, ταπεινό, απότομο, ανελεύθερο, δουλοπρεπή, αυθάδη, φλύαρο και με μια λέξη όλα τα γυναικεία ελαττώματα, τα οποία έχουν αυτές, τα αποτυπώνουν στην ψυχή του. Είναι λοιπόν αδύνατον εκείνος ο οποίος διαρκώς βρίσκεται μαζί με γυναίκες με τόση συμπάθεια και μεγαλώνει με τη συναναστροφή τους, να μην γίνει αγύρτης και αργόσχολος και μηδαμινός. Κι αν λέει κάτι, όλα θα είναι λόγια των αργαλειών και των μαλλιών, επειδή η γλώσσα του θα έχει μολυνθεί από το είδος των γυναικείων λόγων. Και αν κάνει κάτι, το κάνει με πολλή δουλοπρέπεια, επειδή βρίσκεται μακριά από την ελευθερία, η οποία αρμόζει στους χριστιανούς και για κανένα σπουδαίο κατόρθωμα δεν είναι χρήσιμος»¹

«[…]Γενικά η γυναίκα είναι ένα σκουλήκι που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, ο εχθρός της ειρήνης. Ο κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος: είναι ελα- φρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απʼ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες. Φορτώνεται με κοσμήματα, πουδράρει το πρόσωπό της, βάφει τα μάγουλά της με κοκκινάδι, βάζει μυρωδικά στα ρούχα της κι έτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα για τον εκ- μαυλισμό των νέων. Όσος και να είναι ο πλούτος δεν επαρκεί να ικανοποιήσει τη γυναικεία επιθυμία. Μέρα και νύκτα η γυναίκα δεν σκέπτεται τίποτε άλλο παρά το χρυσάφι και τα πο- λύτιμα πετράδια, τα πορφυρά υφάσματα και τα κεντήματα, τις κρέμες και τα αρώματα. 

»Αν δεν υπήρχε η σεξουαλική επιθυμία, κανένας άνδρας με τα σωστά του δεν θα ήθελε να μοιράζεται το σπίτι του με μια γυναίκα και να υφίσταται τις επακόλουθες ζημιές, παρά τις οι- κιακές εργασίες που εκτελεί».²

_____________
¹ Δ ́ Λόγος «περί Νηστείας και Σωφροσύνης». 

² «Προς τους έχοντας παρθένους συνεισάκτους» 

✳︎
 

[ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΖΑΡΗΣ / ΜΙΣΟΣ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ /Διαδικτυακό Περιοδικό freeinquiry.gr 

[ο Γκοντάρ στον «αντισυστημικό» ρωσόφιλο γαλαξία·

27/06/2022 § Σχολιάστε

Η δυτική αισθητική, ο Γκοντάρ και ο Ζελένσκι

Ο ©Νικόλας Σεβαστάκης στο lifo.gr »»»

«Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΖΕΛΕΝΣΚΙ στο Φεστιβάλ των Καννών είναι προφανής, αν την εξετάσουμε από την άποψη αυτού που ονομάζεται “σκηνοθεσία”: ένας κακός ηθοποιός, ένας επαγγελματίας κωμικός υπό το βλέμμα άλλων επαγγελματιών οικείων επαγγελμάτων. Νομίζω ότι έχω πει κάτι ανάλογο πριν από πολύ καιρό. Χρειάστηκε έτσι η σκηνοθεσία του νιοστού παγκόσμιου πολέμου και η απειλή μιας ακόμη καταστροφής για να μάθει ο κόσμος ότι οι Κάννες είναι ένα εργαλείο προπαγάνδας, όπως όλα τα άλλα. Προπαγανδίζουν τη δυτική αισθητική…»

Έτσι σχολίασε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ την παρέμβαση του Ουκρανού Προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Φεστιβάλ των Καννών. Και συμπλήρωσε με μια αναφορά στα «συμφέροντα» και τους πολέμους, ανατρέχοντας στην Ιστορία, από τον Βρούτο μέχρι τον Μπάιντεν και τον Πούτιν.

Δεν έχει, νομίζω, τόση σημασία η ενθουσιώδης υποδοχή των λόγων του Γκοντάρ από ιστολόγια και φόρουμ του δικού μας «αντισυστημικού» ρωσόφιλου γαλαξία, όπου, έτσι κι αλλιώς, ο Ζελένσκι ήταν απεχθής εξαρχής. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει αυτή η παράξενη αναφορά στη δυτική αισθητική. Τι σημαίνει αυτό; Γιατί κάποιος με λίγες γνώσεις της πολιτισμικής ιστορίας των χρόνων από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα θα μπορούσε να κάνει την άβολη σκέψη ότι μέρος της δυτικής αισθητικής ήταν και ο ίδιος ο Γκοντάρ. Όχι ως συγκεκριμένος σκηνοθέτης της πρωτοπορίας αλλά ως ένας από τους καλλιτέχνες-γκουρού του ανθηρού και ευπώλητου προϊόντος που ονομάστηκε «γαλλικός μαοϊσμός». Που ήταν βέβαια κάτι άλλο από την κινέζικη, πρωτότυπη εκδοχή, κάτι εξαιρετικά γαλλικό και ευρωπαϊκό στα συστατικά του. Και θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι η ίδια η σαρωτική, ειρωνική ή απομυθοποιητική επίθεση στη δυτική αισθητική ήταν (και είναι ακόμα) ένα σημαντικό μέρος της δυτικής κουλτούρας.

Ας πούμε ότι από το 1968 (σχηματικά) και μέχρι τις μέρες μας η «δυτική αισθητική» θα περιέχει και το πανκ και τις αυτοδιαχειριστικές κολεκτίβες και τους αριστερισμούς των διανοουμένων και τις παλιότερες και σύγχρονες θεωρίες για το τέλος ή τον θάνατο της Δύσης. Δηλαδή, εκτός από τις επίσημες σκηνές της ποπ αισθητικής, η δυτική αισθητική θα φιλοξενεί και τους πειραματικούς κάθε λογής, τους αναγνώστες του Λακάν, εκείνους που μυθοποίησαν την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα αλλά και τους συντηρητικούς και φιλελεύθερους που πήραν αργότερα τη ρεβάνς.

Ο Γκοντάρ ήρθε όμως τώρα απλώς να συναντήσει όλους εκείνους που, κατά βάθος, θεωρούν τον Βολοντίμιρ Ζελέσνκι βασικό υπαίτιου του κακού. Γιατί; Γιατί με κάποιον τρόπο ο Ζελένσκι, παρότι «κακός ηθοποιός», πείθει περισσότερο για την αλήθεια αυτού του συγκεκριμένου πολέμου. Και γιατί επίσης ο Ουκρανός Πρόεδρος χρησιμοποιεί όντως την ποπ αισθητική για να δώσει ζωντάνια σε εκείνους τους πολιτικούς και ηθικούς συμβολισμούς της Δύσης που είχαν ξεθυμάνει ή είχαν σκεπαστεί κάτω από τους κυνισμούς της ψευτο-ρεαλιστικής πολιτικής και των συμβολαίων με την Gazprom.

Και κάτι ακόμα, ενοχλεί εκείνους που θεοποίησαν την κατεδαφιστική επίθεση του ιερού τέρατος Γκοντάρ στις Κάννες στον Ουκρανό Πρόεδρο: το ότι αυτή η ποπ αισθητική αποκτά νόημα ως στήριγμα και ενθάρρυνση μιας δημοκρατικής αυτοάμυνας που υπερβαίνει πλέον το Ουκρανικό και τον ίδιο τον Ζελένσκι.

Θα πει κανείς πως ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι η κληρονομιά μιας γενιάς που την καθόρισε η επιθυμία για πάση θυσία αντικομφορμισμό. Δεν έχει, άλλωστε, κάτι πρωτότυπο η επίθεση στις Κάννες ή σε οποιαδήποτε επίσημη διοργάνωση όπου ο κόσμος του θεάματος βραβεύει και βραβεύεται λέγοντας συνήθως καλά, συγκινητικά, στρατευμένα λόγια. Υπάρχει πάντα ο πειρασμός της άρνησης των τελετών και ακόμα περισσότερο ο πειρασμός να επιτεθείς σε κάποιον που η συγκυρία τον έχει ανεβάσει ψηλά.

Θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μια χειρονομία κριτικής σκέψης, μια δήλωση πνευματικής ανεξαρτησίας, ένα αίτημα ριζοσπαστικής διαφωνίας. Να όμως που όλα αυτά –η πνευματική ανεξαρτησία, η κριτική σκέψη‒ είναι κεκτημένα της «δυτικής αισθητικής». Αυτό δηλαδή που ο Γκοντάρ βλέπει με την περιφρόνηση του μεγάλου, ανατρεπτικού μαέστρο, αυτό το ίδιο αναπτύσσεται μέσα σε αυτή την καταραμένη αισθητική.

Και η μεγάλη διαφορά μεταξύ του κακού ηθοποιού της Ουκρανίας και του τυράννου της Μόσχας –αυτή η διαφορά που την καταργεί κανείς κάτω από κοινότοπες κουβέντες περί συμφερόντων και προπαγάνδας– είναι ότι ο κόσμος του Ζελένσκι δεν ξαναστήνει τον ολοκληρωτισμό στα πόδια του. Έχει κι αυτός τις τεχνικές επικοινωνίας, τη «σκηνοθεσία», την αισθητική του επιμέλεια. Προφανώς, μόνο που αυτή η αισθητική δεν οδηγεί στην ισοπέδωση πόλεων, στη δικτατορία και στο καθεστώς του φόβου.

Με μια λέξη: στον κόσμο του Βλαντίμιρ Πούτιν το συμβάν Γκοντάρ δεν θα υπήρχε ή θα δυσκολευόταν να αποφύγει την αναγκαστική σιωπή. Ή, αν υπήρχε, θα ήταν ο κακός ηθοποιός ενός νάρκισσου αντισυστημισμού που όλους αυτούς τους μήνες υπηρετεί –από την άνεση των δυτικών καναπέδων‒ τον κυνισμό του Κρεμλίνου.

 

[τι ζήσαμε ·

27/06/2022 § Σχολιάστε

Where Am I?

You are currently browsing the πολιτισμού category at αγριμολογος.