[το Πουλί πάει, πέταξε·

11/02/2025 § Σχολιάστε

Τάκης Οικονομόπουλος (19 Οκτωβρίου 1943 – 10 Φεβρουαρίου 2025)

Νοσηλευόταν από το Σάββατο 1η Φεβρουαρίου έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη, μια εβδομάδα μετά τον θάνατο του «στρατηγού» Μίμη Δομάζου, στου οποίου την κηδεία παρέστη υποβασταζόμενος. Μετά το εγκεφαλικό μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό όπου παρέμενε διασωληνωμένος με εγκεφαλική αιμορραγία.

Πέθανε χτες, 10 Φεβρουαρίου 2025 σε ηλικία 81 ετών.

Θλίψη.

περισσότερα: wikipedia > > 

[περί των αποκριάτικων παρελάσεων·

02/02/2025 § Σχολιάστε

Καμήλα και καμηλιέρηδες στην Αθήνα (© Αρχείο ΕΡΤ) / Συλλογή Πέτρου Πουλίδη, κωδ. 0000001412/1.1.9.2) 

Οι παρελάσεις (1887-1920)

Οι πομπές αποτελούσαν μια κοινή πρακτική σε διάφορες περιστάσεις στις πόλεις της πρώιμης νεότερης εποχής τόσο στη δυτική Ευρώπη όσο και στην θωμανική υτοκρατορία. ερίφημη ήταν η παρέλαση των συντεχνιών της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι τεχνίτες των ευρωπαϊκών πόλεων συμμετείχαν σε πομπές κατά τη γιορτή της συντεχνίας τους, σε υποδοχές επισήμων κ.λπ. Από τις πομπές αυτές δεν απουσίαζε το καρναβαλικό στοιχείο, ενώ οι παρελάσεις αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο του δυτικού καρναβαλιού των πόλεων.

Στις περιοχές που αποτελούσαν το ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε παράδοση αποκριάτικων παρελάσεων, και μάλλον περιορισμένες ήταν και οι πολιτικές και συντεχνιακές πομπές έξω από τα πρώην βενετικά εδάφη. Ωστόσο, το «πομπικό στοιχείο» υπήρχε στις μασκαράτες που αναπτύχθηκαν στην Aθήνα κατά τον 19ο αιώνα, στις οποίες η θεατρικότητα συνδυαζόταν με την κίνηση ανά την πόλη για να παρασταθεί παντού η μασκαράτα. Έχει ενδιαφέρον, επίσης, να παρατηρήσουμε ότι στη δεκαετία του 1880, ταυτόχρονα με τις αποκριάτικες παρελάσεις, καθιερώνονται στην Aθήνα και οι προεκλογικές διαδηλώσεις· επιπλέον, στις πηγές μας καταγράφονται διάφορες μορφές πομπής στις γιορτές των επαγγελματικών σωματείων, που ιδρύονται επίσης στα τέλη του 19ου αιώνα. Μοιάζει, λοιπόν, οι αποκριάτικες παρελάσεις να εντάσσονται σε μια γενικότερη τάση ανάπτυξης της συλλογικής μετακίνησης πλήθους στην πόλη στα 1880-1900.

Η καθιέρωση των αποκριάτικων παρελάσεων στην Aθήνα είχε σαφώς ως πρότυπο τις παρελάσεις που γίνονταν στην Iταλία και στη Γαλλία, σε πόλεις όπως η Nίκαια και η Βενετία, όπου είχε αναπτυχθεί μια πλούσια παράδοση λαμπρών αστικών θεαμάτων και ζωηρού δημόσιου και ιδιωτικού εορτασμού της Aποκριάς. O Aμπού είχε αναφερθεί μάλλον υποτιμητικά στις αθηναϊκές Aπόκριες του 1852: «Tο καρναβάλι γιορτάζεται στην Aθήνα όπως στο Pριβά, στη Μορτάν και σε όλες τις μικρές πόλεις του κόσμου». Αν μια τέτοια σύγκριση θεωρούνταν κολακευτική στο Ναύπλιο αμέσως μετά την Επανάσταση, στην Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα το ζητούμενο ήταν η αλλαγή κατηγορίας και η αναβάθμιση της πόλης στον φαντασιακό χάρτη των σημαντικών πόλεων του πολιτισμένου κόσμου· θυμίζουμε ότι λίγα χρόνια αργότερα η Αθήνα φιλοξένησε τους πρώτους λυμπιακούς Αγώνες. Εύγλωττοι σχετικά ήταν οι πανηγυρισμοί για την επιτυχία της παρέλασης του 1888, η οποία ανέδειξε την Αθήνα σε «κέντρον και πρωτεύουσα των τοιούτων εορτών εν τη Ανατολή». H φιλοδοξία αναβάθμισης της Αθήνας αποτελούσε, βεβαίως, έκφραση της νέας αυτοπεποίθησης που φαίνεται να αποκτά η αθηναϊκή αστική τάξη, στα συμφραζόμενα και της σημαντικής μεγέθυνσης της Αθήνας κατά τις δεκαετίες του 1870 και του 1880.

Επιπλέον, η επένδυση της ηγεμονίας με ευρύτερα αιτήματα και προσδοκίες μπορεί να έχει και κάποιες υλικές πλευρές. Το ιδεώδες του «εξευρωπαϊσμού», ο στόχος της δημιουργίας ενός δημόσιου καρναβαλιού «πολιτισμένου», συνδέθηκε με ένα όραμα ένταξης της Aθήνας στις μεσογειακές πόλεις με σημαντικό καρναβάλι, που γινόταν πόλος προσέλκυσης επισκεπτών. Άλλωστε η άνοδος της Νίκαιας στη θέση του διεθνούς κέντρου των αποκριάτικων θεαμάτων ήταν πολύ πρόσφατη, και βεβαίως προϊόν σχεδιασμένης προσπάθειας. Οι Αθηναίοι ήδη είχαν κάποια εμπειρία από τα οικονομικά οφέλη τού μικρής κλίμακας τουρισμού της εποχής, και το κίνητρο της προσέλκυσης περιηγητών από το εξωτερικό, ομογενών από την ανατολική Μεσόγειο και επαρχιωτών από την Ελλάδα θα πρέπει να εμφανιζόταν αρκετά ισχυρό. H σύνδεση της αναμόρφωσης της αποκριάτικης κουλτούρας με την προσέλκυση επισκεπτών στην πόλη και την αύξηση της κατανάλωσης ήταν έκδηλη από την πρώτη στιγμή: το δημοτικό συμβούλιο συνυπολόγισε, στην απόφασή του να ενισχύσει οικονομικά το πρώτο κομιτάτο, ότι ο τρόπος εορτασμού που επιδιώκει όχι μόνο «προώρισται να επιδράση επί της καλαισθησίας των πολιτών, να γένηται πρόξενος της αληθούς ψυχαγωγίας και τέρψεως», αλλά και θα «προπαρασκευάση εν τω μέλλοντι την υλικήν του τόπου ωφέλειαν».

Όπως το έθετε ένας φαρμακοποιός το 1914, έλαβε μέρος στον έρανο που διενεργούσε μεταξύ των μαγαζατόρων η επιτροπή διοργάνωσης της παρέλασης για «να παρουσιάζονται αι Αθήναι μεγαλούπολις, να πίπτη χρήμα».[…]»

*

[Απόσπασμα από: ©Νίκος Ποταμιάνος, «Της Αναίδειας Θεάματα» ―Κοινωνική Ιστορία της Αποκριάς. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020

[λείψανα κ.α.

26/01/2025 § Σχολιάστε

Η λατρεία των ιερών λειψάνων είναι ένα φαινόμενο που κουβαλά αιώνες ιστορίας και πίστης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια από τις πιο περίπλοκες πτυχές της θρησκευτικής παράδοσης. Από τη χριστιανική πλευρά, τα λείψανα θεωρούνται ιερά αντικείμενα, γεμάτα χάρη και θαυματουργικές ιδιότητες. Όμως, πίσω από τη θρησκευτική δέσμη, ξετυλίγεται ένα πιο κοσμικό και, ενίοτε, εμπορικό αφήγημα.

Η χριστιανική λειψανολατρεία φαίνεται να είναι η φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής ηρωολατρείας. Στην αρχαία Ελλάδα, οι ήρωες τιμούνταν ως ενδιάμεσοι μεταξύ ανθρώπων και θεών, ενώ τα οστά τους συχνά θεωρούνταν φυλακτά που μπορούσαν να προστατεύσουν πόλεις ή να προσδώσουν δύναμη σε στρατούς. Αυτή η αντίληψη δεν εξαφανίστηκε· μεταλλάχθηκε και ενσωματώθηκε στη χριστιανική παράδοση, όπου οι άγιοι και τα λείψανά τους απέκτησαν τον ίδιο ρόλο – πηγές θαυμάτων και προστασίας.

Όσο όμως αυξανόταν η ζήτηση για ιερά λείψανα, τόσο αυξανόταν και η πιθανότητα εκμετάλλευσης. Τον Μεσαίωνα, η ζήτηση νεκρών αγίων ήταν τέτοια που εμφανίστηκαν τεράστιες αγορές λειψάνων. Κομμάτια οστών, τρίχες, ακόμα και ρούχα αποδίδονταν σε αγίους, με τους εμπόρους να τροφοδοτούν την ανάγκη για πίστη – και κέρδος. Οι πιο «δημοφιλείς» άγιοι, όπως ο Άγιος Γεώργιος ή η Αγία Βαρβάρα, φαίνεται να είχαν περισσότερα λείψανα διασκορπισμένα ανά τον κόσμο από ό,τι θα μπορούσαν να αντέξουν οι φυσικοί τους σκελετοί.

Η απάτη των ιερών λειψάνων δεν είναι μυστικό. Ιστορικοί και θεολόγοι συχνά αναγνωρίζουν ότι η ανάγκη για θρησκευτικά σύμβολα και θαύματα άνοιξε τον δρόμο για πλαστογραφίες και απάτες. Αλλά η ουσία του φαινομένου ίσως να μην βρίσκεται μόνο στην αυθεντικότητα των λειψάνων, αλλά στο τι αντιπροσωπεύουν. Όπως και η ηρωολατρεία, η λειψανολατρεία αντανακλά την ανθρώπινη ανάγκη να συνδεθεί με το θείο, να βρει ελπίδα και παρηγοριά.

Παρόλα αυτά, ο κυνισμός της εμπορικής εκμετάλλευσης της πίστης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όταν η αυξανόμενη ζήτηση για νεκρούς αγίους μετατρέπεται σε μια αγορά όπου ο θείος συναντά τον κερδοσκοπικό, δημιουργείται ένα αμφιλεγόμενο αφήγημα που δεν αφορά μόνο την πίστη, αλλά και την ανθρώπινη φύση – και την τάση μας να αναζητούμε το ιερό, ακόμα και μέσα από τα πιο αμφιλεγόμενα μέσα.

[Islam and… democracy?

11/01/2025 § Σχολιάστε

Ζητηματα Ελευθεριας

Answer: You would not survive more than a few (democratically, of course…) hours

Beware!

Where Am I?

You are currently browsing the πολιτισμού category at αγριμολογος.