Η Φαουστίνα των κυμάτων

28/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Φαουστίνα των κυμάτων

Του Γιάννη Τριάντη

[Αρχές του 2001: Δεκαεπτά άνθρωποι πάλευαν δώδεκα μερόνυχτα με τα κύματα, για να φτάσουν με μια παλιόβαρκα από τον Άγιο Δομήνικο στο Πουέρτο Ρίκο. Στην αρχή χάλασε η πυξίδα, μετά άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες σε βενζίνη, τρόφιμα και νερό. Η Φαουστίνα Μερσέντες, ετών 31, έσωσε τους συνεπιβάτες της με το μητρικό της γάλα: Έπειτα από 288 μαρτυρικές ώρες στη θάλασσα, οι επίδοξοι μετανάστες είδαν επιτέλους στεριά. μόνο που δεν ήταν το Πουέρτο Ρίκο. «τα ρεύματα τους είχαν παρασύρει πίσω στον Άγιο Δομήνικο…»]

Τέτοια διαβάζεις και τυλίγεσαι στην «εύφορη σιγή» της συγκινήσεως… Κρυφά σκουπίζεις τα μάτια και βγαίνεις στο δρόμο για να πεις την ιστορία της Φαουστίνας στους περαστικούς. Της Δομινικανής που έδινε μεσοπέλαγα το γάλα της στους δεκάξι ντεσπεράντος, οι οποίοι πάσχιζαν να ζήσουν ανάμεσα στα κύματα της Καραϊβικής, φρυγμένοι, βουλιαγμένοι στη μοίρα τους, απελπισμένοι…
Σταγόνα σταγόνα το γάλα της, λεχώνα-τροφός, άγγελος, γεννήτωρ για δεύτερη φορά, ρότα ζωής στο πουθενά, η Φαουστίνα των κυμάτων. Η αδερφή της, συνεπιβάτης στη σκουριασμένη βάρκα της ελπίδας, μεταλάβαινε τελευταία τις σταλιές της ζωής, το γάλα της αδερφής της. Και κρατούσε μια σταγόνα στο στόμα της για να την επιστρέψει στο στόμα της Φαουστίνας. Ένα φιλί ζωής, αντίδωρο, μια σταλίτσα γάλα, μαργαριτάρι που επέστρεφε στο κέλυφός του…
Άργότερα, στο μπαλκόνι της Καραϊβικής, η Φαουστίνα κρατούσε σφιχτά την κόρη της στην αγκαλιά της, κοίταζε αμίλητη τη θάλασσα κι έλεγε στο παιδί της παραμύθια και τραγούδια της στιγμής, πότε δακρύζοντας, πότε χαμογελώντας. Η Φαουστίνα των κυμάτων…

***

[από το βιβλίο του Γιάννη Τριάντη «Ούτε Τύμπανα, Ούτε Τρομπέτες», εκδόσεις Ίκαρος, 2005]

Photo©Rick Loomis / Los Angeles Times

απλά πράγματα

26/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο απλά πράγματα

Τα πράγματα στον Tlön αναπαράγονται· έχουν επίσης την τάση να σβήνονται ή να χάνουν τις λεπτομέρειές τους όταν οι άνθρωποι τα ξεχνούν. Κλασικό παράδειγμα με το κατώφλι που υπήρχε μόνο όσο καιρό καθόταν εκεί ένας ζητιάνος, κι εξαφανίστηκε όταν ο ζητιάνος πέθανε.
[Χ.Λ.Μπόρχες, Ficciones, μτφρ. Α.Κυριακίδης]

.

Στις πεντέμισι. Κάθε πρωί με το σκυλάκι, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα έντεκα τον συνόδευε ένα μαυριδερό γαλλικό μπουλντόγκ που πέθανε από προστάτη. Συνεχίζει έως σήμερα τις βόλτες του με το δεύτερο, επίσης γαλλικό, λευκό αυτή τη φορά μπουλντόγκ που έχει ακόμα τέσσερα-πέντε χρόνια ζωής πριν τον αποχαιρετήσει κι αυτό λόγω προστάτη. Όπως μου εξήγησε τις προάλλες καθώς συζητούσαμε ένα απόγευμα, τα περισσότερα αυτής της ράτσας πεθαίνουν πρόωρα· γύρω στα δέκα, το πολύ έντεκα χρόνων, από την ίδια αρρώστια –Αν συνεχίσω να ζω αφού πεθάνει κι αυτό, θα υιοθετήσω άλλο της ίδιας ράτσας, θα είναι το πέμπτο που θα μου προσφέρει πιστά κι ανιδιοτελώς τη συντροφιά του,  είπε χαμογελώντας. Τα βήματα του Pierre -το βλέπω· έχουν βαρύνει, όμως, συνεχίζει να σηκώνει τη μαγκούρα χαιρετώντας με όταν με βλέπει από μακριά. Όταν συναντιόμαστε, το σκυλάκι του τελευταία, με υποδέχεται με λιγότερη σπιρτάδα· ενήλικας πια, διακρίνει κανείς μια σοβαρότητα, μια αδιόρατη θλίψη στα γλυκά μαύρα του μάτια.

.

Γιώργος Μίχος, Σε Απόσταση Αγράφου Ποιήματος

22/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Μίχος, Σε Απόσταση Αγράφου Ποιήματος

Δεν είστε η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάνσεκα, γιατί η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάνσεκα, πρόσωπο υπαρκτό ή όχι, είναι άλλη. Γιατί δεν ανήκει στον κόσμο σας τον σαπισμένο από τη ματαιοδοξία, αλλά στην ιστορία εκείνη τη μετά θάνατον, που χωρίς να πληγώνει καταγράφει τους μεγάλους έρωτες. Γιατί αυτή η άλλη δεν συχνάζει στα λουπανάρια της φήμης, γιατί τον ξέρει ως όνομα και όχι ως επώνυμο και δε δίνει δεκάρα για την ύπαρξή της στο ποίημα, αλλά μετράει τις ανάσες του. Και το σπουδαιότερο, γιατί τα πήρε όλα επειδή ακριβώς δεν καταδέχτηκε να ζητήσει τίποτα. Και σ’αυτόν που δεν καταδέχεται να ζητήσει τίποτα μπορείς να χαρίσεις έναν κόσμο, ας είναι και με ποιήματα. Ενώ σ’ εκείνον που ζητάει μπορείς να δώσεις μόνο την τιμή του πληρωμένου έρωτα της αγοράς. Η χυδαιότητα της ψυχής δεν έχει μνήμη και θέλει διαρκή ερεθισμό από τη δημοσιότητα. Ανοίγει τα πόδια ή εκβιάζει ανάλογα το στιχοπλόκο για μια παρουσία. Και τρέχει να πει ευχαριστώ ως τη λήξη του ερεθισμού. Ζωή γραφιάδων δεύτερης κατηγορίας. Οι συνοδοί των επωνύμων μπορούνε να κολυμπάνε ελεύθερα στη λάσπη των βρώμικων βλεμμάτων του κοινού, αλλά δεν θα ήθελε σαν ποιητής αυτό που δεν μπορεί να έχει σαν άντρας. Συγχωρήστε τον γι αυτή του την αδυναμία. Μπορείτε να ζείτε σαν παράσιτο στις λέξεις των ποιημάτων στο βαθμό που αποβλέπετε κατά το μέτρο της βαραβαρότητάς σας να νομίζετε ότι το κρεβάτι του ποιητή είναι η τελική αλήθεια του ποιήματος, αλλά δεν θα συγκατανεύσει στα άρθρα του συντάγματος του όχλου. Γιατί το ποίημα πριν απόλα είναι σεβασμός αποστάσεων και ο καθένας γίνεται μέτοχός του όταν βρίσκει μέσα του το υλικό που το στηρίζει κι όχι στην προσωπική ζωή του ποιητή. Πάρτε τη χυδαιότητά σας από μπρος του. Η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάσενκα θα είναι πάντα άλλη και δεν θα γίνει ποτέ μέρος της χαμηλής σας ύπαρξης όσο δεν γίνεστε η άλλη του σεβασμού των αποστάσεων. Γιατί τότε θα θέλετε να είστε μόνο ο εαυτός σας. Δεν φτάνει η ψυχή σας στο οξυγόνο που αναπνέει. Δεν θα έχετε τη χαρά ούτε να δείτε καν τον ίσκιο αυτής που είναι η ήττα σας ή ότι άλλο ξερνάει η αφρώδης φαντασία σας. Γιατί είναι γι αυτόν σαν όνομα, κι ακόμα και για αυτόν είναι άλλη. Και πάντα σε απόσταση αγράφου ποιήματος.

***

Υγ: Γιώργο, γι’ αυτό βρε σ’ αγαπάω !

κάπως έτσι…

21/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κάπως έτσι…

περιγράφονταν το 2010 τα πράγματα, στη μικρού μήκους ταινία του Γιώργου Ζώη «Casus Belli»

…και στις Στάχτες

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.