μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή
14/10/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή

Στις κορυφές της λογικής
όπου η λογική αναδίνει
μια οσμή χώματος ύστερα από βροχή
η ανοιχτή πληγή της σκέψης μου
επουλώνεται
Λευτέρης Πούλιος
Ακόμα μια φορά οι γενικότητες του Ζίζεκ βρήκαν κατάλληλο, θολό τοπίο στο Αμέρικα / ύμνοι των αφελών προς τον μέγα του Μαρξ αναλυτή / περάσματα δίχως κόστος / με το «η βία θέλει βία» διότι «οι άνθρωποι είναι πέτρες», ο ποιητής ο Πούλιος δεν χάιδεψε ανέξοδα ανθρώπινα κοιτάσματα / οι λέξεις βλέπουν / που ο στόχος / που ο λιτός ο λόγος / όλοι αγανακτισμένοι / τραγούδια κιθάρες φυσαρμόνικες κινούν συναισθήματα / συμφωνώ / κάθε κλειστό κλείνεται στο σκοτάδι· κάθε ανοιχτό ανοίγει παράθυρο στο φως / αυτό, ξεχνιέται / κι η πόλη σου άσχημη / κι ο χρόνος χρεώνει / κι οι νόμοι γράφονται δίχως θαλπωρή / νόμοι ξαναγράφονται / που η αγανάκτηση για πλαστικές παραλίες, που κρύβεις τέτοιες διαμαρτυρίες / μπερδεμένος, εθισμένος και· που η αγανάκτηση στις δοσοληψίες / πως βάζεις όρια στη ρητορεία, στην επιτηδευμένη αφήγηση που αβιάστως υιοθετείς / «Να η Ελλάδα: ΚΑΓΧΑΣΤΕ! / Βλέπει όνειρα γεροντοκόρης στο χαυνωτικό της / ύπνο, αφημένη σε ασελγή και βέβηλα δάχτυλα» / κι αυτά ο Πούλιος / πόσο παρήγορο το «γνωρίζω» / πόσο παρήγορη η επίγνωση της ανεπάρκειας…
.
.
.
Photo© Arthur Bell,1969
«βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό»
12/10/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό»

Μία άποψη, του Δημήτρη Δανίκα
«Μίμης»
Αγαπητέ Μίμη.
Διαφωνώ με το χτεσινό σου «γράμμα σε σκεπτόμενο πολίτη». Και το εξηγώ. Με εργαλείο το ένστικτό μου και όχι με την δική σου ιδιαίτερη επεξεργασμένη πολιτική σκέψη. Με την αφή και όχι με το μυαλό. Γιατί αν η επεξεργασμένη σκέψη και η ευγλωττία των ελλήνων πολιτικών ήταν και είναι εκείνα τα «μέσα» που μας έσπρωξαν στον γκρεμό, τότε «συμφορά από το πολύ μυαλό». Οπως και ο τίτλος παλιού ρωσικού θεατρικού έργου που είχε ανεβάσει ο Λευτέρης Βογιατζής πριν από καιρό. Γιατί από το πολύ μυαλό μπήκαμε με θριαμβολογίες στην ευρωζώνη των ισχυρών. Ξεβράκωτοι από βιομηχανία. Ρακένδυτοι από ανταγωνισμό. Ξυπόλητοι από στοιχειώδη σύγχρονη ευρωπαϊκή κουλτούρα. Οπως θα έχεις αντιληφθεί, με κάθε δείκτη Βρυξελλών, η απόσταση που χωρίζει την ημιτριτοκοσμική Ελλάδα από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα είναι τόση όσο απέχει η Γη από τον ουρανό. Γιατί από το πολύ παμπόνηρο μυαλό φορτώσαμε το Δημόσιο με πελατειακό σύστημα δικομματικό. Γιατί με τάχα μου επαναστατικό μυαλό και μάλιστα κομμουνιστικό, όπως εσύ κι εγώ, βάζαμε πλάτη σ’ αυτό τον δημόσιο υπέρβαρο συρφετό. Γιατί με το ίδιο πάλι αριστερό μυαλό κάθε αίτημα εργατικό είναι ιερό. Ετσι με το ίδιο μυαλό διαπράτταμε τον εξής τερατικό συμψηφισμό: Ο προλετάριος της βιομηχανίας και ο εργατοϋπάλληλος της ιδιωτικής οικονομίας το ίδιο και αυτό με τον δημόσιο λαμόγιο το αραχτό. Πλαστογράφοι του μαρξισμού με πολύ μυαλό. Γιατί αντί να προωθήσουμε και να διαδώσουμε με κάθε τρόπο την στοιχειώδη υποχρέωση του καθενός να δηλώνει τα εισοδήματά του και να πληρώνει την εφορία, εμείς αθωώναμε εκατοντάδες χιλιάδες κοπρίτες και απατεώνες που κατακλέβοντας τον δημόσιο κορβανά έκαναν πάρτι σε βάρος κάθε μισθοσυντήρητου και σκληρά εργαζόμενου πολίτη. Γιατί τώρα με το ίδιο πολύ μυαλό, προσπερνάς την προσωπική ευθύνη του καθενός. Γιατί με τα ευρωομόλογα να ξεγλιστρήσουμε από το κακό. Που σημαίνει η οικονομία της Γερμανίας και την Ελλάδας στο ίδιο ταμείο και στην συνέχεια το σύνολο να διαιρεθεί κι έτσι η ισχυρότερη οικονομία να κοντύνει στο ύψος το ελληνικό. Ετσι με το δικό σου επεξεργασμένο πολιτικό μυαλό, καταλήγεις στην γνωστή διπλή επωδό. Από τη μια, για όλα φταίνε οι ξένοι για το κατάντημα το ελληνικό. Από την άλλη σωτηρία για την ελληνική οικονομία πάλι από την Ευρώπη των γαλλογερμανών. Τουτέστιν προστασία. Τουτέστιν εξάρτηση. Τουτέστιν νεοελληνική πονηριά. Τουτέστιν μετά απ’ όλα αυτά και άλλα πολλά που πρόκειται να μας βαρέσουν κατακούτελα στο μέλλον το κοντινό, από το πολύ μυαλό καταλήγουμε στο εξής ρητό: Αλλαξε ο Μίμης και φόρεσε τα ρούχα του αλλιώς!
[©Δημήτρης Δανίκας. «Το Βήμα»]
photo© Paul D’Amato, 1990
«η καρδιά μου σα στρείδι είναι κολλημένη»
24/09/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «η καρδιά μου σα στρείδι είναι κολλημένη»

ένα ταξίδι με «Το νησί με τη δοξασμένη πολιτεία» του Νίκου Εγγονόπουλου, που προσωπικώς, κι αντιθέτως με τη γνώμη της πλειοψηφίας –μου αρέσει μόνο η ποίησή του, εξάλλου… ή μάλλον ήθελα να πω, διότι η ψυχή, ή· «η καρδιά μου σα στρείδι είναι κολλημένη…» και διότι στο ποίημα το συγκεκριμένο όπου «ο αψύς αγέρας του Νησιού» και «η στοργή των ωραίων γυναικών του μούτανε μπάρσαμο ανεξάντλητο» -εμένα το μπάρσαμο το ανεξάντλητο καλοί μου φίλοι είναι Προϋπόθεση.
~ ~ # ~ ~
[η σελίδα του ποιήματος είναι παρμένη από το περιοδικό «η λέξη» τ. 179, 2004]
όταν βλέπεις πολλούς φίλους σου να μεταναστεύουν
23/09/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο όταν βλέπεις πολλούς φίλους σου να μεταναστεύουν

αφίσα από την ταινία του Γκούσταβ Χόφερ και του Λούκα Ραγκάτσι
Εκείνοι που αντιστέκονται
Του Μιχάλη Μητσού
Όταν η χώρα σου δεν πηγαίνει καλά, κι όταν βλέπεις πολλούς από τους φίλους σου να μεταναστεύουν, αρχίζεις μοιραία να αναρωτιέσαι: γιατί να μείνω σ’ έναν τόπο που έχει τόσα προβλήματα με την πολιτική του τάξη και που δεν προσφέρει στους νέους καμιά προοπτική, καμιά διέξοδο, καμιά ελπίδα; Κι αμέσως μετά θέτεις το αντίστροφο ερώτημα: αν όλος ο κόσμος φύγει, τι θα απογίνει αυτός ο τόπος;
Τα ερωτήματα αυτά, και ιδίως το πρώτο, είναι βέβαιο ότι απασχολούν τον τελευταίο καιρό πολλούς νέους στην Ελλάδα. Για παρόμοιους λόγους, όμως, τα έθεσαν δύο 35χρονοι Ιταλοί, ο Γκούσταβ Χόφερ και ο Λούκα Ραγκάτσι. Για να τα απαντήσουν, για να συμφιλιωθούν ουσιαστικά με την πατρίδα τους, διέτρεξαν όλη τη χώρα, από τα μικρά χωριά του Βορρά μέχρι τη Σικελία. Συνάντησαν ανθρώπους πικραμένους, απογοητευμένους, αγριεμένους. Μίλησαν όμως και με ανθρώπους που αντιστέκονται, που είναι αποφασισμένοι να μείνουν στη χώρα και να αγωνιστούν για να την αλλάξουν. Αυτοί τους ενδιέφεραν περισσότερο. Κι έτσι τους παρουσίασαν στην ταινία τους «Italy: Love it or Leave it», που έλαβε το πρώτο βραβείο στο πρόσφατο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Μιλάνου.
«Λένε συχνά στο εξωτερικό ότι όλοι οι Ιταλοί συμφωνούν με την κυβέρνησή τους και ότι κανείς δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει την κατάσταση», λέει ο Χόφερ στη «Λιμπερασιόν». «Πιστεύω, αντίθετα, ότι καμιά χώρα στην Ευρώπη δεν αντιστέκεται τόσο σθεναρά όσο οι Ιταλοί. Δείτε τις μεγάλες διαδηλώσεις των τελευταίων ετών εναντίον του νόμου για τη μετανάστευση ή υπέρ των γυναικών».
Οι δύο σκηνοθέτες δεν θα ξεχάσουν ποτέ έναν άνθρωπο που συνάντησαν στη Σικελία. Είχε καταθέσει εναντίον της Μαφίας στο δικαστήριο κι από τότε δεχόταν καθημερινές επιθέσεις. Το χωριό του, αντί να τον υποστηρίξει, οδήγησε στο περιθώριο τον ίδιο και την οικογένειά του. Θα είχε λοιπόν κάθε λόγο να σηκωθεί και να φύγει. Ομως όχι. Αν θέλεις να αλλάξεις τα πράγματα, τους είπε, πρέπει να μείνεις και να πολεμήσεις. Γιατί αν φύγεις, ποιος θα πάρει τη θέση σου; Εκείνοι τους οποίους πολεμούσες.
«Ζούμε σ’ ένα τεράστιο μπουρδέλο», συνεχίζει ο Χόφερ, «και δεν μιλάμε παρά για τα σκάνδαλα του Μπερλουσκόνι. Ο τύπος αυτός ανήκει όμως πλέον στο παρελθόν. Τώρα πρέπει να κινητοποιήσουμε τους τεράστιους πόρους που διαθέτουμε και να σκεφτούμε πώς πρέπει να είναι η Ιταλία σε είκοσι χρόνια».
Σε μια σκηνή της ταινίας, οι δύο πρωταγωνιστές μαθαίνουν γερμανικά, σαν να θέλουν να μεταναστεύσουν στο Βερολίνο, τη Γη της Επαγγελίας. Τι θα μπορούσαν να πάρουν οι Ιταλοί από το εξωτερικό και να το φέρουν στην Ιταλία; «Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να πάρεις από παντού. Σήμερα έχουμε περισσότερη ανάγκη από κοινωνική δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Γίναμε μια μέτρια χώρα. Στα 30 τους χρόνια, οι νέοι κερδίζουν 1.000 ευρώ τον μήνα και είναι υποχρεωμένοι να μένουν με τον μπαμπά και τη μαμά…».
~ ~ # ~ ~
[από «Τα Νεα»]