[Ήταν παιδιά, άκουσες;

26/01/2018 § Σχολιάστε

©Stratos Fountoulis, print/χαρακτικό σε λινόλεουμ 01.01.1998 – 10/18

Δεν μου είπες την αιτία. Βρισκόμασταν στον διάδρομο, μετά χωριστήκαμε. Ορισμένες φορές έχω την εντύπωση ότι μοιάζουμε. Δεν μιλάς. Θυμάμαι την φράση που μου είπες. Ποια φράση. Δεν θυμάμαι, θυμάμαι όμως το γλυκύτατό της ύφος, τη σημασία της φράσης που κουβαλούσα μαζί μου καιρό. Περίεργο. Ποιο το περίεργο.

Τελευταία έμπλεξες σε ονειροπολήσεις και λόγω γενναιοδωρίας του χαρακτήρα σου, δεν το παραδέχεσαι. Τι ακριβώς να παραδεχθώ.  Ακόμη να καταλάβεις.

Στο Πέσοβαρ του Πακιστάν. Η βάρβαρη επίθεση των Ταλιμπάν σε σχολείο -141 οι νεκροί, πάνω από 130 είναι παιδιά. Παιδιά· άκουσες; Π α ι δ ι ά !

Αλήθεια δεν ξέρω τι εννοείς. Μένω άφωνος, μη μου πεις· ακόμη και τώρα ονειροπολείς εις βάρος και εν μέσω της σημαντικής συζήτησής μας. Εγώ;  Εσύ.

Στο εξής θα σου τηλεφωνώ κάθε μεσημέρι υπενθυμίζοντάς σου την ύπαρξή μου. Η ζωή, σκέφτηκε, όχι τόσο η δική του, αλλά η πνοή της ίδιας της ζωής μέσα στην απροσδιοριστία της, είναι διαφορετική από τη ζωή ενός άψυχου πτώματος.

Όταν φανταζόταν τη ζωή μετά από έναν αποχαιρετισμό, ο χωρισμός ήταν πάντα ευγενής, γλυκός, διακριτικός, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι φεύγοντας άφηνε πίσω, έστω κι ένα ασήμαντο κομμάτι του δέρματός του κολλημένο στα μαλλιά της. Η ζωή ήταν μακριά από όλα, ξεχωριστή, πάνω και πέρα απ’ αυτά. Ήταν στιγμές, όταν ο χρόνος περνούσε, εκείνη· καθώς βρίσκονταν σε αμηχανία,  έβγαζε από την τσάντα ένα κομμάτι εφημερίδας, εκεί είχε γραμμένο τον αριθμό του δωματίου και τον κοιτούσε.

Φοβάμαι ότι, στο τετράδιο των σημειώσεων, θα ανακαλύψω σελίδες κενές. Σκιτσάρω με τη σκέψη σε εκείνη τη φιγούρα στον καφενέ, εννοώ δεν είναι σύνηθες να πιάνεις την ουσία της στιγμής -τώρα που το σκέφτομαι η φιγούρα δεν βρίσκονταν σε καφενέ, πιθανότατα σε στάση του τραμ. Η διστακτικότητα της μνήμης, όπως μετά από ένα ταξίδι επιστροφής. Φοβάμαι ότι ακόμη· δεν απάντησα στην αρχική φράση αυτού του μικρού κειμένου, εννοώ ότι το κάθε τι, κουβαλά την ματαιότητα στο γεγονός ότι πάντα φτάνει το τέλος, όλα τελειώνουν.

Λίγη κατανόηση.

*

©editorial aγριμολόγου στις Στάχτες 17.12.2014

[η αδυναμία διάκρισης είναι η καρδιά της παρακμής·

22/01/2018 § Σχολιάστε

Παράδειγμα: Μέρες δόξας για την άθλια κατάσταση στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα
για τα οποία δεν έγινε κανένα συλλαλητήριο, εδώ (φωτό) η σημερινή κατάσταση του Πολυτεχνείου….

Το στιγμιαίο συλλαλητήριο

Υπάρχουν σταθεροί τόποι. Τόποι γης. Με χώμα και πέτρες. Με θάλασσες και κάμπους. Τόποι γενέθλιας αναφοράς.
Υπάρχουν σταθεροί τόποι. Τόποι ιδεών. Βιωμάτων. Αγώνων. Ιστορίας. Τόποι συνείδησης.
Οι σταθεροί τόποι είναι η αφετηριακή και κινητήρια θέση μας. Γύρω τους υπάρχει ο θεμελιακός πυρήνας της ύπαρξής μας.
Η συζήτηση για το Σκοπιανό που επανέρχεται με προβληματισμό, ένταση και κραυγές ανακινεί αυτό το θεμελιακό, ακρογωνιαίο στοιχείο.
Τα δεδομένα της σημερινής κατάστασής μας είναι γνωστά. Και μόνο μέσα από την επίγνωση της πραγματικής ζωής, την επίγνωση του παρόντος μας, κατανοείται καλύτερα η αδυναμία χειρισμού των θεμάτων που συνδέονται και με εμάς και με τον κόσμο, όπως αυτό του Σκοπιανού – ή όπως το ονομάσουμε.
Ο ελληνικός λαός σήμερα είναι ένας λαός αποξενωμένος από τον εαυτό του. Σε απόσταση από την ίδια του τη ζωή. Σε αδυναμία διάκρισης του ασήμαντου από το σημαντικό. Αυτή η αδυναμία διάκρισης είναι η καρδιά της παρακμής του. Η αλλοίωση που προκύπτει εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή ως αδιαφορία για τα σημαντικά.
Αδιαφορεί για το περιβάλλον και τη φύση. Τη φύση μέσα στην οποία ζει, τον φιλοξενεί και τον τρέφει. Κανονικός καταπατητής του τόπου του, πληγώνει με κάθε τρόπο το σώμα της χώρας του. Το κάλλος της είναι τουριστικό προϊόν. Και η θαυματοποιητική λειτουργία της φύσης δεν τον αγγίζει και δεν τον αφορά.
Αδιαφορεί για τον νόμο και την αξία του. Αδιαφορεί γα τις προϋποθέσεις της αξιοπρεπούς, δημοκρατικής και ελεύθερης συνύπαρξης. Ετσι ο νόμος, ως όπλο του αδυνάτου, έχει ήδη νεκρωθεί. Από την αναξιοκρατία που ο λαός χειροκρότησε μέχρι την καθημερινή ανομία που δυναμώνει και στηρίζει με την καθημερινή στάση του.
Αδιαφορεί για το δημόσιο σχολείο και τη σταθερή επί χρόνια τώρα υποβάθμισή του. Προσπερνώντας με την καθυστερημένη συνείδησή του την ανάγκη της γνώσης, της κριτικής σκέψης και της πολύμορφης συνάντησης με τον στοχασμό και τη σκέψη. Πρόταξε άλλα αγαθά. Συμβιβάστηκε με την υλική βελτίωση της ζωής του, θεωρώντας γραφικές τέτοιες αναζητήσεις. Συνακόλουθα αδιάφορο τον άφησε και τον αφήνει το ζήτημα της ελληνικής γλώσσας, του εκφυλισμού της, της υποβάθμισης της αξίας της, ως στοιχείου της ταυτότητας μιας κοινότητας ανθρώπων.
Αυτός ο αλλοτριωμένος σύγχρονος Ελληνας διαμόρφωσε μια σχέση προτεραιότητας με τις προϋποθέσεις της υλικής του ευμάρειας. Η άκοπη σχετικά και σε γραμμική εξέλιξη μετά το 1974 διαρκής βελτίωση της καθημερινής ζωής θεωρήθηκε αυτονόητο δικαίωμα, διαρκές και αιώνιο. Η συζήτηση για τις προϋποθέσεις της διάρκειας αυτής της κατάστασης ήταν για τον λαό μια εχθρική υπόθεση, την είδε σαν απειλή και καταψήφιζε κάθε τολμηρό ψιθυριστή της αλήθειας.
Ετσι προέκυψαν στον χρόνο μια στάση και μια συμπεριφορά που απόλυτα τον εκφράζουν: o ελληνικός λαός είναι οπαδός των προβλημάτων και εχθρός των λύσεων. Πρόκειται για μια ανώτερη μέθοδο αυτοκαταστροφής. Και περαιτέρω βύθισης στην παρακμή και στην αλλοίωση που εκφράζεται με την εύκολη αποδοχή του ψεύδους και ταυτόχρονα την αδιαμαρτύρητη αποδοχή των πικρών καρπών του.
Αποξενωμένος από τον εαυτό του και αλλοιωμένος στην πορεία, ηχεί παράδοξο και παράλογο για αυτόν κάθε αίτημα που τον καλεί όλα να γίνουν από την αρχή. Να στοχαστεί την πορεία του, να αξιοποιήσει την εμπειρία του, να ανασυνταχθεί πολιτικά και να αναζητήσει περιεχόμενο και νόημα στη σχέση του με τον εαυτό του και στη σχέση του με τον κόσμο.
Οπως σε κάθε εποχή παρακμής και κρίσης, το ζήτημα αυτό επανέρχεται πάντοτε με την ίδια μορφή. Είναι η σχέση με την ευθύνη. Και ευθύνη σημαίνει: συνειδητοποίηση των συνθηκών, επίγνωση των δυσκολιών, αποδοχή του κόστους και των κινδύνων, προσπάθεια και δοκιμασία στον μακρύ ιστορικό χρόνο.
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις της ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας και ελευθερίας.
Διαφορετικά κανένα στιγμιαίο συλλαλητήριο δεν φέρνει σωτηρία.
*

[ρηχό ποταμάκι

20/01/2018 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος 18.1.2018

The Rubicon is a shallow river in northeastern Italy, just south of Ravenna. The same name was given to a river that was famously crossed by Julius Caesar in 49 BCE

[Τι θα πει «ψηφίζω όπως ψήφιζαν οι γονείς μου»·

28/12/2017 § Σχολιάστε

Αυτοπροσωπογραφία του αγριμολόγου (Une lettre jaimais reçue No29 -mixed media on canvas)

«Αλλοι βγήκαν αριστεροί από χουντική οικογένεια, κι άλλοι χουνταίοι με πατέρα αρχειομαρξιστή. Ετσι είναι. Η δήθεν τιμητική αναφορά στους γονείς και η εμμονή στον Εμφύλιο και το ότι μας κυνηγάνε οι χαφιέδες ακόμα είναι ναρκισσιστικός αυτο-οικτιρμός

Ιδεολογική κλωνοποίηση
του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στα Νέα

Δεν είμαι από «αριστερή οικογένεια». Είμαι από μια οικογένεια – ιδεολογικό ημι-σκούμπριο: ο πατέρας ήταν κομμουνιστής και η μάνα μου βασιλόφρων. Επομένως και κατά συνέπεια, αφού η οικογενειακή καταγωγή (κατά κάποιους) οφείλει να επηρεάζει την δική μας ιδεολογία, τότε πρέπει εγώ να ψηφίζω κάτι ανάμεσα στους δύο γεννήτορες, άρα Κέντρο, δηλαδή Βασίλη Λεβέντη.
Καταρχήν δεν μπορεί ιδεολογικά να χλευάζεις το τρίπτυχο πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια και μετά να επικαλείσαι την οικογένεια. (Ή, και την πατρίδα, αν χρειαστεί, που είναι συχνά «το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων», όπως είδαμε, πάλι, πρόσφατα). Δεν μπορεί να ειρωνεύεσαι μια ζωή την αστική οικογένεια ως θεσμό και μετά να λες είμαι κομμουνιστής γιατί ο πατέρας μου ήταν στον ΕΛΑΣ – αυτό συνιστά μικροαστική παρέκκλιση, κραυγαλέα αντίφαση, και εξυπακούει την έννοια της οικογενειακής ευθύνης. Ασε που έτσι δικαιώνεις εκείνους που συνελάμβαναν κάποιους, ένθεν κακείθεν, επειδή ο μπαμπάς τους ήταν έτσι ή αλλιώς, ή ο μπατζανάκης τους είπε μια κουβέντα στο καφενείο. Επειδή ο αδερφός τους πολεμούσε με τον Εθνικό Στρατό, ή με τον ΔΣΕ. Αρα είχαν δίκιο που τους συνελάμβαναν, και απ’ τις δυο μεριές: εφόσον αν ο μπαμπάς, ή ο αδερφός είναι έτσι, τότε αναλόγως προκύπτει και το παιδί ή ο ομογάλακτος, ως μηχανιστική αναπαραγωγή. Σαν την κλωνοποίηση της Ντόλι, του γνωστού προβάτου.
Αλλά και τι γίνεται αν ο μπαμπάς ήταν κομμουνιστής και μετεστράφη, ή δεξιός που αποφάσισε να επιβάλει τον κομμουνισμό; Τι απ’ τα δύο οφείλει να κάνει το τέκνο; Να είναι με το πριν του πατρός ή το μετά; Στην Μακρόνησο το 93% έγιναν δηλωσίες. Κι έπειτα; Ξέρουμε τι τράβηξαν; Και τι οφείλουν να πράξουν τα παιδιά; Αλλοι υπήρξαν γιοι δωσιλόγων, έτεροι γιοι ανθρώπων που πάλευαν να αυτονομηθεί η Μακεδονία και η Θράκη. Τι οφείλουν να πιστεύουν οι επίγονοι; Να ταυτιστούν με το ιδεολόγημα του μπαμπά, ανεξαρτήτως με την δική τους, προσωπική άποψη; Κάποιοι είναι εγγονοί των φιλο-ναζιστών που πήγαν να κάνουν κίνημα κατά του Ιωάννη Μεταξά (3 Ιουνίου 1940: Σκυλακάκης, Κοτζιάς, Γκοτζαμάνης, Τουρκοβασίλης, κ.λπ.) και συνελήφθησαν. Με ποιον οφείλουν να είναι τα εγγόνια; Με τον παππού, με τον Μεταξά, με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, με τον Σκαρίμπα που έλεγε «Ανάρχα και Θεοί πείθονται», ή απλώς με τον Ολυμπιακό;
Σήμερα φάγαμε κουκιά, κι αύριο κουκόζουμο; Ή, θα ακολουθήσουμε την σοφή άποψη των αρχαίων που υποστήριζαν το «Σκέπτεσθαι εξ ιδίων»; Να σκέφτεσαι, δηλαδή, μόνο με το δικό σου το μυαλό; Εκτός κι αν βγαίνουμε πανομοιότυποι από ιδεολογικές βιοτεχνίες, κι επειδή ο σημερινός μπαμπάς μπορεί να είναι υπέρ του Σώρρα, και θα ψήφιζε Σώρρα, οφείλει να κάνει το ίδιο και ο γιος, στο μέλλον, προς δόξαν της ηρωικής οικογένειας. Αν συνέβαινε και συνεχιζόταν αυτό στην Ιστορία, τότε σε τι βάθος θα μπορούσε να φτάσει; Γιατί εγώ, τώρα, να μην είμαι οπαδός του Τρικούπη, ή του Αγροτικού Κόμματος και του Ιωάννη Σοφιανόπουλου (ποιος είν’ αυτός;), εν έτει 2017;
Μιλάμε για αταβισμό του αίματος; Και γιατί αυτή η εμμονή με τον Εμφύλιο και την Κατοχή; Τι θα πει «ο μπαμπάς μου ήταν κομμουνιστής, ή εθνικόφρων, άρα είμαι κι εγώ το ίδιο»; Και πού ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη τότε, ποια ήταν η συγκυρία και τι ακριβώς έκανε ο καθείς; Βέβαια όλοι οι πατεράδες είχαν δίκιο και κανείς δεν έσφαξε στον Εμφύλιο, παρότι είχαμε διπλάσιους σκοτωμένους Ελληνες απ’ ό,τι στην Κατοχή. Ολοι ήταν αθώοι και μόνοι κάποιοι άλλοι έκαναν αγριότητες. Πάντως ο δικός μου ο πατέρας (Θεός σχωρέστον) ήταν κομμουνιστής και της τρίτης δημοτικού. Απ’ όσο θυμάμαι αν του έλεγες το όνομα Μαρξ θα νόμιζε ότι ήταν μάρκα τσατσάρας και ταλαιπωρήθηκε, ο δυστυχής, ώς το 1968 που έφυγε – ο αδερφός του πολέμησε με τον Εθνικό Στρατό. Και οι δύο όπου και να ήταν, αυτό συνέβη κατά λάθος. Δεν ξέρανε, δεν είχαν ιδέα. Αγράμματοι άνθρωποι – ζήσανε μια τραγωδία. Ηταν τραγικοί οι ίδιοι. Για ποια ιδεολογία μπορούμε να μιλάμε; Κι εγώ δεν οφείλω να τα αντιμετωπίζω κριτικά όλα αυτά; Ή, πρέπει να κάνω την Ντόλι; Και γιατί να μην είμαι υπέρ της μάνας μου που ήταν βασιλόφρων επειδή ο παππούς μου διώχθηκε απ’ τους βενιζελικούς; Τρέχα γύρευε.
Αλλοι βγήκαν αριστεροί από χουντική οικογένεια, κι άλλοι χουνταίοι με πατέρα αρχειομαρξιστή. Ετσι είναι. Η δήθεν τιμητική αναφορά στους γονείς και η εμμονή στον Εμφύλιο και το ότι μας κυνηγάνε οι χαφιέδες ακόμα είναι ναρκισσιστικός αυτο-οικτιρμός. Και σαν να λέμε: τιμώ τον πατέρα μου για έναν λόγο, επειδή έβγαλε έναν τόσο σπουδαίο γιο. Ο οποίος επιπλέον ψάχνει και για ηρωικό παρελθόν, με την λογική: και εγώ ως γιος ήρωα (τρόπος του λέγειν) κάτι πρέπει να έχω πάρει απ’ τον επαναστάτη, ή αντεπαναστάτη γεννήτορα. Πρόκειται απλώς για μικροαστικό ναρκισσισμό. Κάτι σαν τους νεο-αστούς που εφευρίσκουν αριστοκρατικό οικογενειακό δέντρο με τίτλους Κατεπάνω, ή Μέγα Λογοθέτη στο Βυζάντιο. Είναι το ίδιο ακριβώς, ανεστραμμένο – αν και το είπε έγκαιρα ο Ουάιλντ: δυστυχώς το πνεύμα δεν είναι μεταδοτικό.
Ο καθείς μας έχει έναν πατέρα και μια μάνα. Τους τιμούμε ό,τι και να ήταν. Με όποιους και να ήταν. Δεν ήταν πρώτα ιδεολόγοι, αλλά, ελπίζω, πρώτα άνθρωποι. (Η ύπαρξη προηγείται της ιδεολογίας). Τους αγαπούμε. Και, προσωπικά, αν μου επιτρέπεται, δεν τους οφείλω ιδεολογικώς τίποτε. Ούτε μου το ζήτησαν ποτέ. Κι εξάλλου ένας ελεύθερος πολίτης οφείλει πνευματικά, ως μυαλό, ως σκέψη, και μάλιστα σε ιλιγγιωδώς διαφορετικές συνθήκες από εκείνους, να είναι απόλυτα αυτoφυής, αυτογενής και αυτοπάτωρ. Χωρίς ζώδιο. Να σκέπτεται εξ ιδίων. Κάτι, όμως, που είναι επίπονο, τολμηρό και ιδιαίτερα δύσκολο. Ενας άγρυπνος αγώνας διά βίου. Βάσανο. Αλλά έχει έξοχον θήραμα: την κατά το μάλλον εσωτερική (τουλάχιστον) ελευθερία.
Βέβαια το να είσαι Ντόλι και να βελάζεις εντός κρύπτης είναι κι αυτό μια ελεύθερη, εμφυλιοπολεμική επιλογή. Συνήθως κοντόφθαλμα συμφέρουσα.
©Γιώργος Σκαμπαρδώνης 16.12.2017

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.