Ε. Χ. Γονατάς, Στη Γέφυρα
01/07/2009 § Σχολιάστε

Είμαι ξαπλωμένος στη μικρή γέφυρα. Μια τεράστια γαλάζια μολόχα φέγγει στο άσπρο χωράφι. Αρνιά σκύβουν στις ρίζες της και γλείφουν στο χιόνι που τις σκεπάζει. Ο αγροφύλακας, με σκούφο στο κεφάλι και χοντρές μπότες, περνάει μπροστά μου, μουρμουρίζοντας αδιάκοπα την ίδια φράση σαν προσευχή: «Η πιτυρίδα των δέντρων είναι τα πουλιά».
.
.
[Ε. Χ. Γονατάς «Τρεις Δεκάρες, και άλλα αφηγήματα». Εκδόσεις Στιγμή]
.
.
photo copyright©agrimologos.com / «garden chairs» July 2009
Γιάννης Ρίτσος
12/06/2009 § Σχολιάστε

Σχῆμα τῆς ἀπουσίας Ι
Ό,τι ἔφυγε, ριζώνει ἐδῶ, στὴν ἴδια θέση, λυπημένο, ἀμίλητο
ὅπως ἕνα μεγάλο βάζο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ πουλήθηκε κάποτε
σὲ δύσκολες ὧρες,
καὶ στὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας, ἐκεῖ ποὺ στέκονταν τὸ βάζο,
ἀπομένει τὸ κενὸ πυκνωμένο στὸ ἴδιο σχῆμα τοῦ βάζου, ἀμετάθετο,
ν’ ἀστράφτει διάφανο στὴν ἀντηλιά, ὅταν ἀνοίγουν πότε-πότε
τὰ παράθυρα,
καὶ μέσα στὸ ἴδιο βάζο, πούχει ἀλλάξει τὴν οὐσία του
μὲ ἴδια κ’ ἰσόποσην οὐσία ἀπ’ τὸ κρύσταλλο τοῦ ἄδειου,
μένει καὶ πάλι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο κούφωμα, λίγο πιὸ ὀδυνηρὰ ἠχητικὸ
μονάχα.
Πίσω ἀπ’ τὸ βάζο διακρίνεται τὸ χρῶμα τοῦ τοίχου
πιὸ σκοτεινό, πιὸ βαθύ, πιὸ ὀνειροπόλο,
σὰ νἄμεινε ἡ σκιὰ τοῦ βάζου σχεδιασμένη σὲ μία σαρκοφάγο –
Καί, κάποτε, τὴ νύχτα, σὲ μίαν ὥρα σιωπηλή,
ἢ καὶ τὴ μέρα, ἀνάμεσα στὶς ὁμιλίες,
ἀκοῦς βαθιά σου κάποιον ἦχο ὀξύ, πικρὸ καὶ πολυκύμαντο
σάμπως ἕνα ἀόρατο δάχτυλο νὰ ἔκρουσε
κεῖνο τὸ ἀπόν, εὐαίσθητο, κρυστάλλινο δοχεῖο.
.
.
.
.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)
.
.
plaisir: Sergei
02/06/2009 § Σχολιάστε

still από την περίφημη σκηνή στα σκαλοπάτια
Θωρηκτό Ποτέμκιν. Sergei Eisenstein 1925. Δραματοποιημένη, τύπου ντοκιμαντέρ, ταινία της εξέγερσης των ναυτών του ομώνυμου θωρηκτού στην Οδησσό, το 1905. Αφορμή της εξέγερσης, ένα κομμάτι σάπιο κρέας.
Ογδόντα τέσσερα χρόνια έχουν περάσει, κι η συνθετική δύναμη των εικόνων της ταινίας παραμένει αξεπέραστη, διδάσκει ακόμα αισθητική…
Ο ίδιος, ο Αϊζενστάιν στο βιβλίο «Σκέψεις μου για τον κινηματογράφο» (εκδόσεις Φέξη, 1964) γράφει για την περίφημη σκηνή της σκάλας:
«… Γεννήθηκε στιγμιαία από την άμεση επαφή. Έχουν πει πως τάχα μου ήρθε η ιδέα της καθώς έφτυνα κερασοκούκουτσα από το πάνω μέρος της σκάλας, από το μνημείο του Ρισελιέ, που πηδούσαν στα σκαλοπάτια. Ο μύθος έχει χρώμα, μα δεν παύει να είναι μύθος. Εκείνο που γέννησε την ιδέα της σκηνής είναι η ίδια η φυγή που έχουν τα σκαλοπάτια. Το πέταγμά τους έδωσε φτερά στη φαντασία του σκηνοθέτη. Η πανικόβλητη φυγή του πλήθους, που πετά από σκαλί σε σκαλί, δεν κάνει άλλο παρά να εξωτερικεύει υλικά την πρώτη μου εντύπωση από τη σκάλα…»
.
.
