Νίκος Βουτυρόπουλος, Μονοί Λόγοι
19/11/2011 § Σχολιάστε

5
Φίλε μου, οι κοινωνίες του φόβου είναι κοινωνίες πολέμου.
Είναι οι πλούσιες χώρες που φοβούνται μην χάσουν.
Ταξίδεψα αρκετά, για να μπορώ κάπως να ντρέπομαι
την χώρα που ζω. Μπορείς να το κάνεις κι εσύ.
Ο καθένας μπορεί να δει τ’ αστέρια του ισημερινού,
να περπατήσει τα χιόνια της Λευκής Κορδιλλιέρας,
ν’ ακούσει το κλάμα των μουσώνων στην Ινδία,
να φάει μπανάνες στην Αφρική και κάπως
να ντρέπεται όταν επιστρέφει. Γιατί συνάντησε
τη φτώχια του Περού, είδε καύσεις νεκρών
στην Κατμαντού, άσπρα χαμόγελα στο Κιλιμάντζαρο.
Είναι αυτό που γίνεται οργή και θλιμμένη
συγκατάβαση, γιατί η ευρώπη ρούφηξε το αίμα
όλου του πλανήτη και το ‘κανε εμετό στη γιουέσα,
τον τεχνητό δορυφόρο της παγκόσμιας σκέψης.
Στη σουσουσουρού γίνανε περίεργα πράγματα,
αλλά δεν τα ‘χω υπόψη.
Έτσι έχει η κατάσταση, αλλά όχι μόνο έτσι.
Αν θες στο εξής να νιώσει ο ένας την πνοή
του άλλου, τότε θα ‘χει μόλις συμβεί
η επανάσταση της στιγμής. Όλα τα υπόλοιπα
είναι λεπτομέρειες της θέλησης.
Όμως μαθαίνουμε από αρχαίους στρατηγούς,
πόσο εύκολα εξαργυρώνεται η ανθρώπινη ζωή,
πως η τέχνη διδάσκει το ψέμα, στήνοντας
μνημεία θανάτου κι εκδίκησης, αληθινά
θαύματα της όρασης. Γι’ αυτό, αδερφέ μου,
σου λέω να πιστεύεις στην έρευνα.
Η μάχη του νερού μόνιμη εγκατάσταση.
Έτσι έχει η δικιά μου κατάσταση.
Σκίσε μέσα σου κάθε σκοτάδι, είναι
οι αισθήσεις αλύπητες, αλλά σαν βλέπεις
στο δρόμο ανθρώπους να σταυροκοπιούνται,
να σκέφτεσαι πως κάτι κακό θα συμβεί.
Χαμένοι δεν είμαστε, τουλάχιστον όχι ακόμη,
μόνο που καταπίνουμε φωνήεντα στυφά,
όταν οι ερωδιοί μας ξετρελαίνουν
στις όχθες του Αχέροντα. Βλέπεις;
Είναι αυτή η αλλαγή που συμβαίνει στο χιόνι,
και τα κορμιά μας άγουρα στη θνητότητα.
Καταγράφω όσα έζησα, αλλά όχι όπως τα έζησα.
Τι να κάνουμε τώρα; (Να ζητήσουμε συγγνώμη;)
Με γυρνοφέρνουν μέρες εξατμισμένες,
γυναικεία λόγια που στάζουν απαίτηση,
ο Φαίδρος που ζητάει νιρβάνα,
μια Διοτίμα που έχει απάντηση…
Πόσο αντιπαθώ τη θλίψη της καρδιάς
διαίρεση! Για όποιες απορίες
απευθυνθείτε σε γυναίκες, τα ξέρουν όλα,
αλλά δε μπορούν ν’ αποδείξουν τίποτα.
Έτσι έχει η κατάσταση, αλλά όχι μόνο έτσι.
Αχ, πόσο ενδιαφέρει ο πόνος των άλλων!
Και τι αμηχανία προκαλεί η χαρά τους!
Ο Διόνυσος κλαίει στη γωνία.
Ζούμε σε κοινωνίες απόγνωσης.
*
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενδυμίων
Άλλα ποιήματα του Νίκου Βουτυρόπουλου, στις Στάχτες
***
Τζούτζη Μαντζουράνη, Μ’ ακούς;
04/07/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τζούτζη Μαντζουράνη, Μ’ ακούς;

Την Δευτέρα 11 Ιουλίου στις 9.00μμ στην «Παληά Βουλή»…
θα γίνει από τις εκδόσεις ΦΙΛΝΤΙΣΙ, η παρουσίαση του βιβλίου μου
«Μ’ακους; Γράμματα σε ένα φανταστικό εραστή».
Για το βιβλίο θα μιλήσει όποιος θέλει…
Πάνελ δεν θα υπάρχει…
Μόνο κρασί, και καλή διάθεση , να «βρέξουμε» το βιβλίο και να του ευχηθείτε να είναι καλοτάξιδο….
Θα χαρώ και θα με τιμήσει η παρουσία σας.
Ούγκο Φόσκολο
12/04/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ούγκο Φόσκολο
Διονύσης Ν. Μουσμούτης, Ούγκο Φόσκολο, εκδόσεις Τρίμορφο
Ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα
«Του κάκου Φράγκο θέλουν να σε κάμουνε / που είσ’ Έλληνας τα Μνήματα φωνάζουνε», γράφει ο Αντώνιος Μαρτελάος στο επίγραμμα που αφιέρωσε στον Ούγκο Φόσκολο, υπαινισσόμενος το καθαρά ελληνικής έμπνευσης έργο του I sepolcri. Αλήθεια, τι ήταν εντέλει αυτός που το έργο του αναδείχθηκε σε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των νεότερων ιταλικών γραμμάτων; Είναι σαφές ότι ο Φόσκολο δεν λησμόνησε ποτέ τη γενέθλια γη, ούτε σταμάτησε ποτέ να έχει τη σκέψη του στην Ελλάδα• και δεν εννοώ μόνο ότι άντλησε ποιητική έμπνευση από την Ελλάδα, όπως αυτή εκφράζεται στο αφιερωμένο στη γενέθλια γη της Ζακύνθου σονέτο του «No piú mai toccherò le sacre sponde», αλλά και ενεπλάκη με τον τρόπο του στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Και τούτο, μολονότι επέλεξε συνειδητά να εκφραστεί στην ιταλική γλώσσα.
Μετά τον θάνατο του, οι μεταγενέστεροι του προσέδωσαν μια καθαρά ιταλική ταυτότητα, που επισκίασε τις ελληνικές του ρίζες: η εικόνα του έγινε περισσότερο ιταλική απ’ όσο Ιταλός υπήρξε ο ίδιος. Σε τούτο ίσως να συνέτεινε και η αναβλητικότητα των Ελλήνων, που αργοπορημένα σκέφτηκαν να ζητήσουν τη μετακομιδή των οστών του από την Αγγλία όταν ήδη τα είχαν πάρει οι Ιταλοί. Ακόμα και το σπίτι του στη Ζάκυνθο, τελευταία στιγμή γλίτωσε από την κατεδάφιση• αγοράστηκε το 1886 από τον Δήμο Ζακυνθίων, στεγάζοντας μέχρι την καταστροφή του από βομβαρδισμό το 1940 τη Φωσκολιανή Βιβλιοθήκη.
Περισσότερα στο ΣτάχτεςBlog
στην τέχνη αυτή την άχαρη
25/02/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο στην τέχνη αυτή την άχαρη
του Αργύρη Χιόνη…
Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ
Πως βρέθηκα ισόβια κλεισμένος
στον σκοτεινό ετούτο θάλαμο;
Πως τη ζωή μου έταξα, χωρίς ενδοιασμό,
στην τέχνη αυτή την άχαρη;
Τα χημικά τα νύχια μου μαυρίζουν,
τ’ απανωτά τσιγάρα καίνε τα πλεμόνια μου,
ήλιο δεν έχει η μέρα μου, η νύχτα μου σελήνη,
μονάχα ένα λαμπιόνι κόκκινο, θαμπό
φωτίζει δεν φωτίζει φιν ψυχή μου.
Και τα αρνητικά αρνητικά να μένουν
μορφές, πού θα ‘σαν κάποια ανακούφιση, επιμένουν
να μοιάζουνε φαντάσματα φρικτά•
μαύρα τα πρόσωπα, άδεια τα μάτια, άσπρα τα μαλλιά.
(από την ενότητα ‘Προσωπεία’)
~~~
VIII
Το σπίτι μου δεν βρίσκεται σε όροφο• ισόγειο είναι χωρίς υπόγειο. Ποιος μου χτυπά λοιπόν, τις νύχτες, το πάτωμα από κάτω, ποιος μου φωνάζει οργισμένος: «Χαμήλωσε τη μουσική• υπάρχει κόσμος που κοιμάται, κόσμος εργαζόμενος, νεκρός από τον μόχθο!».
(από την ενότητα «Εκδοχές του τέλους, I-XVII»)
~~~
Η φωνή της, στο τηλέφωνο, ήταν τόσο γλυκιά, τόσο ζεστή, τόσο φρέσκια, που του’ ρχότανε να φάει το ακουστικό. Τό ‘φαγε κι ήτανε γλυκό κι αφράτο σαν τσουρέκι. Τώρα, η φωνή της ηχεί, μέσα στα σπλάχνα του, ακόμη πιο γλυκιά, ακόμη πιο ζεστή, ακόμη πιο φρέσκια.
(από την ενότητα «Παίγνια και σάτιρες»)
~
~
Αργύρης Χιόνης, «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου. Εκδ. Γαβριηλίδη