γιατί, «Οι Ξεριζωμένοι» του W.G.Sebald
02/12/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο γιατί, «Οι Ξεριζωμένοι» του W.G.Sebald
Μερικές σκέψεις ή• μια πρώτη, σύντομη ματιά στο βιβλίο.
Δεν τυγχάνω κριτικός, επομένως θα μου συγχωρεθούν ορισμένες φάλτσες απόψεις που σκέφτομαι να εκθέσω στη δημόσια θέα ειδημόνων που κάνουν συχνά τη τσάρκα τους από τούτα ‘δώ τα μέρη, ας μου συγχωρήσουν ταις αυθαδιάσεις μου, διότι κάποτε θα γράψω και για τον «φιλόξενο καρδινάλιο» του Ε.Χ.Γονατά, που θα πάει, πόσο ακόμη θα παίζουν κρυφτούλι μέσα μου δράμα και μαράζι. Ο Sebald σε αντίθεση με τον Ε.Χ.Γ.-μιας και παρεμπιπτόντως τον ανέφερα- δεν συμπιέζει το χρόνο της αφήγησής του, σε μερικές βραδιές μέσα στον οποίο κινείται. Ο χρόνος του αφηγητή απλώνεται μεν, ομολογεί όμως δε, ότι «Δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον» μέσω της μνήμης που –όπως και στο άλλο του βιβλίο, το «Άουστερλιτς»…«Η σχέση του χώρου με τον χρόνο, έτσι όπως την βιώνουμε ταξιδεύοντας, έχει ακόμα και σήμερα ένα στοιχείο εξαπάτησης και αυταπάτης, γι’αυτό κάθε φορά που γυρνάμε από κάπου δεν ξέρουμε ποτέ με βεβαιότητα αν είχαμε όντως λείψει.» « Read the rest of this entry »
Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του Καλού Αναγνώστη
26/11/2010 § Σχολιάστε

ητάω το πρόσωπο της γραφής. Έχω μόλις δει μια φωτογραφία του Celine, και ψάχνω απεγνωσμένα τα κείμενά του. Γράφω, δεν γράφω, το πρόσωπό μου γράφει εν αγνοία μου τα χαρακτηριστικά μου! Επισημαίνει την απόκλιση του βλέμματος, υπογραμμίζει τη φορά των χειλιών μου, χρησιμοποιεί άλλοτε την πλάγια κι άλλοτε την έντονη γραφή για τις ρυτίδες, την κορυφογραμμή του τριχωτού της κεφαλής, την προέκταση του πώγωνος και την καμπύλη των παρειών. Προσδίδει στο βλέμμα την ταπείνωση, την ειρωνική διάθεση και τον εμπαιγμό, την επιθετικότητα, τον περισσό τσαμπουκά.
Η γραφή είναι ο μέγιστος τσαμπουκάς! Χρειάζεται περισσό θράσος για να καθίσεις να γράψεις. Ο στοιχειώδης αναγνώστης, αισθάνεται όλο το δέος και το άτοπον του εγχειρήματος. Άλλοι πριν από εμάς, τα είπαν καλλίτερα! Γιατί να γεμίζουμε τον κόσμο με τα δικά μας ορνιθοσκαλίσματα;
Όποιος γράφει, σβήνει μονοκονδυλιά τα προηγούμενα. Λες κι ανακάλυψε τη γραφή, τη χειρίζεται τις περισσότερες φορές σαν προσωπική του εφεύρεση. Αγνοεί κατ’ εμάς, ανακαλύπτει για τον ίδιο, τους κανόνες ορθογραφίας και σύνταξης. Πιστεύοντας πως κάθε μεγάλος συγγραφέας είναι και δημιουργός γλώσσας, φαντάζεται την προσωπική του γλώσσα ως μήτρα των επόμενων γενεών! Χωρίς σύνταξη, χωρίς γνώση του εργαλείου που χρησιμοποιεί, χωρίς τη γλώσσα που του δίδαξαν στο σχολείο, αισθάνεται ιδρυτής μιας παράδοσης που θα τον μνημονεύει ως πατριάρχη, εις τους αιώνες των αιώνων. Στην πιο μετριόφρονα εκδοχή του, ο ανάλογος συγγραφέας αισθάνεται τουλάχιστον ανανεωτής της παράδοσης.
Ο Celine στην σιδερένια εξώπορτα του σπιτιού του (Villa Maitou), στα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Meudon, πένητας, φτωχός και ταλαίπωρος να παλεύει με τους πρόχειρους σύρτες από κακοφτιαγμένο σύρμα. Ο Celine στα σύρματα, τα συρματοπλέγματα, τα άρρυθμα πλήκτρα της γραφομηχανής του με τις τρεις τελίτσες της κομμένης του ζωής, τα αποσιωπητικά της αναπνοής του. Ο γέρος γιατρός δίχως πελατεία, ο γιατρός δίχως ιατρείο, ο γιατρός που ενημερώνεται για τα καινούρια φάρμακα από τα διαφημίστηκα των εταιρειών ανάμεσα στους παπαγάλους και τις γάτες του. Διαβάζει με θέρμη σπουδαστή τις ενδείξεις-αντενδείξεις και τις παρενέργειες γνωρίζοντας πως δεν θα του δοθεί ίσως η ευκαιρία να τα χρησιμοποιήσει ποτέ. Αν και βλέπει δωρεάν τους αρρώστους, ξέρει πως για να τον επισκεφθούν θα πρέπει να σκαρφαλώσουν με βροχή και χιόνι ως την απομονωμένη του κατοικία. Ο Celine στα 1960, υψώνει το αριστερό του χέρι για να διώξει τα φαντάσματα, να απομακρύνει τους επισκέπτες, να καλωσορίσει τους άρρωστους, να δείξει τον δρόμο του μαρτυρίου, το αρχέγονο πρόσωπο της γραφής: με μια σκοροφαγωμένη ζακέτα, ένα φουλάρι δεμένο όπως κι όπως στο λαιμό από μια σακατεμένη πολυθρόνα κι ένα τριμμένο παντελόνι, σε μια ηλικία που θα έπρεπε να απολαμβάνει τουλάχιστον τα ποσοστά των κεφαλαίων που χαίρονται ανερυθρίαστα οι εκδότες του. Τίποτα. Ούτε χρήμα, ούτε δόξα, ούτε καν σεβαστή πελατεία, κι όμως τόσα ζώα: γάτοι, σκύλοι, παπαγάλοι, χειρόγραφα γεμάτα από τις τρεις τελίτσες που κρατούν ως δια μαγείας την οργή στην αρμύρα, την αντίσταση στον σύγχρονο τρόπο ζωής, τις καθιερωμένες αξίες, τα συμβατικά πρόσωπα της επιτυχίας στο χώρο των καλών γραμμάτων, της πολιτικής, της εξουσίας.
Ο Celine στο Meudon, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μου μίλησε με την φυσιογνωμία του, τις ρυτίδες του προσώπου του, την πλήρη του αποστροφή για την κοινότητα των συνανθρώπων μας, την άρνηση που προέταξε, την καταδίκη της ανθρώπινης κατάστασης του εικοστού αιώνα, πολύ πριν διαβάσω τα βιβλία του. Στην περίπτωσή μου είναι ίσως ο μοναδικός συγγραφέας που ερωτεύθηκα από το πρόσωπό του κι όχι από τα κείμενά του. Μόλις πρόσφατα ολοκλήρωσα την «τριλογία του Βορρά» και η ανάγνωσή της επαλήθευσε ακριβώς την αίσθηση που μου είχαν προκαλέσει οι φωτογραφίες του που είχα πρωτοδεί το 1981. Η αληθινή γραφή διαβάζεται στο πρόσωπό μας. Η μικρή μουσική του Celine αποτυπώθηκε όχι μόνον στις σελίδες του αλλά και στην έκφραση του προσώπου του.
Αντιθέτως η αγάπη μου για τον Salinger διατρανώθηκε ερήμην των φωτογραφιών του, αποκλειστικώς μέσα από τα κείμενα του έως την καταλυτική εκείνη στιγμή που το οργισμένο πρόσωπο ενός γέρου αμερικάνου αγρότη στρέφεται επιθετικά προς τον φωτορεπόρτερ. Σύμφωνα με τον μύθο, ο φωτογράφος πέτυχε τον Salinger στην έξοδο ενός σούπερ-μάρκετ καθώς φόρτωνε τα ψώνια του σε ένα καταλασπωμένο Dodge φορτηγάκι. Οι φωτογραφίες του αργότερα αμφισβητήθηκαν, αλλά δεν διέψευσαν την απόλυτη εντύπωση πως «έτσι πρέπει να είναι ο Salinger» στους φανατικούς αναγνώστες του και σε μένα. Ίσως κι ο φωτογράφος θα είναι φανατικός του αναγνώστης, κι είναι ωραία να συναντάς την προσωπική σου εντύπωση στο βλέμμα κάποιου ξένου.
Με αυτά και με αυτά, ονειρεύομαι μια ανθολογία όχι κειμένων, αλλά φωτογραφιών: την οριστική ανθολογία του εικοστού αιώνα, όπου οι συγγραφείς θα παρελαύνουν με τα πρόσωπα που δημιούργησαν κατά κόσμον απεκδυόμενοι τον μανδύα των λέξεων, κρατώντας μόνον τις λέξεις που επέφεραν κάποια αλλοίωση στα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, στην καμπύλη των παρειών, την έκταση του μετώπου, την προέκταση της σιαγώνας, την απόκλιση των χειλιών και του βλέμματος.
.
.
[Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του Καλού Αναγνώστη, Εκδόσεις Ενδυμίων]
Μαρία Πετρίτση, Lemon με λένε
22/11/2010 § Σχολιάστε
Δελτίο Τύπου
Μικρές καθημερινές, άλλοτε παράξενες κι άλλοτε φαινομενικά συνηθισμένες ιστορίες, που αφηγούνται τον εαυτό τους σε πρώτο πρόσωπο, αναπνέοντας με ανθρώπινους πνεύμονες.
Μικρές καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που αφηγούνται τον εαυτό τους σε πρώτο πρόσωπο. Φίλοι και εραστές, παιδιά και γονείς, χρωματιστά γκράφιτι, νυχτερινές πορείες. Πλαστικές κούκλες βιτρίνας που εμπνέουν ερωτικά παιχνίδια. Πλάσματα της φαντασίας που παίρνουν σάρκα και οστά. Φωτογραφίες που αιχμαλωτίζουν μύχιες σκέψεις. Δεισιδαιμονίες και προλήψεις που τρομοκρατούν. Διαδικτυακοί έρωτες με απροσδόκητο τέλος. Όνειρα που γίνονται πραγματικότητα. Κοινωνικές συμβάσεις που καταρρίπτονται.
Μία διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας και της διαφορετικότητας μέσα από μουσικές και στίχους. Άρνηση και τρόμος μπροστά στο συμβατικό κενό. Δολοπλοκίες και περιπλοκές. Ψυχολογικά παιχνίδια και απωθημένα. Μαγικές εικόνες που κρύβουν ανομολόγητα μυστικά. Αθωότητα και συνενοχή. Μετρήσεις και αναμετρήσεις. Φως και σκοτάδι.
Ένα βιβλίο που ανασαίνει με ανθρώπινους πνεύμονες.
Από την Εμπειρία Εκδοτική http://www.brainfood.gr/empiria.php
###
Παρουσίαση του Men24.gr
Άνθρωποι, ήχοι, χώροι. Ψίθυροι και φωνές. Ζωές που ξεδιπλώνονται σε στιγμιότυπα, διαδοχικά, σαν τα κομμάτια ενός χάρτη. Κρατάω στα χέρια μου ένα βιβλίο κατανυκτικό, ένα βιβλίο με σαράντα οκτώ μικρές εξομολογήσεις που ξεπηδούν με ανατριχιαστική φυσικότητα η μία μέσα από την άλλη και που, αφού στριφογυρίσουν για λίγο χορεύοντας μπροστά σου, εκρήγνυνται και χάνονται μέσα σε μια βροχή από λάμψεις στα πιο απίθανα μέρη του μυαλού σου.
Και παραμένουν εκεί, ήσυχες και μισοκοιμισμένες μέχρι που, κάποια στιγμή μετά από μερικές ώρες ή μέρες (στοιχηματίζω, ότι ακόμα και μετά από μήνες ή χρόνια πάλι εκεί θα είναι) με μια –φαινομενικά άσχετη- αφορμή, ξεπηδούν ξαφνικά μπροστά σου και αρχίζουν να αναδιοργανώνονται. Ολόκληρες προτάσεις αλλάζουν σειρά ή ακόμα και σελίδα και οι ιστορίες ξαναγράφονται από μόνες τους, μπερδεύονται μεταξύ τους, με άλλες… με τις δικές σου.
Γνώριμα πρόσωπα ταξιδεύουν σε άγνωστες παραγράφους κι έρχονται αντιμέτωπα με λέξεις που μέχρι τώρα τους ήταν ξένες.
Ένα βιβλίο ύπουλο και βραδυφλεγές, που εισχωρεί μέσα σου όσο εσύ νομίζεις ότι κόβει βόλτες γύρω σου, και σε ξεροψήνει όσο εσύ νομίζεις ότι σε ενυδατώνει: σαν αντηλιακό με δείκτη προστασίας μηδέν.
.
[Η Μαρία Πετρίτση συνεργάζεται σταθερά κι ανελλιπώς –από τα πρώτα ακόμη τεύχη- με τις Στάχτες. Της εύχομαι καλή επιτυχία.]
.
Σωτήρης Παστάκας, Χαμένο κορμί
15/11/2010 § Σχολιάστε

Όχι, δεν έρχομαι από την Ελευσίνα. Την Κάτω Ιταλία .
Η Σάντυ επέστρεψε από το Ράλι Αιγαίου στη Νίσυρο.
Βρήκα το Γιάννη στο 37 και με κέρασε ένα μοχίτο.
Ο Μίχος έφτασε στο τελευταίο στάδιο
του ένδοξου πένθους του. Ο Άκανθος ανέλαβε
να ζωγραφίσει το πρώτο σκαλί της σκάλας.
Ο Χ2 πιστός στο παρατσούκλι του
κρατάει τις γκόμενες μόνο για δυο βδομάδες.
Ο Φώτης βαρέθηκε τη φάτσα του και θέλει
να υποβληθεί σε πλαστική προσώπου. Ο Γκούμας
δεν ξεμύτισε απ’ το Χαλάνδρι. Ο Νίκος
μας ανακοίνωσε πως οι Μυστικές Υπηρεσίες
έπαψαν να παρακολουθούν τον υπολογιστή του.
Πάντα έτσι συμβαίνει.
Την Ειρήνη την κυνήγησαν οι ερινύες κι απ’ το Άργος.
Το Δημήτρη τ’ αφεντικά του απ’ του Ζάρα.
Τον Έκτορα τον έδιωξαν απ’ το σπίτι του. Ο Λάσκαρης
δεν έπαψε να ζητάει δανεικά τον Ιούνιο, τον Ιούλιο
και τον Αύγουστο. Ο Κώστας κατάφερε να διπλασιάσει
τα κέρδη του. Ο Σπύρος γράφει κάθε μέρα κι έναν
στίχο στη Μασσαλία, τη Γλυφάδα, την Ολυμπία.
Ο Γιάννης κι η Τασία γιόρτασαν πενήντα χρόνια
γάμου στις Ροβιές. Ο Μήτσος κλείστηκε οικειοθελώς
για ένα μήνα στου Σινούρη. Η Έλενα είπε να κόψει
το κρασί και άλλαξε γνώμη στην πορεία.
Πάντα έτσι συμβαίνει.
Η Γκέλυ γύρισε από τη λιτή Χαλκιδική με το γιατρό
δύο χρόνους αστεφάνωτη. Η Ιωάννα ξέφυγε για λίγο
απ’ τα παιδιά της και τον άντρα της και πήγε μόνη της
στην Πύλο. Η Κατερίνα αγόρασε ένα δυαράκι
σε τελευταίο όροφο στη Νέα Σμύρνη κι είναι ευτυχισμένη.
Το Μαράκι επέστρεψε από τα ουάν-σταντ σε κρύες
τουαλέτες τα χαράματα. Η Λίνα φοβήθηκε να φέρει
από την Κολομβία ένα αναμνηστικό φύλλο κόκας
για τον καθένα. Οι γυναίκες μας έσμιξαν
με τους φίλους μας κι εμείς με τις γυναίκες των φίλων μας.
Όσοι έτυχε να έχουμε ακόμη μικρά παιδιά
καθίσαμε και τα μαγειρέψαμε. Πάντα έτσι συμβαίνει.
Πριν την Επανάσταση.
***
Σωτήρης Παστάκας, Χαμένο κορμί, εκδόσεις Μελάνι.
.
.
(μια χούφτα φίλοι απέμειναν Σωτήρη, μετά από 20 χρόνια απουσίας -για όσους εκτιμούν το συναίσθημα μιας οικείας επαφής. Καλό δρόμο και πάλι, φίλε…)
.