[Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση ·
19/10/2023 § Σχολιάστε
Σ. Τριανταφύλλου: Το μετριοπαθές Ισλάμ είναι ένας μύθος
Η αναζήτηση των ορίων της πολυπολιτισμικότητας, της διαφοράς της από μια ανοιχτή, πλουραλιστική κοινωνία η οποία υποδέχεται τον άλλον στη βάση κανόνων αλληλοσεβασμού, έχει προ πολλού ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ Δυτικών διανοουμένων, χριστιανών και «εκκοσμικευμένων» μουσουλμάνων. Οι δίαυλοι επικοινωνίας της δικής μας αριστερορθόδοξης κοινωνίας, τόσο με τα επιχειρήματα που διατυπώνονται όσο και με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται, δεν φαίνεται να λειτουργούν, παρά μόνο τις ημέρες του σοκαριστικού γεγονότος. Κι αυτό, υπό την προϋπόθεση της ασφαλούς απόστασης. Αυτοί που, εδώ και καιρό, θέτουν τον προβληματισμό σε κάθε ευκαιρία και με όρους δημοκρατίας εισπράττουν την μήνιν και η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μία τέτοια «συνήθης ύποπτη» για τα καινά δαιμόνια.
Συνέντευξη στη ©Σίσσυ Αυλωνιστιώτου στην Καθημερινή 29.22.2015
Για το βιβλίο της που κυκλοφόρησε το 2015 («Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση – Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία», εκδ. Πατάκη) τη ρωτήσαμε λίγα πράγματα. Είχε κυκλοφορήσει λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα στο Παρίσι.
Παλιά σύγκρουση
– Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, είπες και έγραψες ότι «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Δεν πιστεύεις ότι είναι μια φράση υπερβολική που συμβάλλει σε αυτό που ονομάζουμε «ρητορική του μίσους»;
– Aνέφερα μια φράση του Μάρκο Πόλο για να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι η σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν χρονολογείται ούτε από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ούτε, φυσικά, από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν – ότι δεν τίθεται ζήτημα «εκδίκησης των καταπιεσμένων». Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύω ότι η πολιτική ορθότητα στον ευρω-ατλαντικό κόσμο καταργεί, δογματικά, την πραγματικότητα μέσω της ενοχοποίησης της Δύσης και των ευσεβών πόθων για την καλοήθεια της Ανατολής. Η πολιτική ορθότητα έχει δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο από καλούς τριτοκοσμικούς και κακούς πρωτοκοσμικούς, από θύματα και θύτες. Και προσπαθεί να επιβάλει ασφυκτική λογοκρισία. Oσο για το μετριοπαθές Ισλάμ, είναι ένας μύθος. Θα επαναλάβω την αυτονόητη αλήθεια ότι, πράγματι, υπάρχουν μουσουλμάνοι που έχουν απομακρυνθεί από τη θρησκεία, που έχουν, τρόπον τινά, εκκοσμικευτεί. Αν ακούσουμε ανθρώπους σαν τον Μπουαλέμ Σαμσάλ –τον Αλγερινό συγγραφέα του βιβλίου «2084»– που διέρρηξαν τη σχέση τους με τη μουσουλμανική τους ανατροφή, θα καταλάβουμε το επίσης αυτονόητο: όποιος παραμένει στο εσωτερικό του μουσουλμανισμού έχει συγκεχυμένα συναισθήματα έναντι της τζιχάντ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν οι φιλειρηνικοί άνθρωποι που τηρούν το Ραμαζάνι και περνάνε κάπου κάπου μια βόλτα από το τζαμί. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, οι μετανάστες από την Αφρική και την Ανατολή ανατρέφονται σε θεοσεβούμενες κοινότητες, μερικές από τις οποίες είναι οριακά φανατικές ή φανατικές.
Το «μέτρο» του φανατισμού δεν είναι μόνον η επιθυμία για βία ή η άσκηση βίας αλλά και η άρνηση ένταξης στις δυτικές κοινωνίες, η εξύμνηση της απομόνωσης των κοινοτήτων σε δικό τους χώρο και χρόνο, η εθνικιστική αναδίπλωση, ο ρατσισμός έναντι των «λευκών», το σύμπλεγμα ανωτεροκατωτερότητας, ο μισογυνισμός, η απόρριψη του λαϊκού σχολείου και η απαξίωση της γνώσης. Αυτά επιτείνουν την αμάθεια και τη θρησκοληψία με αποτέλεσμα τον εξτρεμισμό. Η ρητορική μίσους δεν ωφελεί – αλλά δεν ωφελεί ούτε η εθελοτυφλία, ο εξωραϊσμός μιας πολύ ανησυχητικής κατάστασης που μοιάζει σήμερα με ελέφαντα σε δωμάτιο. Η ισλαμοφοβία είναι φυσικό και αναμενόμενο αντανακλαστικό. Από την πλευρά τους, οι ηγεσίες ορθώς πράττουν όταν προσπαθούν να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και να αποτρέψουν πράξεις βίας εκ μέρους των Ευρωπαίων. Για να καθησυχαστούν όμως οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, είναι απολύτως απαραίτητη η ενεργός κινητοποίηση των μουσουλμάνων εναντίον του εξτρεμισμού. Κάτι που, όπως φαίνεται, δεν συμβαίνει σε μαζική κλίμακα.
Αξίες και δικαιώματα
– Απορρίπτοντας την πολυπολιτισμικότητα δεν στρεφόμαστε εναντίον των ίδιων των δυτικών αξιών που υπερασπιζόμαστε;
– Οχι. Υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην πολυπολιτισμική και στην πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία. Πλουραλισμός είναι μια δεδομένη κατάσταση ποικιλίας φυλών, θρησκειών, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Οι κοινωνίες μας είναι πλουραλιστικές, «ανοιχτές» – άλλες πολύ, άλλες λιγότερο. Η πολυπολιτισμικότητα είναι πολιτικό πρόγραμμα που αντιτίθεται στην αφομοίωση των ξένων διότι τη θεωρεί υπερβολικά βίαιη. Με το πρόσχημα των «δικαιωμάτων», επιτρέπει τη δημιουργία ξεχωριστών κοινοτήτων που εξελίσσονται σε παράλληλες κοινωνίες οι οποίες όχι μόνον δεν σέβονται τους νόμους και το έθος της χώρας υποδοχής αλλά εφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα ανατροπής αυτών των νόμων και του έθους. Ο πλουραλισμός μπορεί να μας εμπλουτίζει, η πολυπολιτισμικότητα όμως υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τους θεσμούς της δημοκρατίας. Και, παρότι η Αριστερά πιστεύει στην πρόοδο μέσω της ανάπτυξης «δικαιωμάτων», το δικαίωμα στη Σαρία –μερικώς ή ολικώς– αποδεικνύει για ακόμα μία φορά στην Ιστορία ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οπισθοχωρήσει, ότι ο δρόμος δεν μας οδηγεί υποχρεωτικά προς τα μπρος.
Οι ευθύνες της Δύσης
– Σε ποιο βαθμό και τι είδους ευθύνες αναγνωρίζεις στη Δύση για τη «ριζοσπαστικοποίηση» του Ισλάμ;
– Οι δυτικές χώρες δεν είναι παντοδύναμες όπως νομίζουν πολλοί. Δεν ευθύνονται για όλα τα δεινά, ούτε μπορούν να τα διορθώσουν, ακόμα κι αν το επιθυμούν. Οπως έχουμε επαναλάβει συχνά, οι ΗΠΑ διέπραξαν εγκληματικό σφάλμα όταν υποστήριξαν τους μουτζαχεντίν εναντίον της αφγανικής κυβέρνησης η οποία προσέκειτο στην τότε ΕΣΣΔ. Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, καλοήθης – όσο καλοήθης μπορεί να είναι η πολιτική μιας διεθνούς δύναμης: όμως, η λεγόμενη «εισβολή» στο Αφγανιστάν ξεσήκωσε τις υπερευαίσθητες ευρωπαϊκές ψυχές και οι ΗΠΑ βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ μέσω των φανατικών μουσουλμάνων. Οι οποίοι στη συνέχεια δημιούργησαν πυρήνες εξισλαμισμού σε όλη τη Δύση ευνοούμενοι από την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Αυτά παθαίνει όποιος εφαρμόζει την ανόητη πολιτική τού «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»… Αν προσθέσουμε τη διφορούμενη στάση της Δύσης στην αραβοϊσραηλινή διένεξη, έχουμε μια εικόνα πολύ περίπλοκων προβλημάτων που ίσως συνετέλεσαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Αλλά επιμένω ότι η ισλαμική θεμελιοκρατία οφείλεται κυρίως σε ενδογενή προβλήματα των μουσουλμανικών κοινοτήτων που απέτυχαν να γίνουν πολίτες της Δύσης: σε αυτό έπαιξε ρόλο η διχαστική πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Τέλος, ένα από τα κίνητρα της ριζοσπαστικοποίησης των μουσουλμάνων δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι η φθονερή απόρριψη ενός συστήματος και μιας κοινωνίας στην οποία, παρότι τους δόθηκαν όλα τα μέσα, απέτυχαν να ενσωματωθούν. Η «ριζοσπαστικοποίηση» δεν πρέπει να αποδίδεται στη φτώχεια: η μαρξίζουσα ερμηνεία παραείναι εύκολη.
◉
[Tα «παραμύθια» των ποιητών·
25/08/2023 § Σχολιάστε

©JimmyRobert, FrammentiII_inkjet_print, courtesy Thoma Dane Gallery, London
Βοκκάκιος: «Ψωμί» και «Ποίηση»
Το να κάνεις παρέα με τις Μούσες ―που ο Βοκκάκιος ταυτίζει με τις γυναίκες με σάρκα και οστά ―βοηθά να ζεις καλύτερα. Πράγματι, στο Δεκαήμερο, ο συγγραφέας επιτίθεται στους κακολόγους, οι οποίοι, με την εμμονη της συσσώρευσης «θησαυρών», τον καλούν να σκεφτεί περισσότερο το «ψωμί» παρά τα «παραμύθια» των ποιητών:
Και τι να πω σ’ εκείνους που με οικτίρουν για την πείνα μου και με συμβουλεύουν να κοιτάξω για ψωμί; Κι εγώ δεν ξέρω ― αν και είμαι περίεργος να ‘βλέπα την απάντησή τους, αν και τύχαινε, από ανάγκη, ν’ αποταθώ σ’ αυτούς. Φαντάζομαι πως θα απαντούσαν: «Πήγαινε από δώ! Ζήτησέ το από τα παραμύθια σου». Και ασφαλώς οι ποιητές βρήκαν περισσότερο ψωμί στα παραμύθια τους, απ’ ό,τι πολλοί πλούσιοι στους θησαυρούς τους. Κι ακόμα, πόσοι ποιητές, κυνηγώντας τα παραμύθια τους, έφτασαν στην ακμή της ηλικίας τους ενώ, αντίθετα, πολλοί που επιζητούσαν ν’ αποκτήσουν περισσότερο ψωμί απ’ όσο χρειάζονταν, βρήκαν πρόωρο θάνατο!(Βοκκακίου Δεκαήμερο).
Tα «παραμύθια» των ποιητών, ανεξάρτητα από την ποσότητα του «ψωμιού» που μπορεί κανείς να αγοράσει, είναι αναγκαία για να καταλάβει κανείς τα βασικά πράγματα που λεχουμε ανάγκη. Και κυρίως μας διδάσκουν να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας από την εμμονή του κέρδους και του χρήσιμου η οποία, όπως συμβαίνει στους κυνηγούς του πλούτου, γίνεται συχνά ο κύριος λόγος ενός πρόωρου θανάτου.
*
[Nuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα.
◉
[Η ελληνική σύλληψη του κόσμου ·
24/03/2023 § Σχολιάστε

Απόσπασμα από την ιστορική διάλεξη του Κορνήλιου Καστοριάδη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984.
«Η θέσμιση της κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο φαντασιακών σημασιών. Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σε κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:
Α. Η ερμηνεία που είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών του 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, αλλά προβλήματα και σκοπός που η πραγματοποίηση τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σε ότι άφορα την ανθρώπινη ζωή.
Β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι η ιδέα του Χάους. Για τον Ησίοδο {Θεογονία, στίχος 116), το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ’. Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια του χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης α-ταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη του κόσμου, που είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ο ποιητής του δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος (στίχοι 717─720, 722─723, 724─730, 731─735). Οι «ρίζες» του κόσμου «της γης και της στείρας θάλασσας»- βγαίνουν απ’ αυτό το τεράστιο κιούπι, που το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» του κόσμου -κόσμος = τάξη-, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ο τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει -προς το παρόν- ο Ζευς, και την κάνει να είναι κατά κάποιο τρόπο κόσμος.
Γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμία υπερβατική εξωκοσμική δύναμη που να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει». Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Έξαλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σε μια απρόσωπη Μοίρα, η οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ο Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω του αγγελιαφόρου του Ερμή ότι: νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ᾽· οὐκ ἐκ τῶνδ᾽ ἐγὼ δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην; τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ᾽ ἐπόψομαι αἴσχιστα καὶ τάχιστα. Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε και νομίζετε πως κατοικείτε απροσπέλαστα απ’ τον πόνο παλάτια• μήπως δεν είδα μέχρι τώρα την καθαίρεση δύο τυράννων; Έτσι και τον τρίτο, τον σημερινό αφέντη θα δω να πέφτει πολύ άσχημα και πολύ σύντομα] Προμηθεύς Δεσμώτης, στίχ. 955─959.
Τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα -κι αυτή είναι η εποχή που με ενδιαφέρει: 8ος-5ος αιώνας- για την αρχαία ελληνική αντίληψη, η μετά θάνατον ζωή ή δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι πολύ χειρότερη απ’ την επίγεια ζωή. Αυτό λέγεται σαφώς στην Οδύσσεια, στη Νέκυια (λ, 488), όταν ο Οδυσσέας συναντα τη σκιά του νεκρού Αχιλλέα στον Άδη, η οποία και τού λέει: μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ’ Ὀδυσσεῦ. βουλοίμην κ’ ἐπάρουρος ἐών θητευέμεν ἄλλῳ, ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη, ἢ πᾶσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ἀνάσσειν. [Το θάνατο μη μου παινεύεις λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα την γη να δουλεύω υποτακτικός κάποιου φτωχού χωριάτη με λίγο βιός, παρά να βασιλεύω σ’ όλους αυτούς τούς σβησμένους νεκρούς] Οδύσσεια λ488─491.
Αυτός είναι, λοιπόν, ο νόμος της υπάρξεως του είναι: νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος, αν μπορώ να πω, και αναδημιουργίας του κόσμου από το χάος. Η ιδέα ενός ιστορικού νόμου, εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας, είναι ιδέα άγνωστη στους Έλληνες, όπως άγνωστος είναι ο μεσσιανισμός ή η δυνατότητα εξωκοσμικής φυγής. Η θεώρηση αυτή εμπνέει μια στάση, σύμφωνα με την οποία ότι είναι να γίνει θα γίνει εδώ. Ό,τι δεν γίνεται εδώ, δεν γίνεται για μας, δεν μας άφορα, γίνεται άλλου, μεταξύ θεών, ή γίνεται στις ρίζες τού χάους.
Το σημαντικό για μας γίνεται εδώ, εξαρτάται από μας κι εμείς θα το κάνουμε. Δεν θα το κάνει ούτε ο θεός, ούτε η ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καμία πολιτική διεύθυνση, κάτοχος της επιστημονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγμάτων, θα το κάνουμε εμείς οι άνθρωποι ─αν γίνεται, κι αν μας αφήσει η Μοίρα─ ή δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό εν γνώσει μας ότι υποκείμεθα στον ίδιο νόμο που διέπει και τον υπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως και φθοράς.
Το χάος το έχουμε και μέσα μας με την μορφή της ύβρεως, δηλ. της άγνοιας ή αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας διότι, βεβαίως, αν τα όρια ήσαν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος. Αυτό είναι έξαλλου κι ένα απ’ τα μαθήματα της τραγωδίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την φιλοσοφία και την γονιμοποιεί. Σαν πολιτικός θεσμός η τραγωδία είναι θεσμός αυτοπεριορισμού. Υπενθυμίζει διαρκώς στους Αθηναίους πολίτες ότι υπάρχουν όρια άγνωστα εκ των προτέρων στο δρών υποκείμενο, το όποιο ενεργεί υπεύθυνα αναλαμβάνοντας τους κινδύνους των πράξεων του. Κανείς δεν μπορεί να του τα υποδείξει εκ των προτέρων. Μόνο του πρέπει να τα καταλάβει η να τα διαισθανθεί.
Αυτές τις ιδέες τις ονομάζω κεντρικές φαντασιακές σημασίες. Αποτελούν τρόπο σημασιοδότησης της πραγματικότητας, της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου. Τις συναντάμε από την καταβολή, από την αρχική σύσταση τού ελληνικού κόσμου, από τον Όμηρο ήδη και από την μυθολογία. Η σημασία της διαδοχής Ουρανού, Κρόνου, Διός, όπως περιγράφεται από τον μύθο, εκφράζει την ίδια αυτή φιλοσοφική αντίληψη που προσπάθησα να διατυπώσω περιληπτικά. Γι’ αυτό και θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και ωραίες μυθολογίες, μια όμως είναι αληθινή: η αρχαία ελληνική. Αληθινή με την έννοια ότι όλοι οι μύθοι της έχουν ένα σημασιακό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο κατοπτρίζεται η ίδια μας η ζωή και κάθε ανθρώπινη ζωή.
Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στο ποίημα του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», ο Εμπειρίκος τελειώνει με την ευχή: «να γίνη […] πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου». Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο της ζωής την γνώση του θανάτου.
Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τούς θνητούς. Ίσως αυτός μάς εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τούς ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ότι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μάς, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς.
______________
Απόσπασμα από το «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα» (διάλεξη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984), εκδ. Ύψιλον, 1999. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922-Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος, επαγγελματίας ψυχαναλυτής από το 1973 και διευθυντής σπουδών στην Ανώτατη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ού αιώνα.
[Πηγή: www.doctv.gr]
◉
[Περικλής Κοροβέσης, Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί;
17/11/2022 § Σχολιάστε
Αφιερωμένιο στην επέτειο του Πολυτεχνείου

«Ένας φίλος» κι ο Επίλογος από τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση
«…Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων…»
Ένας φίλος
Μια νοσοκόμα αξιωματικίνα, όταν τύχαινε να ‘ναι μόνη της στο δωμάτιο, μου μίλαγε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που ένας μη φανατικός θα μπορούσε να το ονομάσει ακόμα και συμπάθεια. Μου έσιαχνε το μαξιλάρι, τα σκεπάσματα, με φώναζε – δεν ξέρω για ποιο λόγο – Νικολάκη, επέμενε να τρώω όλο το φαγητό και πραγματικά θύμωνε όταν έπαιρνε τον δίσκο απείραχτο. Μου έλεγε πως μού χρειάζεται ένα γερό ξύλο για να βάλω μυαλό. Αλλά το έλεγε με τέτοιο αθώο τρόπο, που σίγουρα αγνοούσε τι σήμαινε πραγματικά ένα γερό ξύλο και μου ερχόταν κάτι σαν διάθεση γέλιου.
Μια μέρα ήρθε να πάρει το φαγητό. Με έκπληξη διαπιστώνει πως ο δίσκος ήταν εντελώς άδειος. Πραγματικά ενθουσιάστηκε. Ο ασφαλίτης έλειπε και ο απ’ έξω φρουρός, ο φαντάρος, είχε πιάσει την κουβέντα στο βάθος του διαδρόμου. Αφού βεβαιώθηκε δυο τρεις φορές πως έτσι έχουνε τα πράγματα, μου είπε:
«Γιατί, βρε Νικολάκη μου, δεν κάνεις κάθε μέρα το ίδιο; Είσαι πολύ αδύνατος. Τρώε το φαγητό σου να γίνεις καλά, να πας όπου αλλού στην ευχή της Παναγίας, να ησυχάσεις από δαύτους. Μην τους μπαίνεις, κάνε τον κουτό λιγάκι. Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκάσεις, φίλα το».
Μού μίλαγε με πραγματική συγκίνηση. Μού ‘ρθε να της φιλήσω το χέρι. Πήρα θάρρος και τη ρώτησα γιατί με φωνάζει Νικολάκη κι όχι με το πραγματικό μου όνομα, που είναι Περικλής Κοροβέσης. Έδειξε κατάπληξη. Μετά μου εξήγησε πολύ φυσικά πως μ’ έχουν γραμμένο Νικόλαο Πανόπουλο, Σταυρόπουλο, κάπως έτσι· δεν το θυμότανε καλά. Σταμάτησε απότομα. Κάτι κατάλαβε, κάτι κατάλαβα κι επακολούθησε εκείνη η αμηχανία που δημιουργείται μετά τις γκάφες. Ύστερα, συνέχισε με τον ίδιο πονεμένο και τρυφερό πόνο τις απόψεις της για τη Χούντα, που την πίστευε.
Από τα πολλά παραδείγματα, θα διάλεγε μόνο κάτι δικό της. Είχε ένα μικρό αυτοκινητάκι που το ‘χε πάρει με πολλές θυσίες. Εκείνη μονάχα ήξερε πώς το πήρε· το χρωστάει ακόμα. Ε, λοιπόν, πριν από την 21η, κάθε βράδυ πήγαιναν Λαμπράκηδες και της κατουράγανε την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθε πρωί πήγαινε μ’ έναν κουβά νερό να το καθαρίσει. Αυτό είχε γίνει πραγματικό μαρτύριο. Σε τι αστυνομίες είχε πάει, σε τι εκατό είχε τηλεφωνήσει! Τίποτα! Οι αστυνομίες πού να προλάβουν. Έπρεπε, κάθε μέρα, να τρέχουν στα συλλαλητήρια και να τρώνε ξύλο από τους κομμουνιστές. Μόλις έγινε η «επανάσταση», το κακό σταμάτησε με το μαχαίρι. Το αυτοκίνητο από τότε ήταν πεντακάθαρο.
«Να τι θα πει επανάσταση. Όλοι οι άνθρωποι έχουν βρει την ησυχία τους. Οι εφημερίδες πια δεν γράφουν ό,τι θέλουνε. Τα λεωφορεία δεν κάνουν απεργίες. Γιατί, βρε παιδάκι μου, δεν σ’ αρέσει το καλό του τόπου μας;»
…Επίλογος
Οι φυλακές είχανε γεμίσει και δεν χωράγανε άλλους. Όταν φτάσαμε στην Αίγινα, δεν είχανε κρεβάτια και μας δώσανε δυο σανίδες και δυο κουβέρτες. Οι παλιοί λέγανε πως όπου να ‘ναι θα δοθεί και μια αμνηστία για να βγάλουνε τουλάχιστον αυτούς που είχανε πιάσει κατά τύχη. Πράγματι, δόθηκε κάτι που το λέγανε αμνηστία, φύγανε αυτοί που είχανε πιαστεί κατά τύχη κι εμείς μείναμε στη φυλακή. Πάλι όμως δεν είχε χώρο. Ύστερα από τρεις μήνες, δώσανε απολυτήριο σε όσους από μας τύχαινε να ‘ναι η πρώτη φυλακή.
Έγινε όμως κάτι περίεργο. Μόλις υπογράψαμε το απολυτήριο, μας περάσανε πάλι τις χειροπέδες και, με τεράστια συνοδεία, μας βάλανε στη γραμμή δυο-δυο και – με το απολυτήριο στην τσέπη – μας πήγανε ξανά στην Ασφάλεια. Κάποιος από μας είχε καρφιτσώσει το απολυτήριο στον κόρφο του και φώναξε μέσα στο πλοίο που μας πήγαινε από την Αίγινα στον Πειραιά:
«Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί; Τώρα για τις χειροπέδες θα μου πείτε «ψιλά γράμματα!». Κι εσείς έχετε, αλλά δεν τις βλέπετε».
Η συνοδεία δεν του είπε τίποτα.
Στην Ασφάλεια μάς ζητάγανε δηλώσεις μετανοίας. Από μας κανείς δεν υπέγραψε. Τους πάνω από τα τριάντα τους στείλανε εξορία. Τους υπόλοιπους, ύστερα από αρκετές μέρες στην Ασφάλεια, μας άφησαν ελεύθερους, με την υποχρέωση να δίνουμε δύο φορές παρόν στην Ασφάλεια.
Είχα και δύο τελευταίες συζητήσεις με τον Γκραβαρίτη και τον Καραπαναγιώτη. Ο Γκραβαρίτης μού έλεγε πως ό,τι έγινε, έγινε και πρέπει να το ξεχάσουμε. «Πάνε αυτά, περάσανε, τώρα είμαστε φίλοι!». Δεν φταίει αυτός. Τι να σου κάνει; Υπάλληλος είναι, έχει γυναίκα και δύο παιδιά. Τι νομίζω πως παίρνει; Πενταροδεκάρες. Ύστερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας δεν μπορεί να πάρει ένα δεύτερο πουκάμισο· κι αυτός προλετάριος είναι, που τον εκμεταλλεύονται άλλοι. Βγάζει όλη τη δουλειά αυτός και τελικά ο Καραπαναγιώτης παίρνει τους βαθμούς. Έτσι του ‘ρχεται να δώσει μια κλωτσιά και να τα παρατήσει όλα, να γίνει αλήτης και να κοιμάται κάτω από τις γέφυρες. Καλύτερα θα ‘ναι. Εμένα πολύ μ’ έχει εκτιμήσει και μ’ έχει παραδεχτεί. Ό,τι θέλω, στη διάθεσή του. Να περνάω να τον βλέπω, να πίνουμε καφέ και κανένα βραδάκι να πάρουμε τις γυναίκες μας και να πάμε να πιούμε κανένα κρασάκι. Να γνωριστούμε και οικογενειακώς.
Ο Καραπαναγιώτης μ’ αποχαιρέτησε αλλιώς.
«Είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω που σ’ αφήνω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δεν σε χώνεψα. Μη γελαστείς και νομίσεις πως μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Έχω διαταγές για όλα όσα κάνω», μου έδειξε ένα ντοσιέ. «Εγώ εκτελώ διαταγές και δεν μ’ ενδιαφέρει η πολιτική. Όποια κυβέρνηση και να ‘ναι, δεν μ’ ενδιαφέρει. Εγώ διαταγές εκτελώ. Μη νομίσεις πως θα σε στείλω στην εξορία για να μου κάνεις τον ήρωα. Δεν είμαι τρελός να δώσω στελέχη στο ΚΚΕ. Και πέντε χρόνια να μείνεις εξορία, θα γυρίσεις επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μη νομίσεις πως τώρα είσαι ελεύθερος, φυλακή είσαι πάλι, αλλά με πιο μεγάλη αυλή. Κιχ να κάνεις, χάθηκες. Στη φυλακή είχες μάσες, ξάπλες, φούμες, όλα τζάμπα. Άντε τώρα να δουλέψεις, να βγάλεις το μεροκάματο, και τα λέμε. Να δούμε αν θα μείνει καιρός για πολιτική. Λοιπόν, τελευταία συμβουλή: μακριά από το θέατρο. Να αλλάξεις επάγγελμα, να γίνεις υπάλληλος, να νοικοκυρευτείς. Να ‘χεις μια τακτική ζωή. Παρέες και τέτοια κομμένα. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς. Αν τυχόν σε ξαναφέρουνε εδώ, έχεις τον λόγο της τιμής μου: χάθηκες. Τώρα μπορείς και περπατάς. Ε, την άλλη φορά δεν πρόκειται να ξανασηκωθείς. Στρίβε.»
Υστερόγραφο
Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταράτσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνομίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sunday Times, ότι «αυτές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς».
✳︎
[Ευχαριστίες στον φίλο Μανώλη Γιούργο στο fcbk
