Basho και Issa. «Ο κόσμος της Πάχνης»
18/07/2009 § Σχολιάστε
Σαραντατρία χαικού του Μaτσούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα, απόδοση: Διονύσης Καψάλης
Παρουσίαση
Ο Ματσούο Κινσάκου Μπασό (1644-1694) και ο Γιατάρο Κογιαμπάσι Ίσσα (1763-1827) είναι οι δύο μεγάλοι αναγνωρισμένοι δάσκαλοι του χαϊκού, του κλασικού αυτού ιαπωνικού ποιήματος που συντίθεται με δεκαεπτά συλλαβές μοιρασμένες σε τρεις στίχους.
Ο Μπασό έδωσε στο χαϊκού την περιεκτικότητα, το ηθικό βάθος και την ευγένεια της βουδιστικής του ευλάβειας, σε πυκνές εικόνες όπου η εφήμερη ζωή ανοίγεται ακαριαία στην αιωνιότητα, αποκαθαίροντάς το από την επιπολαιότητα και τη χυδαιότητα των προκατόχων του.
Ο Ίσσα ανανέωσε ριζικά την ποίηση του χαϊκού και της προσέδωσε έναν προσωπικότερο, τρυφερότερο και πιο κοσμικό τόνο από τον μεγάλο πρόδρομό του, επιλέγοντας ως αγαπημένα θέματα τη φτώχεια του και τη μοίρα των πιο απροστάτευτων μικρών ζώων και εντόμων.
Στο ανά χείρας βιβλίο παρουσιάζονται λιγοστά δείγματα των δύο δασκάλων, εικοσιέξι του Μπασό και δεκαεφτά του Ίσσα, χαϊκού που μεταφράστηκαν από τον Διονύση Καψάλη το φθινόπωρο του 1987 (πρώτες δημοσιεύσεις σε δύο εκτός εμπορίου φυλλάδια, της Άγρας και του περιοδικού Πλανόδιον).
Ο Διονύσης Καψάλης εισάγει στην τέχνη του χαϊκού: «Την αταραξία διδάσκει ο Βουδισμός. Αυτήν αποζητάει ο βουδιστής ασκητής, αυτήν και ο ώριμος τεχνίτης του χαϊκού και προς την ίδια πάνω κάτω κατεύθυνση: ένδον. Το ηθικό αυτό αίτημα είναι εξαρχής συνυφασμένο με την τέχνη, την τεχνική και την εικονοποιία ακόμη του χαϊκού. […] Στην τέχνη του χαϊκού, τα πράγματα του κόσμου είναι ακόμη πιο επιτακτικά πράγματα του κόσμου, και η φυσική ιχνογραφία προσεταιρίζεται τον παρατηρητή, το λυρικό «εγώ» της δικής μας ποίησης, σαν ένα ακόμη φυσικό φαινόμενο. Στα χαϊκού, για να θυμηθούμε τον Σολωμό, η μεταφυσική γίνεται φυσική -όχι αντιστρόφως- και η διάρκεια ερωτοτροπεί με το στιγμιαίο παρόν. »
Απόσπασμα
Μπασό
4. Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.
9. Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.
Ίσσα
4. Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, να την:
η πεταλούδα.
6. Ξαφνική βροχή:
το γυμνό μου άλογο
γυμνός ιππεύω.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Ματσούο Κινσάκου Μπασό γεννήθηκε στο Ουένο της επαρχίας Ίγκα το 1644 και πέθανε στην Οζάκα το 1694. Γόνος οικογένειας σαμουράϊ, αφού εργάστηκε ένα διάστημα ως δάσκαλος καλλιγραφίας, αποτραβήχτηκε μετά, το 1680, σε μια καλύβα στα περίχωρα του Έντο, όπου έζησε ως ερημίτης, με συντροφιά ένα είδος μη καρποφόρας μπανανιάς (basho) που φύτεψε στο κατώφλι του. Θεωρείται δημιουργός του χαϊκού και ο μεγαλύτερος εκπρόσωπός του. Τα ποιήματά του ενσωματώνονται στα περίφημα ταξιδιωτικά του ημερολόγια (περιηγήθηκε στις πιο απόμακρες επαρχίες της χώρας του), όπου συνδυάζονται η αμεσότητα της πεζογραφίας με την υψηλόφρονα ευγένεια του στίχου και τη λεπτότητα της ζωγραφικής (Το στενό μονοπάτι στην άκρη του κόσμου, 1694). Οι μαθητές του συγκέντρωσαν τα ποιήματά του στις «Εφτά συλλογές της σχολής του Μπασό» (1774).
Ο Γιατάρο Κογιαμπάσι Ίσσα γεννήθηκε το 1763 στο μικρό ορεινό χωριό Κασιουαμπάρα της επαρχίας Σινάνο. Πρωτότοκος γιος μιας μέσης αγροτικής οικογένειας, ορφανός από μητέρα στα δύο του, εγκατέλειψε την πατρική στέγη στα δεκατρία για το Έντο. Εκεί, έπειτα από μία δεκατία ααγνωρίζεται δάσκαλος της ποίησης χαϊκάι. Γίνεται επικεφαλής της σχολής Nirokuan, όπου καλλιεργείται μια αναγέννηση του υψηλού ύφους του Μπασό. Συνέγραψε χαϊκού (σώζονται περί τα είκοσι χιλιάδες), πνευματώδη συνεχόμενα στιχουργήματα και πεζογραφήματα. Το ημερολογιακό του έργο Το έτος της ζωής μου (Oraga Haru) είναι από τα σημαντικότερα και πιο συγκινητικά κείμενα του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Ίσσα παντρεύτηκε μετά τα πενήντα, αλλά κανένα από τα πολλά παιδιά του δεν πέρασε τη βρεφική ηλικία. Πέθανε το 1827.
Το νέο βιβλίο του Νίκου Παργινού
09/07/2009 § Σχολιάστε
Συγγραφικές συζητήσεις εφημερίδα «Έθνος» – 4 Ιουλίου ’09 -ένθετο «βιβλία για το καλοκαίρι»
Η συγγραφή του πρώτου του βιβλίου, της «Κρεμάλας», ήταν ένα ταξίδι αυτογνωσίας, το οποίο λειτούργησε λυτρωτικά για τον συγγραφέα Νίκο Παργινό. Στο δεύτερο βιβλίο του «Με τον έρωτα περνάει ο καιρός με τον καιρό περνάει ο έρωτας» μας ταξιδεύει στα μονοπάτια του έρωτα.
Ο συγγραφέας Δημήτρης Μαμαλούκας τον συναντά και συζητούν για το νέο του βιβλίο, τον έρωτα και τον χρόνο.
– Από τον τίτλο και μόνο το νέο σου βιβλίο φαίνεται πως μιλάει για τον έρωτας και τα… καιρικά φαινόμενα. Την επιρροή του χρόνου στα ανθρώπινα συναισθήματα, ένα μάλλον αγαπημένο θέμα της λογοτεχνίας.
Πρόκειται για μια ερωτική ιστορία που βάλλεται από κάθε είδους καιρικό φαινόμενο στη διάρκεια του χρόνου, ενώ μικρές ερωτικές ιστορίες της διπλανής πόρτας ξεδιπλώνονται στα μάτια των πρωταγωνιστών της. Αυτές οι φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες αναμένεται να καθορίσουν και το τέλος της κεντρικής. Το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να αποκαλυφθεί η μοναδικότητα της κάθε ερωτικής εμπειρίας. Άλλωστε, λένε πως ο έρωτας δεν φτιάχνεται με καλούπια και δεν ορίζεται μονοδιάστατα. Για να είμαστε ειλικρινείς, κάθε πρόσωπο με το οποίο σχετιζόμαστε μας κάνει να ξεδιπλώσουμε και μια διαφορετική πτυχή του ίδιου μας του εαυτού. Αυτή άλλωστε είναι και η μαγεία της ζωής.
– Ο έρωτας λοιπόν που περνά με τον καιρό ή ο καιρός που περνά με τον έρωτα; Πόσο αμφίδρομη είναι αυτή η σχέση ειδικά στις μέρες μας;
Με κάθε είδους καιρό ο έρωτας πάντα βασιλεύει. Μόνο που ο καιρός εν τέλει είναι κι αυτός που φθείρει και τον ίδιο τον έρωτα. Ζούμε σε χαλεπούς ερωτικούς καιρούς, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων έχουν μετατραπεί σε προβληματικές καθημερινές συναλλαγές, κυρίως γιατί στην εποχή μας βασιλεύει το «εγώ» ή ίσως γιατί ο χρόνος μάς έφερε νομοτελειακά και την παρακμή του ερωτισμού. Θέλω να πιστεύω πως είναι ο έρωτας τελικά που βγαίνει κερδισμένος από αυτό το αρχέγονο παιχνίδι κυριαρχίας.
– Πόσο θεμιτό είναι τελικά να αναζητεί κανείς σε λογοτεχνικά βιβλία που μιλούν για τον έρωτα μαγικές συνταγές επιτυχίας;
Δεν υπάρχουν μαγικές ερωτικές συνταγές. Δεν υπάρχει λογική στον έρωτα. Λένε πως ο έρωτας είναι η επικράτηση της φαντασίας επί της λογικής. Η λογοτεχνία από την άλλη οφείλει να μιλά για τον έρωτα, αφού ο έρωτας αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο κομμάτι της ζωής μας. Μάθαμε να ισορροπούμε ανάμεσα στο πιπεράτο κουτσομπολιό των μεσημεριανών της τηλεόρασης και στη δήθεν φιλοσοφημένη παραφιλολογία, ενώ οι καθημερινές ερωτικές ιστορίες στολίζουν με τα συνθήματά τους τους παράπλευρους τοίχους της διαδρομής μας, φθάνει να στρέψουμε το βλέμμα προς αυτές, να διαβάσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε τα μηνύματά τους.
[http://nikosparginos.blogspot.com/2009/07/4-2009.html]
.
.
Κυκλοφορεί μέσα στον Ιούλιο, θα το βρείτε σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία
.
.
Κριτική Βιβλίου Μαρίας Πετρίτση: Ελένη Ζαχαριάδου: «Γλυκά του κουταλιού»
28/06/2009 § Σχολιάστε
ΒΥΣΣΙΝΟ, πορτοκάλι, κυδώνι, καρύδι και περγαμόντο. Μέσα σε αυτό το βιβίο, το σιρόπι των γλυκών του κουταλιού, αλλάζοντας χρώματα και υφή, μεταμορφώνεται πότε σε γεύση ουρανού και πότε σε κουταλιά θανάτου. Πέντε μικρές ανασυνθέσεις ζωής δια χειρός Ελένης Ζαχαριάδου, μέσα στις οποίες βλέπουμε να παρελαύνουν η αγωνία, ο έρωτας, η πλήξη, η απελπισία, η εκδίκηση, η ζωή κι ο θάνατος.
Άνθρωποι που ζουν με γεμάτη καρδιά σε έναν άδειο κόσμο, άνθρωποι με ανεξέλεγκτες προσδοκίες, άνθρωποι που εθελοτυφλούν μπροστά στη διαφορά του διπλανού τους παραβλέποντας τις ανάγκες του και κατασπαράσσοντάς τον με το δήθεν αδιαφιλονίκητο εγώ τους, άνθρωποι που σπαταλούν κυνικά το χρόνο και τις ικανότητές τους, που μισούν με πάθος κι αγαπούν με αυταπάρνηση. Αυτοί είναι οι ήρωες του βιβλίου, τις περιπέτειες των οποίων καλούμαστε να παρακολουθήσουμε έχοντας κάθε φορά στο στόμα κι από μια διαφορετική γεύση.
Βύσσινο για την ξεριζωμένη μικρασιάτισσα που δεν θα συνέλθει ποτέ από το ένδοξο και πλούσιο παρελθόν της, περνώντας από τα πουπουλένια στρώματα της στοργικής οικογενειακής αγάπης στη σκληροτράχηλη πραγματικότητα της ενηλικίωσης, του διωγμού, της χυδαιότητας του κόσμου και των άκομψων κινήσεων και συναισθημάτων.
Βαθυκόκκινο σιρόπι σε κρυσταλλένια πιατάκια, δαντελλένιες αναμνήσεις μιας ιδανικής ζωής που χάθηκε στιας φλόγες του κατατρεγμού, εικόνες και λόγια που ηχούν τις νύχτες σαν εφιάλτες με αγγελικό πρόσωπο και καταστρέφουν τα όνειρα με βασανιστική σκληρότητα. Ένα γλυκό συνοδεύει την ηρωίδα του διηγήματος σε φως και σκοτάδι, στην αγάπη και στο μίσος, στην εκδίκηση και στο φόνο. Μια γλυκόξινη γεύση που στιγματίζει κάθε στάδιο της ζωή της κάνοντάς την να βιώνει την επίγεια ύπαρξή της σαν νοσηλεία σε βρώμικο νοσοκομείο όπου κάθε απόπειρα θεραπείας και διαφυγής αποδεικνύεται μάταιη και καταδικασμένη.
Πορτοκάλι για την ορφάνεια της κατοχής και του πολέμου, μια δυνατή γλυκόπικρη γεύση στα χείλη ενός μικρού κοριτσιού που είναι προορισμένο για περιπέτειες, με αλλοπρόσαλλη τροπή και αναπάντεχο τέλος. Εκκλήσεις για συμπόνια, σκηνές πείνας και στέρησης, διαμαρτυρίες μπροστά στην ερήμωση και στο άδικο, απεγνωσμένες προσπάθειες επιβίωσης, σκληρότητα και σαρκασμός, κυνισμός και εξαναγκασμός, στάχτες που ξαναγεννούν με κρυφή ειρωνία την ελπίδα για να την παραδώσουν ακολούθως στα χέρια της τραγικής μοίρας και τελικά να την θάψουν μέσα τους δια παντός.
Κρύες σκηνές αλλοτρίωσης, υλικός και συναισθηματικός μαρασμός, παιχνίδι με τα ιερά και τα όσια, ψυχολογική εξορία και εκπόρνευση, παγίδα που αντηχεί σαν κακό γέλιο στ’αυτιά μας: αυτό είναι το στίγμα του διηγήματος με τις πορτοκαλί ανταύγειες και την ακυρωτική τροπή. Μια ελπίδα που χάνεται ειρωνικά, αφήνοντας πίσω της φλούδες πορτοκάλι και δάκρυα που τσούζουν τα μάτια.
Κυδώνι σπιτικό και καλομαγειρεμένο συνοδεύει εδώ την περιγραφή της καταπίεσης και της ματαίωσης κάθε προσπάθειας για λόγο και πράξεις. Μια γεύση γνωστή και χιλιοδοκιμασμένη που σε αυτό το διήγημα χαρακτηρίζει την αποστροφή του εγώ, την επώδυνη και αργοπορημένη μεταμέλεια, τις χαμένες ευκαιρίες και την αδικία που κατακλύζει το μυαλό όταν όλα φτάσουν στο απροχώρητο. Ο ήρωας γεύεται τα πιο τρελλά όνειρα μέχρι να καταλήξει στην πιο πεζή και καταστρεπτική πραγματικότητα που εκείνα έκρυβαν.Όταν όλα δείχνουν πως τίποτα πια δεν είναι εφικτό, πως η ευτυχία, ο έρωτας, η γαλήνη πέρασαν δίπλα του χωρίς να τον αγγίξουν, μια ιδέα παρηγοριάς κι ελπίδας αχνοφαίνεται στον ορίζοντα μιας τυραννισμένης ζωής. Το παιχνίδι των γεύσεων και των απολαύσεων φαίνεται να μην έχει τελειώσει, αλλίμονο όμως, όλα αποτελούν κομμάτια μιας τραγικής ειρωνίας, ενός δραματικού σαρκασμού, ενός αλληγορικού παιχνιδιού που κάθε άλλο παρά αίσιο τέλος έμελλε να έχει. Μια ολέθρια καταστροφή πλήττει τον ήρωα που αναθάρρησε προς στιγμήν, δείχνοντάς του πως ζει σ’ ένα κόσμο οριστικά φθαρμένο και πλούσιο σε βία και σκληρότητα. Μια καταστροφή διδακτική όσο και καταλυτική που τον ακυρώνει βυθίζοντάς τον στο κενό και τη μελαγχολία της καθημερινής πραγματικότητάς του.
Καρύδι με άρωμα δάσους και σπιρτάδα πυρκαγιάς, για το πιο ερωτικό διήγημα της συλλογής. Καρπός που μαλακώνει μέσα στο ζαχαρένιο σιρόπι του και λιγώνει με την απελπιστική νοστιμιά του. Ήρωες που ποθούν, που τολμούν και που δοκιμάζουν. Ψέμματα περιπαικτικά και ερεθιστικά, διαβολικές σκέψεις και μελετημένες κινήσεις, κρυφά βλέμματα μέσα από μισόκλειστες πόρτες που έχουν τη δύναμη να παραλύουν το σώμα και το πνεύμα ακόμα και ως ανάμνηση, τραγελαφικές σκηνές εξαπάτησης και πόθου που τυφλώνει και οδηγεί στον παραλογισμό. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να απολαύσει κανείς ένα γλυκό του κουταλιού, κι ο καλύτερος αποδεικνύεται πως καταργεί το σημαντικότερο εργαλείο του, το κουτάλι. Η δύναμη των αισθήσεων καταργεί τα πάντα σαν άλωση και εμπνέει ακόμα περισσότερα σε εκείνους που έχουν μάθει να ζουν κατακτώντας. Το παιχνίδι όμως δεν σταματά παρά μόνο όταν ο κατακτητής πάρει τη θέση του κατακτημένου κι όλοι οι κανόνες ανατρέπονται αφήνοντας πίσω τους μια ανεπαίσθητη ηχώ γέλιου που παραλύει με το σαρδόνιο κεχριμπαρένιο χρώμα της και οδηγεί στα άκρα.
Περγαμόντο σαν στολίδι μέσα σε γυάλες λαμπερές και διάφανες, μικρά κομματάκια ζαχαρωτής ώχρας μέσα σε μια γλυκειά λίμνη διαθέσεων, σκέψεων, συναισθημάτων. Μια συζήτηση-αναδρομή στα περασμένα ανάμεσα σε μια νεκρή μάνα κι έναν ομοφυλόφιλο γιο που ποτέ δεν βρήκαν έναν τρόπο ειλικρινούς προσέγγισης μεταξύ τους.
Σε αυτό το διήγημα ο πουριτανισμός που συχνά βαραίνει πάνω μας απειλητικά, οι προκαταλήψεις που στερούν από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τους γύρω του ως όντα ισότιμα με αυτόν, οι ιδεοληψίες που μας εμποδίζουν να δούμε και να αγαπήσουμε τους ανθρώπους έτσι όπως τους έφτιαξε η φύση έρχονται αντιμέτωπα με μια φωνή διαμαρτυρίας που προσπαθεί να ακουστεί παντού. Κι αν κάποτε αντιστρέφονταν οι ρόλοι, γιατί να μην έπαιρναν οι κατηγορούμενοι το ρόλο του δικαστή και να δίκαζαν τα πραγματικά εγκλήματα που διαπράττει ο άνθρωπος στο όνομα της υστερικής ευταξίας και της δήθεν κανονικότητας μέσα στην οποία ζει εθελοτυφλώντας, εξαναγκάζοντας κι αδικώντας χωρίς κανένα λόγο;
Την ύστατη ώρα κανείς δεν γλιτώνει από την κρίση εκείνων που έκρινε. Όσα δεν καταλάβαμε την κατάλληλη στιγμή κάποτε θα γίνουν το κρίμα που θα μας βυθίσει στην αιώνια αδικία, στρέφοντάς την εναντίον μας. Η στέρηση αγάπης και η αμφισβήτηση της αξιοπρέπειας, ο πόνος που μπορεί να προκαλέσει μια σκληρή συμπεριφορά, η επιπολαιότητα και το οντολογικό κακό που διέπουν συχνά τη συμπεριφορά και τη σκέψη μας καθίστανται αρρώστια από την οποία απειλείται άμεσα ο άνθρωπος, και σε αυτό το διήγημα η συγγραφέας προσπαθεί να μας προφυλάξει από την κακοδαιμονία και τη σήψη της.
Τα γλυκά του κουταλιού παρουσιάζονται με συμβολικό ρόλο μέσα σε αυτό το ενδιαφέρον και με αξιώσεις βιβλίο. Η συγγραφέας κατορθώνει να μας βυθίσει σε μιαν ατμόσφαιρα νοσταλγίας κι αρμονίας ακόμη και με εποχές και σκηνές που δεν ζήσαμε ποτέ. Με προσεκτικό και λιτό ύφος, με πολυτονικό σύστημα, με σφιχτοδεμένη οικονομία και κάπως μελοδραματικό τόνο, το ρεπερτόριο των διηγημάτων της Ζαχαριάδου κατορθώνει τελικά να μας αφήσει μια ευχάριστη γεύση στο στόμα.
Το ψυχικό άλγος, το αίσθημα ασυμβατότητας με πρόσωπα και καταστάσεις, η ταύτιση με κάποια άλλα, η παραίτηση που συντελείται συχνά μπροστά στα μάτια μας παράλληλα με την πεισματική αντίσταση που συναντάμε από αυτά σε άλλες περιπτώσεις, μας βοηθούν να δανειστούμε έστω και για λίγο το πρόσωπο του κάθε ήρωα και να γλιστρήσουμε μέσα στην ιστορία του.
Το κατοπτρικό παιχνίδι που διαδραματίζεται σε κάθε διήγημα, όμοιο με προσωπική προσέγγιση των καθημερινών καταστάσεων της ζωής, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αμεσότητας και συγκίνησης η οποία καθιστά το ανάγνωσμα ισχυρό και μας καλεί να λάβουμε μέρος στο μοτίβο του.
Κλείνοντας αυτό το βιβλίο έχουμε γευτεί κουταλιές γλυκόπικρης ευτυχίας και ενδέχεται να σπαταλήσαμε και κάποια δάκρυα πάνω στις σελίδες του. Έτσι όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως φτάνοντας στην τελευταία σελίδα είδαμε την ακινησία του αδιάφορου αναγνώστη να κάμπτεται και πως ικανοποιήσαμε την ανάγκη μας για ένα καλό βιβλίο.
.
.
– Η κριτική της Μαρίας Πετρίτση: Ελένη Ζαχαριάδου: «Γλυκά του κουταλιού», Εκδόσεις Το Ροδακιό – δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του περιοδικού Στάχτες
– Άλλα κριτικά δημοσιεύματα της Μαρίας Πετρίτση εδώ
.
Λάκης Φουρουκλάς – «Οι Γυναίκες της συγνώμης»
05/06/2009 § Σχολιάστε
Απ’ τη προχθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία
Σε μια εποχή αντιρομαντική, όπου το παροδικό εξιδανικεύεται κι ο υπερθετικός βαθμός διακωμωδείται, το αιώνιο στριμώχνεται βίαια μες στην αμφιβολία, πώς να γράψει κανείς για τον έρωτα και μάλιστα όταν τα υποκείμενά του δεν διαθέτουν το άλλοθι της εφηβείας;
Πώς να γράψει κάποιος χωρίς να νιώσει την πίκρα του ν’ αντικρύσει το έργο του στα ράφια των μελοδραματικών αναγνωσμάτων; Ο Λάκης Φουρουκλάς, βρίσκει τον τρόπο. Οι «Γυναίκες της Συγνώμης», το 3ο στη σειρά μυθιστόρημα του συγγραφέα, έχοντας πλήρως αφομοιώσει το πνεύμα της εποχής, παρακάμπτουν την εύκολη γραφή κι έρχονται να αναθεωρήσουν την έννοια του ρομαντικού μυθιστορήματος .
Στο βιβλίο , που γοητεύει με το ύφος και τη γλώσσα του, ο πεζός λόγος συναντά τον ποιητικό και ο ρυθμός του συγχρονίζεται με το ρυθμό των χτύπων της καρδιάς κι ο έρωτας αναγραμματίζεται , για να περιθάλψει καρδιές από καιρό ξελαστιχωμένες στη γωνιά τους
Ο μύθος είναι το πρόσχημα για να αμολήσει ο αφηγητής τα σκυλιά του υποσυνείδητου και να ενορχηστρώσει παύσεις και σιωπές, ικανές όμως να δημιουργήσουν εκκωφαντικό θόρυβο στα πιο απόκρυφα μπουντρούμια της συναίσθησης.
Ο συγγραφέας, δε διστάζει να δοκιμάσει τους ήρωές του γιατί είναι βέβαιος πως δε θα σπάσουν, τους γνωρίζει καλά. Λίγο μόνο θα λυγίσουν αφού είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα μεγάλα όνειρα.
Ρίχνει λάδι στη φωτιά της ψυχής τους, να τη φουντώσει, να την κάνει διάφανη, να γίνει η αποκάλυψη, να βρει ο καθένας τη στιγμή που τον αφορά, το μελτέμι που τον ταξιδεύει στον προορισμό .
Κανείς δεν πρέπει να συναντηθεί με κανέναν αν δεν είναι έτοιμος, αν δεν έχει πρώτα δικαιολογήσει την επιλογή και αν δεν έχει τακτοποιήσει μέσα του το παρελθόν και τις σκιές του.
Ο αφηγητής –συγγραφέας, κλείνει το μάτι στη μοίρα συνωμοτικά αναγνωρίζοντας τη δύναμή της να καταργεί των ανθρώπων τις επιθυμίες και να αποφασίζει αυτή την πορεία τους. Η μοναδική ελευθερία των πρωταγωνιστών είναι η διαχείριση των συναισθημάτων τους κάτι βέβαια καθόλου εύκολο δεδομένων των ανατροπών που εκτυλίσσονται στο έργο. Στον αναγνώστη δημιουργείται η εντύπωση πως κι ο συγγραφέας είναι υποχείριο της μοίρας και περιορίζεται στην απλή καταγραφή των γεγονότων . Δεν προορίζει τις τύχες των ηρώων αλλά τις προγνωρίζει. Ο αφηγητής παρουσιάζεται έτσι απροκάλυπτα προς το τέλος του βιβλίου για να κάνει μια αποτίμηση της όλης πορείας των ηρώων. Παρόλο που αυτό το εγχείρημα είναι επίφοβο αφού θέτει σε κίνδυνο τη σχέση αναγνώστη-ηρώων, αναγνώστη-αφηγητή, η σχέση αυτή διασώζεται την κρίσιμη στιγμή, έντεχνα, στο σημείο όπου ο συγγραφέας δίνει τον πυθιακό χρησμό « άλλοι θα γελάσουν κι άλλοι θα κλάψουν πικρά» .
Ο Δημήτρης , φοβάται πως δεν είναι αντάξιος της αγάπης της Χριστίνας . Την αγαπά, αλλά δεν ξέρει πόσο και το πιο οδυνηρό, πώς. Βγαίνει από τη φυλακή έχοντας ανοίξει τη διαθήκη του καιρού που του αφήνει την αβάσταχτη κληρονομιά να ερμηνεύσει της αλήθειας του το πρόσωπο. Ποια είναι η αλήθεια τελικά; Για πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να υποθέτει εκ του ασφαλούς; Αφήνεται να παρασυρθεί απ’ του κορμιού την πείνα παραμερίζοντας την πείνα της καρδιάς . Αρνείται την αγκαλιά της Χριστίνας για ν’ αφεθεί στα χέρια της Βέρας, μιας Σέρβας , φίλης της Μίρας , της Μίρας που έγινε η αιτία για να πάει ο Δημήτρης φυλακή, αφού τη βοήθησε να αυτοκτονήσει. Δεν κρατάει βέβαια για πολύ αυτή η σχέση με τη Βέρα αφού καραδοκεί και υποτροπιάζει ο έρωτας του Δημήτρη για τη Χριστίνα. Προδομένος από το κορμί, επιστρέφει τελικά στη μήτρα του ονείρου έχοντας πληρώσει το βαρύ τίμημα της εσκεμμένης του απουσίας από αυτή.
Η Χριστίνα παρατηρεί το Δημήτρη, όπως παρατηρούν ένα πουλί που βγαίνει απ’ το κλουβί και δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τη λευτεριά του. Τον υποδέχεται σαν άσωτο υιό, από χρόνια χαμένο στις σκέψεις του που επιστρέφει στη γνώριμη θαλπωρή της οικειότητας . Μόνο που ο μόσχος ο σιτευτός δεν είναι άλλος από την ψυχή της που τη βάζει στα πόδια του κι αυτός από φόβο, δένει τα χέρια πισθάγκωνα κι αδυνατεί να την περιμαζέψει .Τον βλέπει να φεύγει χωρίς να τον παλεύει. Τα εφτά χρόνια αναμονής , τα εφτά χρόνια συμπαράστασης της προς αυτόν δεν θεωρεί πως της δίνουν το δικαίωμα να τον απαιτεί. Εγκλωβισμένη για λίγο μες στις υποθέσεις της προσπαθώντας « να είναι αυτή που χρειάζεται να είναι», τελικά τον αφήνει να τραβήξει το δρόμο του. Βρίσκει κι αυτή στο ξεδίψασμα του κορμιού την προσωρινή, όχι ευτυχία, μα το μετριασμό της μιζέριας της, γιατί η ευτυχία με άλλη αφή συντάσσεται. Ο Μάνος, ο πολύτιμος για τον αφηγητή Ιούδας- προδότης της ζωής, έρχεται σαν πυροτέχνημα να φωτίσει για λίγο τα σκοτάδια της με τις μουσικές του και τις συναλλαγές στου κρεβατιού το παζάρι. Αδυνατεί όμως να αφορίσει τον εγωιστικό του έρωτα γι’ αυτήν και τελικά συνδιαλέγεται με τη μοναδική επιλογή που ένας τέτοιος έρωτας αφήνει: το θάνατο. Η Χριστίνα ,τότε, στ’ ανάμεσο του πριν και του μετά, αποφασίζει να ρίξει το ζάρι και να ποντάρει στην καινούρια ευκαιρία που η μοίρα της φέρνει.
Ο Καπετάνιος έρχεται, σαν ένας άλλος Ζορμπάς να στάξει στις ψυχές των αγαπημένων του προσώπων τη σοφία που η συφοριασμένη του ζωή χάρισε. Αυτός ο γερόλυκος φωνάζει, γελάει, μεθάει, ονειρεύεται , γεύεται της κάθε μέρας τον ήλιο με την ίδια λαχτάρα που μαζεύει ένα παιδί τα κοχύλια στην άμμο. Σμιλεύει τα λόγια του με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση. Βγάζει τη σημαδούρα απ’ το πέλαγο του Αδύνατου, του Ανέφικτου και την σπάει σε χίλια κομμάτια . Για να καταλάβει κάτι το αγγίζει, το μυρίζει του κάνει έρωτα. Ό,τι δεν είναι απτό δεν είναι ζωή, κι ό,τι δεν είναι ζωή , απλά δεν τον αφορά. Τις γυναίκες τις αγαπάει και προσδίδει σ ’ όλες μια ιερότητα ακόμα και σ’ αυτές που άλλοι κατακρίνουν, τις γυναίκες τις συγνώμης, αυτές που τους οφείλει η κοινωνία μιαν απολογία για το σταυρό που κουβαλάνε, για τα καρφιά που ποτέ δεν ξεκαρφώνονται , για το δάκρυ τ’ αστέγνωτο πάνω στο μαξιλάρι. Ο Καπετάνιος μαζί με τη Μαρία, την Ελένη και την Κατερίνα έρχονται σαν από μηχανής θεοί, να σώσουν όποιον θέλει μα διστάζει να σωθεί . Σαν ένας αλλόφρονος θίασος, σαν αψεγάδιαστη δυσμορφία της ζωής που δεν καταργεί την ισορροπία, αντίθετα γίνεται αρωγός της, φέρνουν αέρα καθαρό, ίδιο πρωτόκλαμα νιογέννητου μωρού στο Δημήτρη και τη Χριστίνα στήνοντας τους ύπουλα παιχνίδια , και το παράδοξο: με τη συγκατάθεσή τους!
Στο βιβλίο περιφέρονται γυναίκες αντιμέτωπες με διλήμματα, , που δε διστάζουν όμως να φανούν τολμηρές και να ανοίξουν τα σωστά χαρτιά της τράπουλας στο παιχνίδι της ζωής, γυναίκες που καλούνται να παίξουν το ρόλο του σχοινοβάτη στο σχοινί που ο κοινωνικός περίγυρος τεντώνει . Ισορροπούν, βρίσκουν την ευτυχία που δικαιωματικά τους ανήκει αψηφώντας τον ίλιγγο της κατάκρισης. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι ίδιες. Οι χαρακτήρες τους διαγράφονται ευκρινώς. Έχουν το ίδιο βλέμμα, μα κοιτάνε αλλιώς.
«Οι γυναίκες της συγνώμης» είναι ένα έργο που μπορεί να διαβαστεί, από το τέλος προς την αρχή, σαν καρκινική επιγραφή αλλά και αποσπασματικά δεδομένου ότι ένα αρκετά μεγάλο μέρος του είναι γραμμένο σε ημερολογιακή μορφή.
Τα μηνύματά του είναι σαφή: Είναι αδύνατον να προχωρήσουμε μπροστά αν δεν ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κι αν δεν προσαρμόσουμε τα κυβικά του στο όχημα της αντοχής μας…κι ο εαυτός μας είναι οι σχέσεις που δημιουργούμε. Είναι αδύνατο να κάνουμε μια νέα αρχή, αν δεν επιστρέψουμε εκεί που ανήκουμε, μα για να επιστρέψουμε, πρέπει να φύγουμε, να ανοιχτούμε σε καινούριες εμπειρίες.
Γυναίκες της συγνώμης, ένα έργο που στάζει ψυχή, όνειρο κι ελπίδα…..
ΕΛΕΝΗ ΣΙΟΥΦΤΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΜΠΑΡΑΚΙ ΑΝΕΜΟΔΕΙΚΤΗΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009