Ο Μπέκετ θυμάται
26/04/2009 § Σχολιάστε

Justin Beplate, Beckett remembering/Remembering Beckett "Uncollected interviews with Samuel Beckett and memories of those who knew him" 313pp. Bloomsbury.
Θύμισες, νόστος κ.α. Από αυτούς που τον γνώρισαν. Συνεντεύξεις συλλογικά τακτοποιημένες σε ένα τόμο, μια κρίση πάνω στην κριτική, στη δημιουργία, στη τέχνη, στη ζωή, ο Μπέκετ δεν τα διαχώριζε αυτά, ορισμένες σύντομες απαντήσεις και φράσεις ουσίας που συμπυκνώνουν τη ιστορική συλλογική συνείδηση ενός από τους σημαντικούς ποιητές (ναι) που έζησαν και άφησαν πολύτιμη παρακαταθήκη. Στο έργο του Μπέκετ η μνήμη, η παρατηρητικότητα και τελικά η καταγραφή αυτών, δεν αποσπάται από τη δημιουργία, είναι μέρος της, ένα κουβάρι από θραύσματα μνήμης δεν αντιμετωπίζονται σαν έναν γόρδιο δεσμό· γιατί το κουβάρι είναι Ο δεσμός, ένας ανώνυμος οδηγός στα σκοτεινά μονοπάτια της ύπαρξης. Θα ήταν λάθος να θεωρήσετε αυτή την απλοϊκή ματιά μου στο βιβλίο σαν «βιβλιοκριτική» γιατί τέτοιες δυνατότητες δεν έχω, την καταγραφή και μόνο της αίσθησης (προσπαθώ) καταγράφω και εάν το πρώτο μέρος του βιβλίου -ορισμένες φορές- εξελίσσεται ανιαρά με προσωπικές πέραν του δέοντος -λεπτομέρειες κατά την επιστροφή του στην Ιρλανδία κλπ., το δεύτερο μέρος αποζημιώνει τον αναγνώστη, τον λάτρη των αναμνήσεων, τον λάτρη του είδους, αυτού που λέμε: Βιογραφία. Το γοητευτικό δίλημμα του αναγνώστη παραμένει καθώς συνεχίζει την ανάγνωση, για το αν τα καταγεγραμμένα είναι μνήμη, ή επινόηση μνήμης – προσωπικά δεν θα με εξέπληττε το δεύτερο… Άλλωστε ο Λόγος διεκδικεί πάντα την αυτονομία του, η κυριότερη αξία του είναι η Ύπαρξή του, και σε αυτό το «δίλημμα» -απορία, ο δημιουργός, όπως και στο έργο του, είναι ο μόνος που έχει το προνόμιο, και μπορεί (ίσως) να απαντήσει, έχει σημασία; Σαν αναγνώστης που δεν μελετά ποτέ το Λόγο, αλλά αφήνεται να Τον αισθανθεί, σαν αναγνώστης που δεν αποστηθίζει (δεν πρόκειται επιστημονική διατριβή…), διάβασα το βιβλίο με έναν ρυθμό που δεν θα τον έλεγα αργό ή «προσεκτικό», όπως κάνω άλλωστε και για ένα απόσπασμα του Προυστ, έχω όμως την εντύπωση πως τέτοια βιβλία είναι αναγκαίο να διαβάζονται γιατί προσφέρουν κίνητρο – τροφή στη σκέψη, προσφέρουν μικρές αδιόρατες ματιές στη «μέθοδο» εργασίας ενός δημιουργού, και από το βιβλίο αυτό δεν λείπουν τα αναγκαία λοξοκοιτάγματα των εννοιών, με την έντεχνη μείξη μιας (αλλοτινής) καθημερινότητας, που υπονομεύουν την αίσθηση του πραγματικού με την ψευδαίσθηση πανταχού παρούσα έτοιμη να άρει τις όποιες βεβαιότητες…
Δεν γνωρίζω αν το βιβλίο έχει, ή πρόκειται να μεταφραστεί στα ελληνικά. Μπορείτε να το παραγγείλετε από την amazon.com
Ξ. Γιαταγάνας, Δ. Καλουδιώτης: «Ήπια ηγεμονία», εκδ. Κριτική
02/04/2009 § Σχολιάστε
(Δελτίο Τύπου)
Ξενοφών Γιαταγάνας-Δημήτρης Καλουδιώτης: Ήπια ηγεμονία. Η Ευρώπη μετά την κρίση Εκδόσεις Κριτική
Το βιβλίο έχει στόχο να συμβάλει στον προβληματισμό για την κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση – μια κρίση που πλήττει ιδιαίτερα χώρες σαν την Ελλάδα. Το Ευρωπαϊκό μοντέλο μοιάζει να νοσεί. Μετά από μισό περίπου αιώνα σημαντικών επιτευγμάτων, στερείται νέων ιδεών που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν στην αλλαγή και την εξέλιξη.
Μπροστά στον ευρωσκεπτικισμό και τις πάσης φύσεως εθνικιστικές αναδιπλώσεις που κερδίζουν συνεχώς έδαφος, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ανοιχτά το κοινό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ανιχνεύουν όμως συγχρόνως τις αδυναμίες του, που κινδυνεύουν να το οδηγήσουν στην αποτυχία, και προτείνουν διεξόδους από τον αρνητισμό και την παραίτηση. Όπως τονίζουν, το βιβλίο δεν φιλοδοξεί να κομίσει γλαύκα εις Αθήνας, αλλά να συναθροίσει τα στοιχεία του σχετικού διαλόγου και να δώσει μια, αν όχι αισιόδοξη, τουλάχιστον δυναμική απάντηση στην περιρρέουσα αδράνεια και απορία. Αν καταφέρει να ταράξει, έστω και λίγο, τα λιμνάζοντα νερά, θα έχει πετύχει το στόχο του.
Ο προβληματισμός των συγγραφέων κινείται γύρω από τρεις άξονες: πολιτική ηγεσία και στόχευση, νέο αναπτυξιακό πρότυπο, συνολική θεσμική αναδιάταξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καταλήγουν διατυπώνοντας μια νέα οραματική αφήγηση για το μέλλον της γηραιάς μεν, αλλά και νεωτερικής μας ηπείρου.
Ο τίτλος του βιβλίου συνοψίζει την κεντρική του ιδέα: η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να ηγεμονεύσει στον κόσμο με δημοκρατικό και διαβουλευτικό τρόπο, ενάντια στην μονομερή πολιτική ισχύος των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή ηγεμονία θα είναι ήπια ή δεν θα υπάρξει ποτέ.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ
Η σειρά Ιδέες σύγχρονης διακυβέρνησης θίγει κρίσιμα ζητήματα πολιτικής που απασχολούν την κοινή γνώμη, επιδιώκοντας να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
O Ξενοφών Γιαταγάνας (*) διετέλεσε νομικός σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέλος του Γραφείου του Προέδρου Ζακ Σαντέρ, επικεφαλής του τμήματος δημοσιονομικής πολιτικής της Γενικής Διεύθυνσης Προϋπολογισμού της ΕΕ και σύμβουλος του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και της Προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σήμερα διδάσκει Δημόσιο Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δημοσίου Δικαίου και Διευθυντής Ερευνών του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών και Ερευνών.
Ο Δημήτρης Καλουδιώτης εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας πολιτικός μηχανικός, ως σύμβουλος τοπικής ανάπτυξης και, στη βιομηχανία, ως τεχνικό και διοικητικό στέλεχος (ναυπηγεία Ελευσίνας και Νεωρίου). Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας των Περιφερειών Νοτίου Αιγαίου και Ηπείρου και του Υπουργείου Ανάπτυξης. Προέρχεται από το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και έκτοτε μετέχει ανελλιπώς στα Δημόσια πράγματα της χώρας. Αρθρογραφεί ως πολιτικός αναλυτής σε ελλαδικά και κυπριακά έντυπα και sites. Έχει συγγράψει βιβλία με αντικείμενο τις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις και το Κυπριακό. Σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης.
—
(*) Ξενοφών Γιαταγάνας
(Παλιός μου γνώριμος από Βρυξέλλες)
συγγραφέας των
-Η ενσωμάτωση του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνθήκες
Εκδόσεις Σάκκουλας
– Η μακρά πορεία συνταγματοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Εκδόσεις Σάκκουλας
– Η Ευρώπη και η αριστερά
Σημειώσεις για μια προβληματική σχέση
Εκδόσεις Θεμέλιο
μετάφραση
Κορνήλιος Καστοριάδης
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΟΝ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ
Εκδόσεις Κριτική
.
.
[Pablo Neruda ―M’αρέσεις όταν σωπαίνεις…
29/03/2009 § Σχολιάστε

[M’ αρέσεις όταν σωπαίνεις…]
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μέσ’ απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενητειά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τοσηδά και απ’ αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.
✳︎
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Από το βιβλίο: Pablo Neruda, «Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι χωρίς καμμιάν ελπίδα», μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, Τυπωθήτω, Αθήνα 2005, σελ. 57.
◉
Λίτσα Χατζοπούλου: Ένα βιβλίο για τον Α.Ρ. Ραγκαβή
22/03/2009 § Σχολιάστε
Η καλή μου φίλη και τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Στάχτες» – Λίτσα Χατζοπούλου κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο:
«Α.Ρ. Ραγκαβής: ένας ‘στρατευμένος’ στον 19ο αιώνα«, Εκδόσεις Τόπος.
«… οι ιστορίες του Ραγκαβή ηχούν σαν προφητική προειδοποίηση. Σε ποιο βαθμό ο κόσμος μας έχει απαλλαγεί από τη δουλεία ή από την παιδική εργασία, σε ποιο βαθμό η εξουσία καθοδηγείται από τη φρόνηση, σε ποιο βαθμό τα δικαιώματα των γυναικών έχουν καταστεί κοινός τόπος; Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες διανοούμενους που αφουγκράστηκε την οικουμενικότητα αυτών των προβλημάτων και αυτό το βιβλίο το αποδεικνύει με συναρπαστικό τρόπο…»
—
Η Λίτσα Χατζοπούλου μιλάει για τη μελέτη της πάνω στο έργο του Α.Ρ. Ραγκαβή
Η συγγραφή του βιβλίου
Την απόδοση αφηγημάτων του Ραγκαβή στη σημερινή γλώσσα μου την πρότεινε ο Δημήτρης Καλοκύρης, τον καιρό που ετοιμάζαμε μιαν έκθεση για τα ταξίδια του Ν. Καζαντζάκη. Η πρότασή του αφορούσε τον Αυθέντη του Μωρέως, αλλά όταν συνάντησα τον Άρη Μαραγκόπουλο για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του εγχειρήματος, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από τρία διηγήματα, τη «Λέιλα», το «Χρυσό μαστίγιο» και το «Γκλουμυμάουθ».
Ομολογώ ότι για αρκετά χρόνια αντιμετώπιζα με επιφύλαξη τις απόπειρες να αποδοθούν κείμενα της καθαρεύουσας στα νεοελληνικά. Πιθανόν αυτό να σχετίζεται με το γεγονός ότι η πολύχρονη έρευνα και μελέτη της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, με είχε «αποκόψει», κατά κάποιον τρόπο, από το σήμερα. Έτσι, θεωρούσα ότι τα κείμενα εκείνης της εποχής εξακολουθούσαν να είναι προσιτά στους σημερινούς αναγνώστες, αρκεί να έκαναν τον κόπο να συμβουλευτούν ένα λεξικό. Φυσικά, τούτο δεν ισχύει και για να συνειδητοποιήσω πόσο είχα παρασυρθεί στον κόσμο των παλαιότερων κειμένων, χρειάστηκε να απομακρυνθώ για κάποιο διάστημα από αυτά.
Είναι μεγάλη συζήτηση το αν πρέπει και γιατί να αποδίδουμε τα κείμενα της καθαρεύουσας στη νεοελλληνική. Πάντως, είναι εύλογη η απορία γιατί, ας πούμε, δεν εγείρονται αντιρρήσεις για τη μετάφραση του Πλάτωνα ή του Θουκυδίδη (δεν αναφέρω ξένους συγγραφείς, για να προλάβω την αναμενόμενη απάντηση ότι σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε για ξένη γλώσσα και όχι για παλαιότερη μορφή της ίδιας γλώσσας) – επιπλέον, θα ήθελα να ξέρω αν παρόμοιες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν στην Αγγλία, λ.χ., όταν εκσυγχρονίστηκαν τα σεξπηρικά κείμενα. Όπως και να ’χει, αυτή η απόλυτη άρνηση να αποδίδουμε τα κείμενα της καθαρεύουσας στη νεοελληνική νομίζω πως τα καταδικάζει στη λήθη. Δεν ισχύει πάντα η άποψη ότι αν ένας συγγραφέας είναι καλός, θα επιβιώσει και σε μεταγενέστερες εποχές. Η επιβίωση ενός συγγραφέα δεν είναι υπόθεση μεταφυσικών παραμέτρων αλλά εξαρτάται από αντικειμενικούς παράγοντες. Η ποιότητα των κειμένων του είναι, βέβαια, ένας από αυτούς, αλλά όχι ο μοναδικός· σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος της κριτικής, το κατά πόσον η γλώσσα του είναι κατανοητή από τους μεταγενέστερους, ακόμη και το αν μπορεί κανείς να βρει τα κείμενά του σε χρηστικές εκδόσεις κλπ.
Βέβαια, εγείρεται ένα άλλο ερώτημα: ποιους από τους παλαιότερους συγγραφείς «μεταφράζουμε» στα νεοελληνικά; Κανονικά, όλους: έτσι κι αλλιώς είναι κομμάτι της λογοτεχνικής μας ιστορίας και συχνά ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε σε φτηνές λαϊκές εκδόσεις και που σήμερα θα το κατατάσσαμε στην «παραλογοτεχνία», ίσως επηρέασε τους αναγνώστες πολύ περισσότερο από ένα μυθιστόρημα που περιλαμβάνεται στις ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά εδώ και πάλι θα εμπλακούμε σε μιαν ατέρμονη συζήτηση περί της «υψηλής» και της «χαμηλής» τέχνης, της μαζικής κουλτούρας κλπ.
Στην περίπτωση του Ραγκαβή πάντως η απόφαση δεν ήταν δύσκολη. Σημαίνουσα προσωπικότητα του αθηναϊκού ρομαντισμού και με ενεργό ανάμειξη στην πνευματική και την πολιτική ζωή του νέου κράτους, ο Ραγκαβής ουσιαστικά ήταν εκείνος που καθιέρωσε το διήγημα στη λογοτεχνία μας. Μ’ αυτό δεν θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία διηγηματογράφων όπως ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης. Λέω κάτι πολύ πιο απλό: ότι ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε το αφηγηματικό αυτό είδος. Προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει διηγήματα ο Ιωάννης Δεληγιάννης, αλλά είναι ενδιαφέρον ότι το παράδειγμά του δεν το ακολούθησε κανείς εκτός από τον Ραγκαβή.
Πέρα από αυτά τα αμιγώς φιλολογικά στοιχεία (που ίσως δεν ενδιαφέρουν πολύ τον σημερινό αναγνώστη), τα διηγήματα του Ραγκαβή αποδεικνύονται εξαιρετικά επίκαιρα στην εποχή μας. Παρ’ όλο που έχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκαν, τα θέματά τους εξακολουθούν να αφορούν σημερινά προβλήματα, τα οποία στην εποχή μας απλώς εμφανίζονται κάτω από άλλες ονομασίες: σήμερα το «δουλεμπόριο» το λέμε “trafficking” αλλά η ουσία της πράξης δεν αλλάζει. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πόσο λίγο έχει αλλάξει ο κόσμος, τελικά, και πόσο οξυδερκείς ήταν ορισμένοι άνθρωποι στο παρελθόν, οι οποίοι – ατυχώς– δεν εισακούστηκαν.
Είναι αλήθεια ότι η έρευνα και η κριτική των τελευταίων χρόνων έχει αποκαταστήσει τους πεζογράφους της ρομαντικής περιόδου και τους αντιμετωπίζει πια χωρίς τα στερεότυπα και τις ιδεολογικές προκαταλήψεις της παλαιότερης κριτικής. Ήδη έχει επισημανθεί η ουσιαστική επαφή του Ραγκαβή όχι μόνο με την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η δική μου έρευνα, τα πορίσματα της οποίας διατυπώνονται στην εισαγωγή του βιβλίου, διευρύνει το πεδίο αυτής της επαφής και συνδέει τον Ραγκαβή με τη λογοτεχνία και τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς των πρώτων χρόνων του αγγλικού ρομαντισμού, ειδικότερα της κρίσιμης δεκαετίας του 1790. Κατά τη γνώμη μου, ο φαναριώτης συγγραφέας ήταν ένθερμος οπαδός της φιλοσοφίας των φυσικών δικαιωμάτων και από αυτήν την οπτική προσεγγίζει τα κοινωνικά προβλήματα στην πεζογραφία του.
Λίτσα Χατζοπούλου, Ιανουάριος 2009
.
.