[έχω μόνο δύο θαλασσί τρίχες·
15/07/2025 § Σχολιάστε
Κότσος
Μάλλον πέθανε η Νικαίτη. Η κηδεία γίνεται στο σπίτι μας. Ο Λευτέρης τρέχει πάνω-κάτω με τη σούπα. Μου φτιάχνουν τα μαλλιά. Έχω μόνο δύο θαλασσί τρίχες.
*
Λίμνη
Έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε την ειδική στολή της λίμνης που της δώσανε. Ένα μακρύ νυχτικό με φτερά. Παντού μύριζε ροδόνερο. Κατάπινε για να συγκρατήσει τη μυρωδιά. Κράτησε δυο βαριά κουπιά. Νόμιζε πως πετούσε. Κάθε τόσο γύριζε γύρω-γύρω να δει το τοπίο αλλά έβλεπε μόνο κεφάλια από άλλους χλωμούς κωπηλάτες που χαμογελούσαν και νόμιζαν πως πετούσαν.
*
[Εύα Στεφανή, Τα μαλλιά του Φιν, εκδόσεις Πόλις
◉
[φαντάζεται ότι κάτι από τον εαυτό του θα επιζήσει·
14/07/2025 § Σχολιάστε
Ο Επικούρειος Λατίνος ποιητής Λουκρήτιος στο ποίημά του «De Rerum Natuta» (Για την φύση των πραγμάτων) έγραψε: «….Και τελικά, πες πως η ίδια η φύση ξαφνικά παίρνει το λόγο και επιπλήττει έναν από εμάς: Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος; Τι βαρυγκωμάς και κλαίγεσαι για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ ευχαριστήσει, όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί από τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει, ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.Τι θα απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που επικαλείται; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω από το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα είχε δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά.Σκούπισε τα δάκρυα, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτά που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλό σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα να αποσυρθείς. Όμως τώρα παράτα τα όλα αυτά που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο σε άλλους, έτσι πρέπει…» (Λουκρήτιος ΙΙΙ 932-963)
«Έτσι, όταν βλέπεις κάποιον να αγανακτεί, που μετά το θάνατό του θα σαπίσει θαμμένος μες στη γη ή θ’ αφανιστεί από τις φλόγες ή τα σαγόνια των θηρίων, το καταλαβαίνεις πια πως η φωνή του ηχεί παράτονα και πως στην καρδιά του κρύβεται ένα μυστικό κεντρί, όσο κι αν αρνείται να πιστέψει πως μετά το θάνατό του θ’ απομείνει μέσα του κάποια αίσθηση. Εγώ λέω πως κατά βάθος δεν παραδέχεται ούτε αυτά που διαλαλεί ούτε τη βασική αρχή τους κι ούτε ξεκόβει εντελώς από τη ζωή, αλλά ασυναίσθητα φαντάζεται ότι κάτι από τον εαυτό του θα επιζήσει. Πραγματικά, όταν ένας ζωντανός φαντάζεται όρνια και αγρίμια να κατασπαράζουν το πεθαμένο σώμα του, τον πιάνει η αυτολύπηση γιατί δεν διαχωρίζει τον εαυτό του από δαύτο, δεν παίρνει απόσταση από το εκτεθειμένο πτώμα, συγχέει τον εαυτό του μ’ εκείνο, στέκεται πλάι του και το μολύνει με τα δικά του αισθήματα». (Λουκρήτιος, De rerum natura, ΙΙΙ. 870 – 883) PDF >>
*
Ο Λουκρήτιος (Titus Lucretius Carus) ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος που έζησε τον 1ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένθερμος υποστηρικτής της επικούρειας φιλοσοφίας. Έγραψε το διδακτικό ποίημα «De Rerum Natura» (Περί της φύσεως των πραγμάτων), όπου εξέθεσε τις ιδέες του Επίκουρου στα λατινικά.
◉
[και μόνος ο άνεμος θρηνολογούσε ανάμεσά τους·
13/07/2025 § Σχολιάστε
Αλμπέρ Καμύ, «Η πανούκλα» (απόσπασμα)
[…]
Έτσι οι αιχμάλωτοι της πανούκλας πάλεψαν όλη τη βδομάδα μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν. Και μερικοί ανάμεσά τους όπως ο Ραμπέρ, έφθασαν, όπως βλέπουμε, να φανταστούν ότι ενεργούσαν ακόμα σαν ελεύθεροι άνθρωποι, ότι μπορούσαν να διαλέξουν. Όμως μπορούμε πράγματι να πούμε ότι αυτή τη στιγμή, στα μέσα του Αυγούστου, η πανούκλα είχε καλύψει τα πάντα. Δεν υπήρχαν πια τότε προσωπικά πεπρωμένα, αλλά μια συλλογική υπόθεση που ήταν η πανούκλα και αισθήματα που τα μοιράζονταν όλοι. Το σημαντικότερο ήταν ο χωρισμός και η εξορία, μ’ όλο το φόβο και την εξέγερση που περιέκλειαν. Νά γιατί ο αφηγητής πιστεύει ότι ταιριάζει στο αποκορύφωμα της ζέστης και της αρρώστιας να περιγράψει τις βιαιότητες των επιζώντων συμπολιτών μας, την ταφή των νεκρών και την οδύνη των χωρισμένων εραστών.
Στα μέσα εκείνης της χρονιάς ήταν που έπιασε ένας δυνατός άνεμος, που φυσούσε για πολλές μέρες μέσα στη χτυπημένη από την πανούκλα πόλη. Τον άνεμο τον φοβούνται ιδιαίτερα οι κάτοικοι του Οράν, γιατί δε συναντά κανένα φυσικό εμπόδιο πάνω στο οροπέδιο που είναι χτισμένη η πόλη, κι έτσι χιμάει μ’ όλη του τη μανία μέσα στους δρόμους. Μετά απ’ αυτούς τους ατέλειωτους μήνες, που ούτε μια σταγόνα νερό δεν είχε δροσίσει την πόλη, το Οράν ήταν σκεπασμένο με μια γκρίζα σκόνη που ξεφλούδιζε στο φύσημα του ανέμου. Κι ο άνεμος σήκωνε κύματα σκόνης και χαρτιών που τυλίγονταν στα πόδια των σπάνιων πια περαστικών. Τους έβλεπες πια να διασχίζουν βιαστικοί τους δρόμους, γερμένοι μπροστά, φράζοντας μ’ ένα μαντίλι ή με το χέρι τους το στόμα. Το βράδυ, αντί οι άνθρωποι να μαζεύονται πολλοί μαζί προσπαθώντας να παρατείνουν τη διάρκεια αυτών των ημερών που καθεμιά τους μπορούσε να είναι κι η τελευταία γι’ αυτούς, συναντούσες μικρές ομάδες ατόμων που βιάζονταν να γυρίσουν στο σπίτι τους ή να χωθούν στα καφενεία. Έτσι, για μερικές μέρες, την ώρα του σούρουπου, που έπεφτε γρηγορότερα αυτή την εποχή, οι δρόμοι ήταν έρημοι και μόνος ο άνεμος θρηνολογούσε ανάμεσά τους ασταμάτητα. Μια μυρωδιά από φύκια και αρμύρα αναδινόταν από την ταραγμένη και πάντα αόρατη θάλασσα. Και τότε τούτη η έρημη πόλη, ασπρισμένη από τη σκόνη, πλημμυρισμένη από μυρωδιές θαλασσινές, αντηχούσε από το ουρλιαχτό του ανέμου και βογκούσε σαν ένα νησί που το χτύπησε η συμφορά.
[…]
[πηγή: Αλμπέρ Καμύ, Η Πανούκλα, μτφ. Αγγελική Τατάνη, Γράμματα, Αθήνα 1990, σ. 155-156
[ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει·
05/07/2025 § Σχολιάστε

φωτο: αγριμολόγος
Διονύσιος Σολωμός
Ο Πόρφυρας
«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου!».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι!
Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου•
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.
✳︎
Η σύνθεση του Πόρφυρα συνδέεται, όπως άλλωστε τα περισσότερα ποιήματα του Σολωμού, με ένα πραγματικό γεγονός, τη θανατηφόρα επίθεση από καρχαρία (πόρφυρα, στο κερκυραϊκό γλωσσικό ιδίωμα) που δέχθηκε ένας άγγλος στρατιώτης, ο δεκαεννιάχρονος Ουίλιαμ Μιλς (William Mills), 19 Ιουλίου του 1847, στην Κέρκυρα. Η επεξεργασία του ποιήματος, που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια, έως το 1849, δεν κατέληξε σε ένα οριστικό κείμενο. Ωστόσο, το ποίημα, χωρισμένο σε άνισα επεξεργασμένες ενότητες, δεν παρουσιάζει ανυπέρβλητες δυσκολίες στην ανάγνωση, ενώ αρκετές δυσκολίες παρουσιάζει η ερμηνεία του. Μέσω της πάλης του άγγλου στρατιώτη με την «άλογη τερατώδη δύναμη» («irrazionale forza mostruosa») του καρχαρία το ποίημα σχολιάζει τη σχέση του ανθρώπου και της φύσης, περιγράφει τον αγώνα του Καλού και του Κακού και προβάλει την ηθική και πνευματική νίκη του Καλού, καθώς ο νέος «τη στιγμή που ένιωσε σαν αστραπή να του κομματιάζεται το μπράτσο, άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του» («Nel momento in cui senti come lampospezzarglisi il braccio, s’accese lume e conobbe se stesso»).


