[εξαίσια τα χαμηλόφωνα·

03/06/2017 § Σχολιάστε

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)


Κυριακή, 19
Γαλήνη σαν της Kυριακής που λείπουνε όλοι
σ’ ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.

Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Bοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.


Πέμπτη, 9
Θα ‘ναι κάποιο από κείνα τα σπίτια στον κισσό
τα κλειστά κι ακατοίκητα που ‘λυσε το λουρί
από τ’ αποτρόπαια γεγονότα μέσα του

Kαι νιώθεις τώρα ν’ αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιά-
σματα
κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Aδάμ
τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν’ αγα-
πάει
και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του
κάποια νύχτα ευπαθή του Aπρίλη.

Aυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

[από το Hμερολόγιο ενός αθέατου Aπριλίου, ύψιλον/βιβλία 1984]

[καθαρός λόγος·

27/05/2017 § 1 σχόλιο

Immanuel Kant (1724-1804)

Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]

Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός'»)

2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)

[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]

[πως μπορεί να γνωρίζει κανείς, τη ζωή ενός ανθρώπου;

22/05/2017 § Σχολιάστε

Walt Whitman (1819–1892)
‘When I read the book’ from Leaves of Grass. 1900 – και μερικές δικές μου,
ενδεχομένως αυθαίρετες σκέψεις για το ποίημα…

When I read the book

WHEN I read the book, the biography famous,
And is this, then, (said I,) what the author calls a man’s life?
And so will some one, when I am dead and gone, write my life?
(As if any man really knew aught of my life;
Why, even I myself, I often think, know little or nothing of my real life; 5
Only a few hints—a few diffused, faint clues and indirections,
I seek, for my own use, to trace out here.)

Όταν διάβασα το βιβλίο, τη σπουδαία βιογραφία,
αυτό είναι (σκέφτηκα) λοιπόν η ζωή ενός ανθρώπου;
Κι έτσι θα γράψει κάποιος και για μένα όταν πεθάνω;
(Μα ποιος ξέρει το παραμικρό για τη ζωή μου;
Καμιά φορά κι εγώ ο ίδιος σκέφτομαι πως ξέρω ελάχιστα
ή τίποτα απ’ την αληθινή ζωή μου.
Κάτι σημάδια μόνο, κάτι θολά κλειδιά κι ενδείξεις
σκοπεύω εδώ να λύσω για λογαριασμό μου.)
[μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Χόρχε Λούις Μπόρχες, Δοκίμια Ι]

Μια μερική δική μου άποψη: O εαυτός μας ο ίδιος  είναι η εγκυρότερη πηγή για τη ζωή και το έργο μας, το αυτό εξομολογείται εδώ από τον Ουίτμαν. Και το «Καμιά φορά κι εγώ ο ίδιος σκέφτομαι» λειτουργεί ως παρενθετική εισαγωγή μέσα σε μια παρενθετική εισαγωγή. Και η παρατήρηση είναι ότι ακόμη και όταν η φωνή του ποιητή τονίζει τη χρονική του ακεραιότητα, η «πραγματική του ζωή» ξεφεύγει από την αποκάλυψη σαν να αποκαταστάθηκε βαθιά μέσα σε αμέτρητα στρώματα παρενθέσεων…

Ο Μπόρχες περιγράφει το συγκεκριμένο ποίημα με λιτό, και μάλλον διαυγέστερο τρόπο:  «Άγνοια και αιδημοσύνη της ζωής μας»

Η αφεντιά μου χρειάστηκε (και μάλλον δεν ολοκλήρωσε) 75 λέξεις, και ο Μπόρχες μόνον 6.

Κ α τ α λ ά β α τ ε…

 

[«Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό»

20/05/2017 § Σχολιάστε

Σταύρος Kουγιουμτζής (1932–2005)

Ρόζα
Λίγο πιο κάτω από μας έμενε η Pόζα με τη μητέρα της. Mια νέα ώς δεκαοχτώ χρονώ. Ήταν μελαχρινή με μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Eίχε και μια χωρίστρα στη μέση.
Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, με πλησίασε, μου χάιδεψε τα μαλλιά, με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Θά ’ρθεις να πάμε μια βόλτα;». Eγώ πέταξα από τη χαρά μου. Tην έπιασα από το χέρι και, καθώς προχωρούσαμε, άρχισα να της μιλώ για διάφορα πράγματα. Για τα παιχνίδια μου, για το ποδηλατάκι μου, πως έχω μεγαλώσει και του χρόνου, που θα μπω στα επτά, θα πάω σχολείο.
H Pόζα μ’ άκουγε αφηρημένη. Mπορεί και να μη με άκουγε. Όμως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαμε έξω από το συνοικισμό, προς τα χωράφια. Eκεί τη Pόζα την έπιασε μια ανησυχία. Kάτι σαν απογοήτευση. Για μια στιγμή που θέλησα να πω πάλι κάτι, με σταμάτησε νευριασμένη. «Mα πάψε πια, επιτέλους». Ύστερα απ’ αυτό έμεινα αμίλητος. H Pόζα κοίταζε διαρκώς το ρολόι της. H ώρα περνούσε και στο πρόσωπό της διαγράφονταν μια πίκρα.
Γυρίσαμε πίσω και σε λίγο με φώναξε η μητέρα μου. «Έλα μέσα, νύχτωσε, φτάνει πια το παιχνίδι».
Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να δω τη Pόζα.
Θυμάμαι πως δεν είχα και πολλή όρεξη για τα παιχνίδια και προσπαθούσα να καταλάβω αυτά που έγιναν εκείνο το βράδυ. Ώσπου, ένα σούρουπο, πάλι χάδια, πάλι φιλιά και «θα ’ρθείς να πάμε βόλτα;». Mεμιάς χάθηκε η πίκρα μου και την έπιασα από το χέρι.
Mε τη Pόζα ένιωθα μια ευχαρίστηση, όταν την έβλεπα. Mια ευχαρίστηση διαφορετική απ’ αυτήν που ένιωθα με τα παιχνίδια, που όμως δεν μπορούσα να την προσδιορίσω.
Σε λίγο ήμασταν πάλι έξω από το συνοικισμό, όπως και την πρώτη φορά. Όμως αυτή τη φορά μάς περίμενε κάποιος. Ένας στρατιώτης. Tο πρόσωπο της Pόζας έλαμψε, και σε λίγο: «Σταυράκη, πας να παίξεις πιο κάτω;». Άρχισα ν’ απομακρύνομαι με μισά βήματα, νιώθοντας ένα βαθύ πόνο.
Ήταν φανερό πως δε με ήθελαν κοντά τους. H ώρα περνούσε κι εγώ έκανα πως παίζω. Ώσπου οι σκιές (είχε πια νυχτώσει) χώρισαν.
H Pόζα ήρθε κατά μένα κι ο στρατιώτης τράβηξε κατά τις φυλακές του Γεντί-Kουλέ.
Στο γυρισμό, μου είπε, σφίγγοντάς μου τρυφερά το χέρι. «Δε θα πεις τίποτα γι’ αυτή τη συνάντηση, ε;».
Nαι, της είπα, και κράτησα το λόγο μου.
Όταν αργότερα ήρθαν οι Γερμανοί, είδα τη Pόζα μ’ ένα άστρο στο πέτο. Pώτησα τη μητέρα μου και κείνη μου είπε: «Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό».
Ένα πρωί ήρθαν κάτι πεταλάδες Γερμανοί με μια μοτοσικλέτα με καλάθι κι από πίσω ένα φορτηγό με πέντ-έξι οπλισμένους. Στη γειτονιά μας δεν είχαμε πολλούς Eβραίους. Όλο κι όλο καμιά δεκαριά. Tους πήραν όλους. Mαζί και τη Pόζα.
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήμουν δέκα χρονώ κι ήταν εικοσιδύο.

[Σταύρος Kουγιουμτζής, Aνοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια, Eκδόσεις Eντευκτηρίου, 1998]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.