[χαρές της μοίρας·

14/09/2017 § Σχολιάστε

Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987)

Φαύλος

Φτωχή γη όλο χαλίκι
εσύ μου έμαθες τον ήλιο
και τις σκιές της σελήνης
και τους ρεμβασμούς της ηδονής
σε βλέπω ακόμα
τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό
κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω τη τραγίλα σου
ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
ά . τι αλλόκοτες αισθτήριες
χαρές της μοίρας

[Μάτση Χατζηλαζάρου, «7 x 3«. Κείμενα, 1984]

[n i h i l ·

10/09/2017 § Σχολιάστε

S. Fountoulis, Une Lettre Jamais Reçue No 29.(autoportrait) acrylique sur toile

Νά πως θα μιλούσε σήμερα ο Σωκράτης: Πές μας Δάσκαλε, τι ξέρεις; Τον ρωτούν. Κι αυτός απαντά: Αρχίδια ξέρω.
[του Χρήστου Ν.  Βαλαβανίδη]

[μιάς όψης σκυθρωπής πανάθλιος σκλάβος και ιπποκόμος·

09/09/2017 § Σχολιάστε

Francisco de Quevedo (1580-1645)
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

ΤΟ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΙΚΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΦΥΛΑΚΗ
ΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΨΥΧΗ

Τη βούληση του ανθρώπου ελεύθερη τη λέμε, μα όμως
πώς μιά ψυχή να λογισθεί έτσι αιώνια ελεύθερη, όταν
σε μια ματιά του σκότους έτρεχε ή φυλακιζόταν,
αρκεί εκεί να την έβγαζε χρυσών μαλλιώνε δρόμος;

Ο νους, πλασμένος μ’ ευγενή ελευθερία, ευνόμως
των ηγεμονευόντων όλων ηγεμών γεννιόταν·
πλην ποιός να φανταστεί πως κάποια μέρα θα γινόταν
μιάς όψης σκυθρωπής πανάθλιος σκλάβος και ιπποκόμος;

Το γέλιο και τα μάτια και τα χέρια της, αχ, είτε
μου δέσαν την καρδιά είτε μου στομώσαν τις αισθήσεις –
δεινώς από το κάλλος της ο νους μου λεηλατείται.

Παρηγοριές στους στεναγμούς μου δεν βοηθούν· κι επίσης
η νίκη της στα λάφυρα, που πήρε, δεν αρκείται.
Την ανοικτίρμονη ομορφιά της π ώ ς ναν τη νικήσεις;!

[«ντοντ κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα και Κάτω Πετράλωνα»·

04/09/2017 § Σχολιάστε

Οι Χήρες του Ανδρέα Περόν
του Βασίλη Λαλιώτη

Το Τότε, αχ το Τότε μόνιμος αναστεναγμός
η χιλιοστή επανάληψη μιας χειρονομίας προδοσίας
στη σκάλα του αεροπλάνου που επέτρεψε
ν’ ανέβουνε κι αυτές σ’ ένα μπαλκόνι ονείρου
και να κραυγάσουνε κι αυτές «ντοντ κράι φορ μι»
«ντοντ κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα και Κάτω Πετράλωνα»

γερνώντας δίπλα στο χώμα ενός άντρα με συνδιαλέξεις
καθημερινές αλυσίδες κάτι γιων που δεν επέστρεψαν
σε χάος ερώτων που όλο φέρνουν στην κατάθλιψη
«πουτάνα» υποτονθορίζοντας την ερωμένη του
με κάτι αποκόμματα εφημερίδας που σαπίζουν
α, Εκείνος, Εκείνος, έπρεπε να ‘μουνα εγώ και θα

Δεν τις γνωρίζει η ιστορία κι αγνοεί τον πόνο τους
μόνο ένα κλάμα με τα κρεμμυδάκια ξεφλουδίζοντας
των επετείων. Κι όμως κι αυτές γέμισαν τη ζωή τους
σημαία πλαστική με την ψυχή τους άνεμο στις συγκεντρώσεις
κι ένιωσαν την κοιλιά τους να σκιρτάει όπως στη γέννα
ενός έρωτα ανέλπιδου που μοιάζει πια να της θερίζει

χήρες ενός μεγάλου Εραστή η ασήμαντη ζωή τους
παιγμένες για μια ψήφο και για μια ευμενή μετάθεση
κρατάνε τώρα σε βαφεία και κομμωτήρια κάτι ακόμα
να το δώσουνε σ’ Εκείνον που έδωσε ένα βλέμμα στη ζωή τους
κι έτσι υπήρξαν όχι του χωματένιου πια μεσήλικα
που τους γυρίζει κάθε βράδυ πλάτη, μα Εκείνου

και συνεχίζουν την ανάγνωση του ευπώλητου
κι όσοι μονάχα ξέρουν τις ακούν τα βράδια
να κατεβαίνουν σε μια σκάλα αεροπλάνου
και να φωνάζουν λόγια του εφιάλτη της ζωής τους μάταιου
«κράι φορ μι Άνω Γλυφάδα, κράι φορ μι Κάτω Πετράλωνα.»

*

intellectum.org

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.