[σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες·

04/01/2024 § Σχολιάστε

Fernando Pessoa

[…]εκτιμώντας ότι δεν μας δόθηκε, ως βέβαιη, καμιά άλλη πραγματικότητα πέραν αυτής των αισθήσεών μας, σ’ αυτές ζητήσαμε καταφύγιο, εξερευνώντας τες σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες. Και αν αφοσιωθήκαμε με συνέπεια, όχι μόνο στον αισθητικό στοχασμό αλλά και στην έκφραση των τρόπων και των αποτελεσμάτων του, είναι γιατί η πρόζα ή η ποίηση που γράφουμε, απαλλαγμένες από την επιθυμία να πείσουν το πνεύμα ενός τρίτου ή να επηρεάσουν τη βούλησή του, είναι απλώς σαν κάποιος που διαβάζει δυνατά για να δώσει πλήρη αντικειμενικότητα στην υποκειμενική απόλαυση της ανάγνωσης […]
Θεωρώντας ότι κερδίζω πολύ λίγα, ένας φίλος μέτοχος μου είπε μια μέρα: «Σοάρες, σας εκμεταλλεύονται». Η φράση αυτή μου θύμισε πράγματι αυτό που είμαι, αλλά καθώς στη ζωή όλους μας μάς εκμεταλλεύεται κάποιος, αναρωτιέμαι αν δεν είναι καλύτερα να σε εκμεταλλεύεται ο υφασματέμπορος Βάσκες παρά η ματαιοδοξία, η δόξα, ο θυμός, η ζήλια ή το ανέφικτο. Υπάρχουν αυτοί που εκμεταλλεύεται ο ίδιος ο Θεός, κι είναι οι προφήτες και οι άγιοι στην κενότητα του κόσμου αυτού […]

✳︎

[Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα. Εκδ. Gutenberg 2018, τόμος Α΄.

[θύμιζαν τα ευτυχισμένα χρόνια της εύπιστης μου νιότης·

01/01/2024 § Σχολιάστε

Marcel Proust

τυχαία αποσπάσματα 13

«Ένιωθες πως το Δάσος δε ήταν μόνο ένα δάσος, πως ανταποκρινόταν σ᾿ ένα προορισμό ανεξάρτητο απ᾿ τη ζωή των δέντρων του· την έξαρση που αισθανόμουν δεν την προκαλούσε μονάχα ο θαυμασμός τού φθινοπώρου, αλλά ένας πόθος… Τα δέντρα μού θύμιζαν τα ευτυχισμένα χρόνια τής εύπιστης μου νιότης, όταν ερχόμουν άπληστα στους τόπους, όπου ήταν να πραγματοποιηθούν για λίγες μόνο στιγμές αριστουργήματα γυναικείας κομψότητας ανάμεσα στις ασύνειδες και συνένοχες φυλλωσιές… Και για όλα αυτά τα καινούργια κομμάτια τού θεάματος δεν είχα πια την πίστη που θα ᾿πρεπε να βάλλω μέσα τους για να τούς δώσω συνοχή, ενότητα ύπαρξη· περνούσαν σκόρπια μπροστά μου, στη τύχη, δίχως αλήθεια, δίχως να περιέχουν μέσα τους κάποια ομορφιά που τα μάτια μου θα μπορούσαν να προσπαθήσουν, όπως άλλοτε να συνθέσουν. Οι γυναίκες ήταν τυχαίες γυναίκες, που στην κομψότητά τους δεν έδινα καμιά πίστη και που οι τουαλέτες τους μού φαίνονταν ασήμαντες. Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη για να σκεπάσει την έλλειψη δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο, λες και η τωρινή μας απιστία είχε μιαν αιτία συμπτωματική, το θάνατο των Θεών… Όλα έμοιαζαν να διακηρύσσουν την απάνθρωπη ερημιά τού άχρηστου πια δάσους, και με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα την αντίφαση που υπάρχει όταν αναζητάς στην πραγματικότητα τις εικόνες τής μνήμης, απ᾿ την οποία θα λείπει πάντα η γοητεία που προέρχεται από την ίδια τη μνήμη κι απ᾿ το γεγονός ότι δεν τις συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. Η πραγματικότητα που είχα γνωρίσει δεν υπήρχε πια. Ήταν αρκετό που δεν εμφανιζόταν η κυρία Σουάν εντελώς όμοια, και την ίδια στιγμή, για να γίνει η Λεωφόρος άλλο πράγμα. Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο τού χώρου, όπου τούς τοποθετούμε για ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας· η ανάμνηση μιας ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε· και τα σπίτια και οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα αλλοίμονο! Σαν τα χρόνια».

✳︎

[Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Από τη μεριά του Σουάν ―μτφρ: Παύλος Α. Ζάννας, εκδόσεις Ηριδανός

διαβάστε όλα της κατηγορίας [Marcel Proust]

[ένα νησί τον φυλάκισε μ’ ένα υδάτινο κύκλο·

30/12/2023 § Σχολιάστε

Άρης Δικταίος [1919-1983]

Ο ποιητής

Μαντευμάτων τε θεσπεσίων δοτήρα
―Πίνδαρος

Εδώ ’ναι ένας που τραγούδησε
τέτοιο Ιούλιο μήνα διψασμένο,
δίψασε την οικειότητα με τον εαυτό του,
τον γύρεψε μέσα στον άνεμο,
τον κυνήγησε πάνω στη θάλασσα.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απαρηγόρητος,
γιατί η θάλασσα τρικύμιζε άλλοτε μέσα του,
γιατί ο άνεμος έπαιζε άλλοτε μέσα του·
τώρα, έχασε τον εαυτό του στο δάσος των πιθήκων,
έχασε τον εαυτό στο δάσος των πιδάκων,
τον εαυτό του στο δάσος των υλακών.

Είδε τον ήλιο να βγαίνη από τη δύση,
τον ουρανό κάτω απ’ τα πόδια του,
τους ζωντανούς να κατεβαίνουν στους τάφους,
τους πεθαμένους να κυβερνούνε τον κόσμο.
Πλήρωσε τη σοφία του οράματός του με τον εαυτό του,
διαλύοντας τον επάνω σε φαντάσματα και εικόνες.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απαρηγόρητος που θυμάται:
ένα νησί τον φυλάκισε μ’ ένα υδάτινο κύκλο,
ένα ερείπιο πολιτείας παλιάς τον δίδαξε:
έμαθε πως αν έχεις μνήμη, κερδίζεις την ειρήνη,
αν τραγουδάς, κέρδισες τον χρόνο,
μα δεν είχε καιρό να κερδίσει τον εαυτό του.

Εδώ ‘ναι ένας άνθρωπος που τραγουδά και θυμάται·
ξέρει, δεν ξέρει, ζει, δεν ζει, πέθανε, δεν πέθανε…
Το διάστημα, από το παρελθόν στο μέλλον, τον τεμάχισε
κ’
είδε μια σκάλα να ενώνει τη γη με τον ουρανό,
κ’ εκεί, στο τέταρτο σκαλοπάτι, κάθησε απαρηγόρητος.

Εδώ ’ναι ένας άνθρωπος απελπισμένος που τραγούδησε:
είδε, δεν είδε, ζει, δεν ζει, πέθανε, δεν πέθανε…

[Μ᾿ αρέσ᾿ η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει·

29/12/2023 § Σχολιάστε

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

Ἡ Ξανθούλα

«Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
μ᾿ ἀρέσει, σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς κρυφά,
πότε ἀγριεύεται, βόγγει, στενάζει,
καὶ πότε ὁλόχαρη παίζει γελᾷ.
Δὲν εἶν᾿ ὁλόξανθη σὰν τὰ μαλλιά μου;
Δὲν εἶν᾿ ὁ κόρφος μου σὰν τὸν ἀφρό;
Μέσα στὰ μάτια μου τὰ γαλανά μου
δὲν ἔχω κύματα, τάφο, οὐρανό;
Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
κι ἂς ἔχῃ μέσα της κόσμο θεριά…
Μὴ στὴν καρδούλα μου μὴ δὲ φωλιάζει
ἀγάπη ἀχόρταγη, σκληρὴ φωτιά;»
Κ᾿ ἐγὼ ἐχαιρόμουνα ποὺ χολιασμένη
φαρμάκι μὤσταζες μὲς στὴν ψυχή,
τὴ ζήλειά σου ἔβλεπα ξαγριωμένη,
στὰ χείλη σου ἔβραζε κάθε πνοή.
Τότ᾿ ἐκρεμάστηκα στὴν τραχηλιά σου
τὴ φλόγα σὤσβυσα μὲ δυὸ φιλιά,
τὴν ὄψι ἐβύθισα μὲς στὰ μαλλιά σου,
στὸν κόρφο σου ἔστησα κρυφὴ φωλιά.
«Κῦμα μου ἀνήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μὴ μ᾿ ἀγριεύεσαι,πλάγιασ᾿ ἐδῶ…
Θἆμαι γιὰ σένανε γλυκὸ λιμάνι…
Τί ἀξίζει ἡ θάλασσα χωρὶς γιαλό;»

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.