[το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο·
27/02/2023 § Σχολιάστε

Ε. Α. Πόου, Το Κοράκι
Μετάφραση :
Ηλίας Πολυχρονάκης
ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,
πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,
έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,
όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—
Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».
Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,
και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλωνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.
Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου
ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ
την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —
εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.
Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,
μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούς τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.
Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.
Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.
Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».
Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.
«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,
αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,
και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,
που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —
σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.
Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκοτάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,
την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.
Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,
και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».
Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».
Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.
Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου
και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.
«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,
ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—
ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—
Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».
Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,
εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.
Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,
αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου
κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-
κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.
Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,
με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.
Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,
ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—
για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,
μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.
Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον
ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—
είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,
να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα
εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.
Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—
Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—
Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».
Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,
είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό
που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή
τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο
του Ποτέ — Ποτέ πια».
Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,
Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.
Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί,
Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί
Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή
στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο,
στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.
Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,
και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.
Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι
που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο.
«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα
Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!
Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος
είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,
Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ’ όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —
σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη – έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,
πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! – προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!
Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—
Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,
Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»
Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —
«Να επιστρέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!
Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!
Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ’ το μπούστο πάνω απ’ την πόρτα μου!
Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ’ την πόρτα μου!»
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,
στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας
και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ’ την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,
και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·
και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,
δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.
[http://www.altfactor.ath.cx/library/stuff/raven.html]
#
Ο αφορμή τούτης της ανάρτησης με το γνωστό μας αγαπημένο ποίημα του Πόου, παρουσιάστηκε χτες το μεσημέρι, ένα κοράκι δίπλα στις άσπρες διαχωριστικές γραμμές ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου, στεκόταν ασυγκίνητο, ακόμα κι όταν τεράστια φορτηγά περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μία σπιθαμή μόνο, δίπλα του, αλλά και το «δικό μου» κοράκι στον κήπο, είτε υπάρχω κάνοντας δουλειές περνώντας ουσιαστικά δίπλα του, είτε όχι, η παρουσία μου το αφήνει σκανδαλωδώς αδιάφορο.
[πρώτη δημοσίευση 24.6.2009
.
.
[Μόνο ένας θρύλος για καμπάνες ραγισμένες·
09/02/2023 § Σχολιάστε
Στυλιανός Αλεξίου (1921-2013)

Τραπεζόντα Σητείας
Ζητήσαμε τον τόπο όπου γεννήθηκε ο Κορνάρος
Όμως κανέναν σπίτι ορθό, αργαλειού κανένας ήχος.
Μόνο αέρας που φυσά στους ξερούς θάμνους.
Ούτ’ ένα σπίτι ορθό· λύρας κανένας ήχος,
Σκυλιά, γεράκια, άλογα, φευγάτα.
Παντού σωροί σπασμένων πιθαριών.
Μόνο ένας θρύλος για καμπάνες ραγισμένες
Και μια διαθήκη που μιλάει για κήπους ή για μύλους
Και για «μνημόσυνα παντοτινά».
✳︎
[Από: Στυλιανός Αλεξίου, Στίχοι Επιστροφής ―εκδόσεις Στιγμή 2012
◉
[τυλίχτηκε σε μοναξιά αυστηρή ·
01/02/2023 § Σχολιάστε
Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν (1799-1837)

Ο Φτωχός Ιππότης
Ήταν στον κόσμο εις φτωχός ιππότης
απλός και σιωπηλός μ’ όψη χλωμή,
συννεφιασμένο τ’ όνειρο της νιότης
κι αλύγιστη η γενναία του ψυχή.
Κάποια οπτασία που ποτέ δε σβήνει
και που κανείς δεν έχει φανταστεί
του ‘τυχε κι από τότε η εικόνα κείνη
στα φύλλα της καρδιάς του έχει γραφτεί.
Στάχτη κι αποκαΐδια πια η ψυχή του,
σ’ άλλη γυναίκα μήτε μια ματιά
δεν έριξε κι ως τη στερνή πνοή του
δεν άλλαξε ούτε λέξη με καμιά.
Αντί μαντήλι στο λαιμό του πίσω
δένει το κομποσκοίνι του ασκητή,
κι απ’ τη μορφή του τ’ ατσαλένιο γείσο
δε σήκωσε, κανένας να τον δει.
Κείνη η οπτασία μόνη του ηλιαχτίδα,
γεμάτος έρωτα πιστό κι αγνό,
Αλφα. Μι. Δέλτα. πάνω στην ασπίδα
με το αίμα του είχε γράψει το ζεστό.
Στης Παλαιστίνης τις ερήμους. Βράχοι
ολόγυρα, κι οι Παλαδίνοι εκεί
κραυγάζαν, καθώς ρίχνονταν στη μάχη,
τ’ όνομα της καλής τους -μουσική.
Και, Lumen coeli, sancta Rosa![*] Κείνος
εφώναζε άγριος και σαν κεραυνός
στων Μουσουλμάνων πάνωθε το σμήνος
έπεφτε της φοβέρας του ο αχός.
Κι ως γύρισε, στον πύργο του κλεισμένος,
τυλίχτηκε σε μοναξιά αυστηρή,
πάντοτε σιωπηλός, πάντα θλιμμένος,
και σαν τρελλός τέλειωσε τη ζωή.
✳︎
[*] Φως τ’ ουρανού, Αγία Ροζα!
✳︎
[απόδοση: Άρης Αλεξάνδρου > λινκ >
◉
[To Whom It May Concern ―ο Μάνος Χατζιδάκις για την Αυριανή
30/01/2023 § Σχολιάστε
Ισχυει και για μια φυλλαδα που σημερα λανσάρεται με προσεγμένο περιτυλιγμα
Για το «σοσιαλίζον ερπετό με τη μορφή εφημερίδας»

Χατζιδάκις εναντίον «Αυριανής»
Χαμερπής ομοφυλόφιλος. Κνώδαλο. Σκουληκιασμένο τομάρι. Κάθαρμα. Εκμαυλιστής. Απόβρασμα.
Οχι, το απάνθισμα δεν προέρχεται από άλλον ένα δημόσιο καβγά στο Facebook. Μπορεί να έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που οι ειδικοί στα νέα media έχουν ορίσει ως shitstorm. Αλλά είναι πολύ αρχαϊκό shitstorm. Προέρχεται από την τόσο μακρινή και τόσο κοντινή δεκαετία του ’80.
Η «πλατφόρμα» της διαπόμπευσης ήταν η εφημερίδα «Αυριανή». Και ο στόχος ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Στην αντιπαράθεση του συνθέτη με την εφημερίδα, που με διακυμάνσεις κράτησε σχεδόν όλο το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, εντοπίζεται όχι μόνο το είδος του λόγου που σήμερα έχουμε την τάση να ταυτίζουμε με την ψηφιακή δημόσια σφαίρα. Συναντώνται και τα βασικά ρεύματα που εξακολουθούν να διατρέχουν την ελληνική κοινωνία. Με μια δόση ηθελημένου αναχρονισμού, θα μπορούσε κανείς να πει ότι στη σύγκρουση Χατζιδάκι – «Αυριανής», η μία πλευρά εκπροσωπούσε την εξωστρεφή, ευρωπαϊκή Ελλάδα, που από τους αντιπάλους της αναθεματίζεται ως «συντηρητική ελίτ». Και η άλλη πλευρά εκπροσωπούσε αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν εθνολαϊκισμός, στην πιο επιθετική εκδοχή του. Στην εκδοχή που θα αξιωνόταν χωριστό λήμμα στο λεξικό της εγχώριας πολιτικής ιστορίας: Αυριανισμός.
Στο στόχαστρο της εφημερίδας δεν είχε βρεθεί μόνο ο Χατζιδάκις. Είχε βρεθεί ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που είχε συκοφαντηθεί με πρωτοσέλιδη «φωτογραφία» ως συνεργάτης των ναζί. Είχε βρεθεί και ο Μίκης Θεοδωράκης, που επιχειρήθηκε να στιγματιστεί ως μέλος της ΕΟΝ του Μεταξά στην εφηβεία του. Είχε στο τέλος βρεθεί ακόμη και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, διά της συζύγου του, όταν το 1995 η εφημερίδα δημοσίευε καθημερινά φωτογραφίες από την ιδιωτική της ζωή.
Από το «Τέταρτο»
Ενεργός πολίτης, που ποτέ δεν έδειχνε ιδιαίτερη φροντίδα στη λείανση των διατυπώσεών του, ο Χατζιδάκις είχε αρθρογραφήσει το 1985 στο περιοδικό «Τέταρτο» κατά της «Αυριανής». Ζητούσε τότε από τον Ανδρέα Παπανδρέου να κόψει τον λώρο που τον συνέδεε με την εφημερίδα. Η «Αυριανή» αντεπιτέθηκε, προσπαθώντας να παρουσιάσει τον συνθέτη ως «κλέφτη φόρων» που υποτίθεται ότι διαπραγματευόταν με τη χούντα τον διακανονισμό ενός χρέους 3 εκατομμυρίων δραχμών προς την εφορία. Ο Χατζιδάκις απάντησε με αγωγή.
Ο πόλεμος κορυφώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1987, από τη σκηνή μιας συναυλίας στο Καλλιμάρμαρο, που είχε οργανώσει ο Δήμος Αθηναίων, με τη συμμετοχή του Σταύρου Ξαρχάκου και της Νάνας Μούσχουρη. Σε ένα διάλειμμα της συναυλίας, ο Χατζιδάκις πήρε το μικρόφωνο: «Για μένα προσωπικά η αποψινή συναυλία έχει έναν άλλο σκοπό, ιερό», είπε. «Να καταγγείλω δημόσια την ανενδοίαστη ύπαρξη και κυκλοφορία της πιο βρωμερής, φασιστικής φυλλάδας που γνώρισε ο τόπος, της “Αυριανής”. Της φυλλάδας που μολύνει τον ελλαδικό χώρο με αναίδεια, χυδαιότητα, τραμπουκισμό και κολακεία συμπολιτών μας χαμηλής νοημοσύνης».
Από την ηχογράφηση μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι το στάδιο «έβραζε». Οι κραυγές του πλήθους αναγκάζουν τον ομιλητή σε μεγάλες παύσεις. Η φράση που προκάλεσε τη θύελλα ήρθε στο τέλος. «Η “Αυριανή”», φώναζε ο Χατζιδάκις, «πρέπει να κλείσει».
Η απάντηση της εφημερίδας στο φύλλο της μεθεπόμενης ημέρας ήταν λίγο-πολύ προβλέψιμη. Ο συντάκτης ενημέρωνε ότι «χθες εμφανίσθηκε ένας χαμερπής ομοφυλόφιλος, να σε αποκαλέσει, φίλε αναγνώστη, φασίστα! Μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και με μια εμπάθεια που διακρίνει τους παθητικούς ανώμαλους, εδήλωσε ότι η εφημερίδα που διαβάζεις είναι φασιστική και συνεπώς εσύ, ο αναγνώστης, φασίστας!». Και με τον ίδιο οίστρο συνέχιζε: «Ποιος έδωσε το δικαίωμα στον απαίσιο εκμαυλιστή νέων, που ακούει στα ονόματα Μάνια, Μανωλία, Μινού Χατζηδού, ποιος επέτρεψε σ’ αυτό το απόβρασμα να παίρνει το μικρόφωνο στα χέρια του…». Το άρθρο τελείωνε με την έκκληση «να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από το ηθικό ΑIDS αυτού του βρωμερού υποκειμένου».
Οι απολογητές
Στο ίδιο φύλλο, η «Αυριανή» φιλοξενούσε και τις δηλώσεις συμπαράστασης που εξασφάλισε από πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα. Ανάμεσα στα πολλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με την εφημερίδα συντασσόταν και η Μελίνα Μερκούρη («Δεν είναι δυνατόν στις μέρες μας να βγαίνει κάποιος και να καταφέρεται ενάντια στην ελευθεροτυπία»), ενώ στις ίδιες στήλες φιλοξενούνταν και δηλώσεις στελεχών της Αριστεράς, όπως του Μανόλη Γλέζου («Ο συμπαθής πολιτιστικός κύκλος που κινείται γύρω από τον Καραμανλή έχασε την ψυχραιμία του») και του, προέδρου τότε του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Φώτη Κουβέλη («Το αίτημα είναι η ελευθεροτυπία και η διαρκής διεκδίκηση της δεοντολογίας που υπηρετεί το ευρύτερο δημοκρατικό συμφέρον…»).
Βεβαίως, εκτενή δήλωση είχε κάνει και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. «Ο Χατζιδάκις», κατέληγε, «προσφέρει κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία και προσβάλλει τους αναγνώστες της εφημερίδας».
Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε. Η «Αυριανή» έκανε αγωγή στον συνθέτη. Κι εκείνος δεν έπαψε να μιλάει για το «σοσιαλίζον ερπετό με τη μορφή εφημερίδας», τον «αυριανοτομπρισμό», και τους «Λεπέν που φορούν τα ρούχα της Ρόζας Λούξεμπουργκ».
Είναι μεγάλος ο πειρασμός να αναρωτηθεί κανείς σήμερα: Τελικά; Ποια από τα δύο ρεύματα επικράτησε; Ακριβώς τριάντα χρόνια μετά, η ερώτηση ακούγεται απλοϊκή. Υπάρχουν όμως ορισμένα ίχνη. Η «Αυριανή» επιζεί. Οχι μόνο επειδή η εκδοτική της κουλτούρα είναι ακόμη ενεργός στον Τύπο, υπό άλλον τίτλο. Αλλά επειδή ο αυριανισμός δείχνει να έχει εξαπλωθεί ως κοινή γλώσσα στα νέα Μέσα.