[Ας είναι κι απ’ τον άνεμο ·
24/09/2022 § Σχολιάστε
Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

Αναμονή
Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!
*
_________
Ποίημα από τις Εποχές.
Το 1945 τυπώνει ιδιωτικά την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εποχές, με 20 ποιήματα που γράφτηκαν από το 1941- 944και τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1945 στη Θεσσαλονίκη. Αρχείο του ποιητή >
◉
[απαλός αχνός ύπνου ·
21/09/2022 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Στροφή
Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι.
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα ενός μυστικού δείπνου…
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα νά ειχε δει την Ύδρα
στο ουράνιο περιβόλι.
*
Αργά μιλούσες
Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο
και τώρα είναι σκοτάδι
κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
συ, που θα λέγαν Μπίλιω.
Πέντε στιγμές· και τί έχει γίνει
γύρω στην οικουμένη;
Μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
κι ένα στεγνό λαγήνι
κι είναι σκοτάδι… Πού είναι ο τόπος
κι η γύμνια σου ώς τη μέση,
θεέ μου, κι η πιο ακριβή μου θέση
και της ψυχής σου ο τρόπος!
◉
[O γυρισμός του ξενιτεμένου
20/09/2022 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης (1900-20.09.1971)

– Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.
– Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.
– Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.
– Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.
– Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.
– Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.
– Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.
– Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα.
Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38
◉
[Άρης Αλεξάνδρου, Οι ποιητές και τα βραβεία ·
06/09/2022 § Σχολιάστε

Ρωτήσαμε την ποιήτρια Καίτη Δρόσου, γυναίκα του Άρη Αλεξάνδρου[*], αν συμφωνεί ή αν ποτέ συμφώνησε με την ύπαρξη λογοτεχνικού βραβείου που να φέρει το όνομα «Άρης Αλεξάνδρου». Αντί άλλης απάντησης η κυρία Δρόσου μας παρέπεμψε και μας έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσουμε το παρακάτω κείμενο που εκφράζει τη γνώμη του ίδιου του Αλεξάνδρου για τα βραβεία.
Ὁ ποιητὴς εἶναι λίγο-πολὺ ἕνα ἄτομο μὴ φυσιολογικό, ἂν δεχτοῦμε βέβαια ὅτι «φυσιολογικοὶ» ἄνθρωποι εἶναι οἱ μπακάληδες καὶ οἱ χωροφύλακες. Ὁ κόσμος λέει συνήθως πὼς οἱ ποιητὲς εἶναι «εὐαίσθητοι», «ἀλαφροΐσκιωτοι», ὁ Σεφέρης λέει κάπου πὼς ὅλη ἡ Ἑλλάδα τὸν πληγώνει, νομίζω ὅμως πὼς οὐσιαστικὰ ὅλος ὁ κόσμος τὸν «πληγώνει», γιατὶ ὁ ποιητὴς αἰσθάνεται ὑπεύθυνο τὸν ἑαυτό του γιὰ κάθε τί ποὺ συμβαίνει γύρω του. Ὁ ποιητής, λέει ὁ Μαγιακόβσκη, μένει πάντοτε χρεώστης ἀπέναντι στὸν κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους καὶ πρόστιμα, γιὰ τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ποιητής, ἀπ’ τὴ φύση του, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐκφράζει τὶς ἀπόψεις τοῦ ἀτόμου. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τὴν κοινωνία ἢ τὴν ὁμάδα καὶ θὰ ἀκολουθήσει (βασικὰ) ἕναν ἀπ’ τοὺς ἑξῆς τρεῖς δρόμους: Ἢ θὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὶς κυβερνήσεις καὶ στὶς ἡγεσίες τῶν κομμάτων, ἢ θὰ κλειστεῖ στὸν γυάλινο πύργο του, ἢ θὰ συμβιβαστεῖ καὶ θὰ γίνει ἕνας κομφορμιστής. Στὴ δεύτερη περίπτωση, ὅπως συνέβη μὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς «Τέχνης γιὰ τὴν Τέχνη» στὴ Γαλλία τὸν 19ο αἰώνα, μπορεῖ νὰ ἀσκήσει μιὰ ἔμμεση κριτική, μιὰ κριτικὴ ποὺ δὲ φτάνει στὴν οὐσία τοῦ ζητήματος, ποὺ ἀποδείχνει ὅμως, ὅπως λέει ὁ Πλεχάνοβ, ὅτι ὑπάρχει διάσταση ἀνάμεσα στοὺς καλλιτέχνες καὶ στὸ κοινωνικὸ περιβάλλον. Γιὰ μένα, γνήσιοι ποιητὲς εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διαλέγουν τὸν πρῶτο δρόμο. Θά ’φτανα μάλιστα νὰ πῶ ὅτι θεωρῶ δυνάμει ποιητὲς ὅλους ἐκείνους πού, ὅπως περίπου λέει ὁ Κάντ, διαθέτουν ἕνα μυαλὸ καὶ ἔχουν τὴν τόλμη νὰ τὸ μεταχειριστοῦν χωρὶς τὴν καθοδήγηση κανενός.
Ὁ ποιητὴς εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τῆς Ἀντιγόνης καὶ ποτὲ μὲ τὸ μέρος τοῦ Κρέοντα. Εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τοῦ Παστερνὰκ καὶ ποτὲ μὲ τὸ μέρος τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Συγγραφέων – ἄσχετα ἂν ὁ Παστερνὰκ προτίμησε νὰ ὑποκύψει στὴν πίεση τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας. Περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι ὁ ποιητὴς εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τῶν διωκομένων ἀπ’ τὴ Γενικὴ Ἀσφάλεια πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἄσχετα ἀπ’ τὶς πολιτικές τους πεποιθήσεις κι ἄσχετα βεβαίως ἀπ’ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου τους.
Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ ἡγεσίες τῶν κομμάτων καθοδηγοῦνται πάντα ἀπὸ τὴ σκοπιμότητα. Ὁ ποιητὴς βλέπει μακρύτερα ἀπ’ τὶς σκοπιμότητες τῆς πολιτικῆς. Ὁ στίχος μου, λέει ὁ Μαγιακόβσκη στοὺς ἀπόγονους, θὰ φτάσει σ’ ἐσάς, περνώντας πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια τῶν ποιητῶν καὶ τῶν κυβερνήσεων. Ὁ ποιητὴς εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ πολιτικοῦ, διότι ἀρνεῖται νὰ ὑποταχτεῖ στὴ σκοπιμότητα τῆς πολιτικῆς. Ὁ δρόμος τῆς ποιητικῆς ἀνυποταξίας εἶναι φυσικὰ ὁ δυσκολότερος. Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ ἡγεσίες τῶν κομμάτων μεταχειρίζονται κάθε μέσο γιὰ νὰ καναλιζάρουν καὶ νὰ ἐλέγξουν τὴν ποιητικὴ δημιουργία. Παντοῦ καὶ πάντα κι ὣς τὶς μέρες μας, σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐξάσκησαν καὶ ἐξασκοῦν κάθε μορφὴ βίας γιὰ νὰ ἀναγκάσουν τοὺς ποιητὲς νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ἑκάστοτε σκοπιμότητές τους. Οἱ δυσκολίες πληθαίνουν ἀκόμα περισσότερο ἀπ’ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποιητής, ὅπως καὶ κάθε καλλιτέχνης, εἶναι «μάστορης». Γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ μαστοριά του (καὶ γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα) δέχεται νὰ γράφει ὠδὲς ἐπὶ πληρωμῇ, δέχεται νὰ γίνει αὐλικὸς στιχοπλόκος, ἀκαδημαϊκὸς ἢ μέλος τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Συγγραφέων. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετὰ ἔργα, γραμμένα «κατὰ παραγγελίαν», εἶναι πράγματι ἀξιόλογα, ἐπιτείνει ἀκόμα περισσότερο τὴ σύγχυση.
Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποὺ νιώθουν οἱ ποιητὲς νὰ ἀναγνωριστεῖ ἡ μαστοριά τους καὶ γενικὰ ἡ ἀξία τους, ἐξηγεῖ τὴν ὕπαρξη τῶν βραβείων. Ὁμολογῶ ὅτι λυπήθηκα διαβάζοντας τὶς διαμαρτυρίες τῶν νέων ποιητῶν μας γιὰ τὴν πρόσφατη ἀπόφαση τῶν «Δώδεκα» νὰ μὴν ἀπονείμουν τὸ βραβεῖο τους. (Διότι περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται: περὶ τοῦ βραβείου. Ἂν ἕνας ὁποιοσδήποτε κριτικός, ἢ ἔστω καὶ πολλοὶ κριτικοί, διατυπώνανε τὴν ἄποψη ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερα ἀξιόλογη ποίηση, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἀγανακτοῦσαν τόσο οἱ νέοι ποιητές μας.) Λυπήθηκα διαβάζοντας τὶς διαμαρτυρίες τους, γιατὶ μοῦ δίνουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω ὅτι δὲν ἔγραψαν τὰ ποιήματά τους ἐπειδὴ αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ τὰ γράψουν, ἀλλὰ γιατὶ ἀπέβλεπαν σὲ μιὰ «καθιέρωση». Λὲς καὶ ἕνα βραβεῖο θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ προσθέσει ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστο στὴν ὅποια ἀξία τοῦ ἔργου τους. Λὲς καὶ δὲν ἔχουνε μάθει ἀκόμα πῶς ἀπονέμονται τὰ βραβεῖα (ὅλα ἀνεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν βραβείων Στάλιν, Νόμπελ καὶ Πούλιτζερ). Λὲς καὶ δὲν ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή τους τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι «μικτή», τὸ βραβεῖο μοιράζεται στὰ δυό (Ρίτσος-Δικταῖος, Καραντώνης-Λειβαδίτης).
__________
[*] Ἀπὸ μιὰ συνέντευξη στὸν Ρένο Ἀποστολίδη («Εἰκόνες», 15 Ἰουνίου 1959). Περιλαμβάνεται στο Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Ἔξω ἀπ’ τὰ δόντια. Δοκίμια 1937-1975, Ὕψιλον, Ἀθήνα 1982.
[Α’ δημοσίευση: Athens Review of Books 26/08/2015, Tεύχος 64 – ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ >