[Στην απομόνωση, άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι χαμένος·
03/08/2022 § Σχολιάστε
Χρόνης Μίσσιος (1930-2012)
…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς
(απόσπασμα)

Τσιγάρο… Κρατιόμαστε με το ζόρι μέχρι να νυχτώσει για να ανάψουμε, ώστε μέχρι το πρωί να έχει ξεμυρίσει. Τέλος, έχουμε τρεις μέρες να φάμε ξύλο, έχουμε τσιγάρα, τρώμε κανονικά, δεν μπορούμε να ‘χουμε και παράπονο. Αυτές είναι ευτυχίες που δε μετριούνται με τίποτα…
Κάθε πρωί μας βγάζουν για τις σωματικές μας ανάγκες, για ν’ αδειάσουμε και να πλύνουμε τη βούτα, και μετά πάλι μέσα, ως την άλλη μέρα το πρωί. Αρχίσαμε να συνερχόμαστε. Οι πληγές κλείνουν, ο οργανισμός ξαναβρίσκει σιγά σιγά την ικανότητα να ζει με όλο και λιγότερο πόνο. Ξεκουραζόμαστε. Μη γελάς, το ξύλο, πέρα από τις ζημιές και τον αφόρητο πόνο, σου φέρνει και μια κούραση, άλλο πράμα. Από κει που λέγαμε να μας αφήσουν μια μέρα ήσυχους, τώρα η κλεισούρα και η απομόνωση αρχίζουν να μας τη δίνουν άγρια. Λέμε ιστορίες, παραμύθια, παίζουμε, και πολλές φορές τσακωνόμαστε με ιδιαίτερη κακία, όχι για τίποτα σπουδαίο – για αινίγματα ή για την εβραίικη τριανταμία, κείνη που παίζουμε με τα δάχτυλα του ενός χεριού. Βέβαια οι τσακωμοί σβήνουν τόσο εύκολα, όσο εύκολα αρχίζουν. Πόσο, αλήθεια, μπορεί να κρατήσει ένας τσακωμός ανάμεσα σε τρία παιδιά που ζουν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σ’ ένα σκοτεινό κελί ενάμισι επί τέσσερα, απειλούμενα κάθε στιγμή με βασανιστήρια και θάνατο; Το κελί όλη τη μέρα είναι σκοτεινό, μόνο κατά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος ανέβει αρκετά, μια χούφτα αχτίδες περνάνε από το φινιστρίνι της πόρτας και σκάνε στον απέναντι τοίχο, φέρνοντας ένα απαλό φως εκκλησίας μέσα στο κελί. Τότε η νοσταλγία, ο φόβος για το ύστερα, γίνεται μια βαριά πέτρα στο στήθος, και το ημίφως γίνεται ευεργετικό γιατί μας σώζει απ’ την ντροπή των δακρύων. Πιο έντονη είναι η νοσταλγία στον Παύλο, που ώρες πολλές μας μιλά για το πώς είναι το χωριό του τώρα την άνοιξη, το μικρό ποτάμι όπου ψάρευε καραβίδες, οι μπαχτσέδες, τ’ αλώνια… Λέει, λέει και μας κάνει να ονειρευόμαστε. Ο Μιχάλης, όταν τον πήραν, μαζί με άλλα πράματα μου άφησε και τα ποιήματά του. Τα κουβάλαγα χρόνια πολλά ραμμένα στις βάτες, στο γιακά και στα πέτα ενός παλιού παλτού που είχα. Μου το ‘σκισαν σε μια κωλοέρευνα και μου τα πήραν, αφού με μπάφιασαν στο ξύλο. Θυμάμαι ένα απ’ αυτά, που έλεγε:
Ταξιδέψαμε χρόνια πολλά πάνω στους τοίχους των κελιών,
εξωτικούς χάρτες, φτιαγμένους από την υγρασία και την πορεία του γυμνοσάλιαγκα.
Διαγνώσαμε την παράξενη απλωσιά του σφαιρικού μας πλανήτη…
Σημαίες από λαμπερά χρώματα, σφιχτοδεμένες στρατιές συντρόφων προλετάριων,
λιμάνια πολύβουα, μέρη παράξενα, ξωτικές γυναίκες,
πορνεία φτωχά ή εκλεπτυσμένης ηδονής…
Άλλοτε πάλι ένα ταξίδι με μια μοναδική, αγαπημένη γυναίκα…
Όταν ο καιρός ήταν βροχερός, τα φώτα άναβαν και την ημέρα…
Η φαντασία, νικημένη, συντρίβονταν στους υγρούς τοίχους του κελιού…
Η απελπισία της απώλειας, η προσμονή της επικείμενης εκτέλεσης,
άνοιγαν μεγάλες σκοτεινές τρύπες στη μνήμη μας…
Δεν ξέρω αν είναι καλό σαν ποίημα, αλλά αυτό είναι. Στην απομόνωση, άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι χαμένος. Και μεις ταξιδεύουμε. μεγάλες σιωπές, γεμάτες πόνο και νοσταλγία. Τις πιο πολλές φορές όμως μιλάγαμε, κυρίως την ώρα που η νοσταλγία μας έπνιγε. Ξεφεύγαμε φωναχτά από τη μαγεία της. Η άνοιξη ήταν στα γεμάτα της, και μας έζωναν από παντού μυρουδιές από λουλούδια, δέντρα, φρέσκο χώμα. Αλλά κυρίως τη νιώθουμε από ένα αίσθημα δύναμης, αισιοδοξίας και φοβερής μοναξιάς, που δεν ξέρουμε από πού τρύπωσαν στο κελί μας…
◉
[το βιβλίο τέχνης·
02/08/2022 § Σχολιάστε

Στο Παρίσι των αρχών του 18ου αιώνα, τρεις σημαίνουσες προσωπικότητες –ένας τραπεζίτης, ένας πολυπράγμων συγγραφέας και ο πλέον επιφανής ειδήμων της εποχής– συνεργάζονται σε μια έκδοση με αναπαραγωγές εικαστικών έργων. Οι φιλοδοξίες τους (καλλιτεχνικές, τεχνικές και «επιστημονικές») υπερέβαιναν κάθε ανάλογη πρωτοβουλία του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους, η Recueil Crozat, μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πρώτο βιβλίο τέχνης.
Ο Francis Haskell, από τους σημαντικότερους ιστορικούς τέχνης του 20ού αιώνα, μας αφηγείται εδώ με τρόπο συναρπαστικό την περιπέτεια αυτής της έκδοσης, στην οποία εμπλέκονται γνωστοί τυπογράφοι-εκδότες και έμποροι τυπωμάτων, διάσημοι ζωγράφοι και χαράκτες, πάπες, μονάρχες και ευγενείς, και ακόμα συλλέκτες και συγγραφείς από όλη την Ευρώπη.
✳︎
Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης
«[…]Είμαστε τόσο πολύ εξοικειωμένοι με τα πολυτελώς εικονογραφημένα βιβλία τέχνης, τα οποία εκτός από διακοσμητική έχουν ενίοτε και χρηστική αξία, ώστε η ύπαρξή τους μοιάζει σήμερα δεδομένη, αναπόσπαστο τμήμα της πολιτισμικής μας παράδοσης. […] Θα φανεί ίσως παράδοξο ότι σε μια μελέτη για τη γέννηση του βιβλίου τέχνης δεν δίνεται ένας επαρκής ορισμός για τα περιεχόμενα ενός τέτοιου βιβλίου. Στη θέση αυτή όμως βρίσκομαι, καθώς, όσο περισσότερο μελετώ το σχετικό υλικό τόσο πιο δύσκολο μού είναι να το καταστήσω σαφές. Τα «βιβλία τέχνης», με την έννοια που θα χρησιμοποιήσω εδώ τον όρο, είναι βέβαια εικονογραφημένα βιβλία, ωστόσο είναι ολοφάνερο ότι όλα τα εικονογραφημένα βιβλία δεν συνιστούν απαραιτήτως βιβλία τέχνης. Ακόμα και τα εικονογραφημένα βιβλία στα οποία αναπαράγονται σημαντικά έργα τέχνης δεν συνιστούν πάντοτε βιβλία τέχνης με την έννοια που τα αντιλαμβάνομαι εδώ. Κατά συνέπεια, δεν θα αναφερθώ σε τόμους βιογραφιών, ακό- μα κι αν εικονογραφούνται με πλήθος πορτραίτων, όπως —για να φέρω ένα οριακό παράδειγμα— είναι η δεύτερη έκδοση των Βίων του Βαζάρι, που θέλει να μας περιγράψει τα χαρακτηριστικά περισσότερο των δημιουργών παρά εκείνα των έργων τους. Πολύ λιγότερο θα κάνω λόγο για αρχαιοδιφικούς τόμους, όπως είναι οι μεγάλοι συγκεντρωτικοί κατάλογοι αρχαιολογίας και μεσαιωνικής τέχνης του Μπερνάρ ντε Μονφωκόν (Bernard de Montfaucon, 1655-1741), στους οποίους, κατά την άποψή μου, τα έργα που αναπαράγονται, τόσο τα ζωγραφικά όσο και τα γλυπτικά, δεν συμπεριελήφθησαν βάσει ουσιωδώς αισθητικών κριτηρίων· βέβαια, αναγνωρίζω πλήρως ότι η διαχωριστική γραμμή είναι πραγματικά δυσδιάκριτη, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση βιβλίων που αφιερώνονται σε κοσμήματα ή εμβλήματα. Μια ακόμα διευκρίνιση: αυτή εδώ η παρέμβασή μου αφορά τα βιβλία που αφιερώνονται προπαντός στην τέχνη και, μόνο περιθωριακά, στην αναπαραγωγή έργων τέχνης· είναι απαραίτητο να υπογραμμιστεί αυτό, καθώς δεν θα μιλήσω εδώ ούτε για τις οξυγραφίες ούτε και για τα χαρακτικά αυτά καθαυτά, με τα οποία, πολύ πριν από τη γέννηση των βιβλίων τέχνης, έγιναν γνωστά σε ένα ευρύτατο κοινό διεθνώς πολλά από τα κορυφαία καλλιτεχνικά αριστουργήματα. Το βιβλίο τέχνης, όπως το εννοώ εδώ, αποτελείται από έναν συνδυασμό κειμένου και εικόνας. Βέβαια, καθώς τέτοιου είδους ορισμοί καταντούν πολύ γρήγορα τόσο ανιαροί όσο και άχρηστοι, ευθύς αμέσως θα τολμήσω να πω ότι το βιβλίο τέχνης συνελήφθη ως τέτοιο από τα μισά έως τα τέλη του 17ου αιώνα, γεννήθηκε δε στις αρχές του 18ου αι- ώνα με τη δημιουργία ενός τόμου εξέχουσας σημασίας για τον οποίο θα κάνω λόγο εκτενώς στη συνέχεια.
Δεν νομίζω ότι μπορούν να προβληθούν σοβαρές αντιρρήσεις για το ότι μέσω των πρώτων εικονογραφημένων βιβλίων που περιέχουν αναπαραγωγές έργων νεώτερης τέχνης, σε αντιπαράθεση με εκείνα της αρχαίας, επιδιωκόταν η εξύμνηση των κατόχων τους, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με αυτή των αναπαραγόμενων έργων. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την εξαιρετική συμβολή του Τζιρόλαμο Τέτι (Girolamo Teti) για να τιμηθεί ο μαικηνισμός των Μπαρμπερίνι (Barberini), που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1642 και που μέσω της οποίας η διακοσμητική ευφυΐα του Πιέτρο ντα Κορτόνα (Pietro da Cortona) κατέστη γνωστή στους πάντες. Λέω «κατέστη γνωστή στους πάντες» επειδή το γεγονός ότι το κείμενο γράφτηκε στα λατινικά καταδεικνύει ότι το βιβλίο προοριζόταν να διαδοθεί τόσο εκτός όσο και εντός Ιταλίας. Αυτή η επιδεικτική προβολή της ιδιοκτησίας (που, φυσικά, συνεχίζει να είναι ο κινητήριος μοχλός για την παραγωγή πολλών εικονο- γραφημένων βιβλίων ακόμα και στις μέρες μας) μπορεί να διαπιστωθεί και στην περίπτωση του πρώτου εικονογραφημένου καταλόγου πινάκων τον οποίο ετοίμασε ο Ντάβιτ Τενήρς (David Teniers) για τον αρχιδούκα Λεοπόλδο Γουλιέλμο, ενώ συναντούμε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις στους εκθαμβωτικούς τόμους που συνιστούν θριαμβευτική δοξολογία του Λουδοβίκου ΙΔ ́ ως χορηγού και συλλέκτη.
Αλλά, μαζί με βιβλία αυτής της κατηγορίας (στα οποία θα επανέλθω), η έκδοση των οποίων χρηματοδοτούνταν από τους ίδιους τους μαικήνες, πιο πολύ προκειμένου να διανεμηθούν ως δώρα στους ομολόγους τους παρά για να διατεθούν στην αγορά, είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στον καλλιτεχνικό κόσμο πολλά εμπορικά εγχειρήματα.[…]»
✳︎
[απόσπασμα από το βιβλίο: Francis Haskell, Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης. Μετάφραση: Ιωάννου Παναγιώτης Κ. ―Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
◉
[κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια ·
15/07/2022 § Σχολιάστε
Θεόδωρος Ντόρρος [Ted Dorros] (1895-1954)
Αυτοκτόνησε μήνα Οκτώβριο, μαζί με την αμερικανίδα γυναίκα του Σούζαν. Σ’ ένα χωριό, στο Παρίσι, όπου είχαν αποσυρθεί.

©Julius Bissier, 1.Jan.62 Rondine, 1962 / Eiöltempera auf Leinen
Τα γινόμενα
Τα όμορφα -μεγάλα- γινόμενα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.
Μα ό,τι κινάει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που ‘μείνε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ’ στου κορμιού μας το βασίλειο,
στου νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που ‘ναι
θρονιασμένη η ασχήμια πονηρεμένης βαρβαρότηρας.
Κι όσοι, ανάμεσα του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φιάξουνε, εγελαστήκαν.
Μεγαλωμένος σήμερα. Μ’ ό,τι μου δόθηκ’ απ’ τη
φύση κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια.
Δε σέρνουμαι απ’ τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακούω να μου λένε ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ’ στο αίμα μου.
Ούτε τραβιέμαι άθελα μέσ’ στο σκοτάδι
κείνων που θα ‘ρθούνε.
Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα έ π ε ι τ α καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινόμενα τη ζωή μας,
σαν το παιδί στης μάννας την ποδιά.
Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι—
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ’ εκεί μπρος.
[γράφοντας στίχους εξαίσιους ·
07/07/2022 § Σχολιάστε
Κλείτος Κύρου (1921-2006)

©Christopher Wool, oil on linen
Mιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
*
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη
*
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους
✳︎
[από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960)